Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Στις 20 του προσεχούς Αυγούστου, ο Robert Anthony Plant θα συμπληρώσει τα 77 του χρόνια και θα εισέλθει στα 78. Κανονικά θα πρέπει να του κάνουμε δώρα για όλα όσα έχει δώσει στη ροκ μουσική, αλλά μας πρόλαβε. Μας έκανε εκείνος δώρο με την εμφάνισή του το βράδυ της Πέμπτης 9 Ιουλίου στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού.

Οι Saving Grace και η νέα ταυτότητα του Robert Plant

Ο Robert Plant ήταν στη σκηνή του Λυκαβηττού αυτό που έπρεπε να ήταν. Αγέρωχος, μεστός με την μπάντα του τους Saving Grace και την τραγουδίστρια Suzi Dian, απέδειξε ότι όχι μόνο δεν έχει γεράσει αλλά πώς ανοίγονται οι νέοι δρόμοι στη μουσική. Η έμπνευση και το όραμα, πολλές φορές, δεν έχουν ηλικία.

Η συναυλία του ακολούθησε acoustic-roots δρόμους και όχι αυτούς του heavy rock, όπως θα περίμεναν πολλοί. Η φωνή του ντελικάτη μαζί με τη μουσική, συνδύασε τέλεια τους ήχους των Απαλαχίων, των μπλουζ και τους κέλτικους ήχους, χωρίς όμως να ξεχάσει και κάποια διαμάντια των Led Zeppelin. Όχι, δεν ερμήνευσε το «Stairway heaven», που πολλοί από το κατάμεστο θέατρο ζητούσαν, σε κάποιον απάντησε με το βρετανικό χιούμορ «είσαι σοβαρός;»

Η βραδιά του Plant, περιελάμβανε τραγούδια από την τελευταία του δισκογραφική εργασία «Saving Grace», διασκευές gospel μελωδίες και έντονα φολκ στοιχεία. Ο Robert Plant, αγαπά την Americana (μουσική που συνδυάζει παραδοσιακά αμερικανικά είδη, όπως η folk, η country, το bluegrass, τα blues και το R&B) και όχι μόνο δεν το κρύβει αλλά θέλει να την επικοινωνήσει στους φίλους του. Δεν άφησε μουσικά και ερμηνευτικά τίποτα απείραχτο. Όπως τραγούδια των Neil Young και Low, καθώς και αναδιαμορφωμένα κομμάτια των Zeppelin όπως τα «Ramble On», «Friends» και «The Rain Song».

Μπορεί να ήταν ο «αρχηγός» της μουσικής βραδιάς της Πέμπτης αλλά στη σκηνή μόνο τέτοιος δεν ήταν. Μοιράστηκε τα φωνητικά με τη Suzi Dian (θεσπέσια η ερμηνεία της στο «Orphan Girl» ενώ η σύνθεση συμπληρώνεται από τους Matt Worley (μπάντζο/έγχορδα), Tony Kelsey (κιθάρα), Oli Jefferson (ντραμς) και Barney Morse-Brown (τσέλο).

Όταν οι Led Zeppelin ακούγονται σαν καινούργιοι

Ο Plant και η παρέα του, κατάφεραν να αποφύγουν την τυπική νοσταλγία της ροκ υπέρ μιας καθαρής μουσικής αφήγησης. Ακόμη και στα εμβληματικά «Black Dog» και «Rock and Roll» ο τρόπος παρουσίασης των κλασικών αυτών τραγουδιών ήταν τέτοιος που κοιτούσαν προς το μέλλον. Και έκαναν πολλούς από τους θεατές να κοιτάζονται μεταξύ τους. Διασκεύασαν παραδοσιακή μουσική, indie-rock (το «Everybody’s Song» των Low), Neil Young («For the Turnstiles»), gospel, blues, ακόμη και σόλο ροκ κομμάτια του Plant που θα φαινόταν ασύμβατα με αυτή τη rootsy επεξεργασία, όπως για παράδειγμα το  «Calling to You».

Αλλά όλα έμοιαζαν και ήταν τόσο άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους, μουσική–ερμηνείες–μουσικοί που τίποτα δεν ήταν παράταιρο και ενοχλητικό στην καρδιά ή στο αυτί. Σόλο κιθάρας που άγγιζαν το surf και την κέλτικη μουσική και το rockabilly, ηλεκτρικά μαντολίνα και τους Zeppelin.

Ήταν όλοι τους εξαιρετικοί σε μια χούφτα από τα παλιά του κομμάτια: μια χαμηλών τόνων φολκ ερμηνεία του «Ramble On», με απαλό ακορντεόν, απειλητικό το «Four Sticks» που περιλαμβάνει μερικές από τις πιο δραματικές δυναμικές αλλαγές του συγκροτήματος και μια σε μεγάλο βαθμό πιστή εκδοχή του «Friends».

Η συναυλία του Βρετανού δημιουργού δεν ήταν ρεσιτάλ, δεν ήταν… περφεξιονιστική. Όλοι όσοι ανέβηκαν στη σκηνή δεν ένιωσαν την ανάγκη να αποδείξουν ότι είναι τελειομανείς. Ουσιαστικά τίποτα δεν ήθελαν να αποδείξουν και περισσότερο από όλους ο Robert Plant. Πολύ απλά και αβίαστα μας παρουσίασαν το όραμά τους για τη μουσική. Το γεγονός ότι ο κόσμος στο τέλος δεν τους άφηνε να φύγουν από το μπιζάρισμα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα ωραία πράγματα είναι τα πιο απλά.