Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η αναφορά στον «αντισυστημισμό» προϋποθέτει καταρχάς την ύπαρξη ενός προσδιορισμένου και κοινωνικά αναγνωρίσιμου «συστήματος». Ωστόσο, ο αντισυστημισμός (και όλα τα παράγωγά του) σήμερα εμφανίζεται ως κατεξοχήν ασαφής πολιτικός προσδιορισμός, ο οποίος λόγω της ασάφειάς του, δεν συνεπάγεται δεσμεύσεις συγκεκριμένου περιεχομένου. Σε αντίθεση με συγκροτημένες ιδεολογικές παραδόσεις, όπως ο μαρξισμός, ο φιλελευθερισμός ή ο εθνικισμός, οι οποίες προϋποθέτουν αναφορά σε ιστορικά κείμενα και πρόσωπα, αποδοχή μιας θεσμικής και θεωρητικής κληρονομιάς, καθώς και ρητές επιλογές ως προς τους θεσμούς, τις συμμαχίες και τα όρια της πολιτικής δράσης, ο αντισυστημισμός δεν προϋποθέτει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχες απαιτήσεις.

Ως εκ τούτου, λειτουργεί περισσότερο ως ρητορικός δείκτης δυσαρέσκειας παρά ως συνεκτικό πολιτικό πρόταγμα με κανονιστικό προσανατολισμό (το τι πρέπει να γίνει), με χρονικό βάθος (το πού οδηγεί η πράξη) και με δυνατότητα συλλογικής δράσης (το πώς μπορεί να οργανωθεί πολιτικά). Παραμένει ένας καθαρά αρνητικός προσδιορισμός, οριζόμενος αποκλειστικά από αυτό ακριβώς στο οποίο αντιτίθεται (το «σύστημα»), χωρίς να συγκροτεί ένα «μετά».

Η εννοιολογική όμως ασάφεια του «αντισυστημισμού» τον καθιστά ευρύ όρο, που περιλαμβάνει ανορθολογικές ή αντιεπιστημονικές στάσεις, θεμιτές μορφές κοινωνικής δυσαρέσκειας και διεκδίκησης, αλλά και την εργαλειοποίησή τους από αυτοαποκαλούμενους «αντισυστημικούς» πολιτικούς.

Οι διάφορες όμως μορφές κοινωνικών διεκδικήσεων δεν είναι ούτε αντιδημοκρατικές, ούτε συνεπάγονται συνολική απόρριψη του πολιτικού συστήματος. Η υπαγωγή τους αδιακρίτως στον «αντισυστημισμό» επιτρέπει αφενός στους λαϊκιστές πολιτικούς να τις αναπλαισιώνουν ως έκφραση μιας υποτιθέμενης ενιαίας «λαϊκής βούλησης», την οποία δήθεν εκφράζουν και εκπροσωπούν αποκλειστικά οι ίδιοι, αλλά και αφετέρου στους εδραιωμένους θεσμούς εξουσίας (πολιτικούς, οικονομικούς, μιντιακούς κ.ά.) να τις απαξιώνουν συλλήβδην ως ακραίες ή αποσταθεροποιητικές, εμποδίζοντας την ουσιαστική πολιτική τους επεξεργασία και θεσμική ενσωμάτωση.

Η διάσταση ωστόσο μεταξύ των θεμιτών κοινωνικών διεκδικήσεων και της στρεβλής αναπλαισίωσής τους από τους «αντισυστημικούς» πολιτικούς δεν παραμένει σε αφηρημένο επίπεδο, αλλά αποκρυσταλλώνεται σε συγκεκριμένες τομείς της δημόσιας σφαίρας, όπως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι κοινωνικές πολιτικές και η λειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος.

Στο πεδίο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, οι δημοκρατικά ευαισθητοποιημένοι πολίτες δυσανασχετούν με την αδυναμία παροχής αξιόπιστης και πλουραλιστικής ενημέρωσης σχετικά με την αυξανόμενη πολυπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου, καθώς η δημοσιογραφία συχνά περιορίζεται στον εντυπωσιασμό και την άμεση επικαιρότητα. Αντίθετα, οι «αντισυστημικοί» πολιτικοί αμφισβητούν συνολικά τη νομιμοποίηση της δημοσιογραφικής κριτικής, ιδίως όταν τους αφορά. Ενδεικτικές είναι οι συγκρούσεις του Ζαν-Λικ Μελανσόν με τη Le Monde και το Der Spiegel και το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου που επισημάνει ότι η Ουγγαρία του Βίκτορ Ορμπαν δεν συνιστά «πραγματική δημοκρατία» λόγω περιορισμών στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και των ΜΜΕ.

Η χρήση δηλαδή του όρου «αντισυστημισμός» συγχέει, προφανώς σκοπίμως, την εύλογη κοινωνική κριτική για πληρέστερη και αντικειμενικότερη ενημέρωση με τη στρατηγική απονομιμοποίησης των μέσων ενημέρωσης και, έτσι, η θεμιτή απαίτηση των πολιτών για ποιοτική ενημέρωση στρεβλώνεται από τους «αντισυστημικούς» πολιτικούς σε απαξίωση και αποδυνάμωση της δημοσιογραφικής ελευθερίας και σε υπονόμευση του ρόλου των μέσων ενημέρωσης ως θεσμικών διαμεσολαβητών και μηχανισμών δημοκρατικού ελέγχου.

