Τέσσερις περίπου βδομάδες πριν την πρεμιέρα των Τρωάδων στην Επίδαυρο, παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου σε διασκευή-σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου και μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη, ο Αργύρης Ξάφης μιλά για το διαχρονικό αντιπολεμικό έργο του Ευριπίδη, τη συνάντησή του με τους ηθοποιούς των Εν Δυνάμει και την συλλογική ευθύνη απέναντι στον κύκλο της βίας.