Στον οικονομικό τομέα διαπιστώνεται επίσης διάσταση μεταξύ των κοινωνικών αιτημάτων και των πολιτικών που εφαρμόζουν οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «αντισυστημικοί». Οι πολίτες, ιδίως μετά την κρίση του 2008, ζητούν μεγαλύτερη οικονομική προστασία και ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, ως απάντηση στις ανισότητες και την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Αντίθετα, οι «αντισυστημικοί» πολιτικοί, παρά τη φιλολαϊκή ρητορική, προωθούν πολιτικές εσωτερικής απορρύθμισης και περιορισμού των κρατικών παρεμβάσεων, όπως η αποδυνάμωση του νόμου Dodd-Frank (αφορά την προστασία των καταναλωτών) και του Obamacare (μαζική κάλυψη παροχών υγείας) στις ΗΠΑ επί Τραμπ και η κατάργηση του υπουργείου Εργασίας στη Βραζιλία επί Μπολσονάρο.

Έτσι η ρητορική των «αντισυστημικών» πολιτικών δεν ανταποκρίνεται στα αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης των πολιτών, ενώ συγχρόνως μετατοπίζει τη συζήτηση από την οικονομία στο εθνο-πολιτισμικό πεδίο, αποδίδοντας την ανασφάλεια σε «εξωτερικούς άλλους» (μετανάστες, διεθνείς θεσμούς, ξένες δυνάμεις). Με αυτόν τον τρόπο εκτονώνεται η κοινωνική δυσαρέσκεια χωρίς να αμφισβητούνται οι οικονομικές δομές εξουσίας.

Τέλος, από ευρύτερα κοινωνικά στρώματα διατυπώνεται κριτική προς το επαγγελματοποιημένο και συγκεντρωτικό αντιπροσωπευτικό σύστημα, την κληρονομική αναπαραγωγή της πολιτικής εξουσίας, καθώς και τη θεσμική απόσταση μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Η θεμιτή αυτή έκφραση δημοκρατικής ανησυχίας, η οποία συνδέεται με αιτήματα τόσο λογοδοσίας και ελέγχου των πολιτικών αντιπροσώπων όσο και συμπλήρωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας μέσω συμμετοχικών ή διαβουλευτικών θεσμών, δεν απορρίπτει το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Ωστόσο, λαϊκιστές-αντισυστημικοί πολιτικοί αναπλαισιώνουν αυτή την κριτική ως συνολική αμφισβήτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος, προβάλλοντας εαυτούς ως αποκλειστικούς εκφραστές της «λαϊκής βούλησης», ενώ και κάθε κριτική ή αντίρρηση προς τον μεμονωμένο «αντισυστημικό» πολιτικό ερμηνεύεται ως προϊόν ή έκφραση του ίδιου του συστήματος. Η Μαρίν Λεπέν, μετά την καταδίκη της για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος και τη στέρηση των πολιτικών της δικαιωμάτων, χαρακτήρισε την απόφαση «παραβίαση της δημοκρατίας» και προσπάθεια παρεμπόδισης της «λαϊκής βούλησης».

Ενώ δηλαδή η κριτική των πολιτών επικεντρώνεται στον συμμετοχικό και θεσμικό εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος, οι αντισυστημικοί πολιτικοί τείνουν να προσωποποιούν την πολιτική αντιπαράθεση, η οποία δεν δομείται γύρω από κοινωνικά ή θεσμικά προτάγματα, αλλά γύρω από τη σύγκρουση ενός μεμονωμένου και άφθαρτου υποκειμένου (του «αντισυστημικού» πολιτικού) με έναν αδιαφοροποίητο, διεφθαρμένο «υπόλοιπο κόσμο».

Γίνεται φανερό ότι ο «αντισυστημισμός» και οι «αντισυστημικοί» πολιτικοί και ψηφοφόροι αποτελούν ένα ευρύ φάσμα εννοιολογικών και πραγματολογικών αποχρώσεων με διαφορετικά νοήματα, πρακτικές, κίνητρα και μορφές πολιτικής δράσης. Ωστόσο, μια κρίσιμη διάσταση του σύγχρονου αντισυστημισμού έγκειται στην αποσύνδεσή του από δίκαια κοινωνικά αιτήματα και τη λαϊκιστική πολιτική εκμετάλλευσής τους. Είναι εξαιρετικά προβληματικό, αφελές και πολιτικά επικίνδυνο, πολίτες με εύλογα κοινωνικά αιτήματα, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν, να χαρακτηρίζονται συλλήβδην και αφοριστικά ως «αντισυστημικοί» και να γίνονται αντικείμενο πολιτικής και εκλογικής εκμετάλλευσης από λαϊκιστές–αντισυστημικούς πολιτικούς οι οποίοι παραμορφώνουν τη θεμιτή και δικαιολογημένη κοινωνική κριτική και τη μετατρέπουν σε εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης, υπονομεύοντας παράλληλα τους δημοκρατικούς θεσμούς.

*Ο κ. Ηλίας Μαδεμλής είναι διδάκτορας Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Paris VIII.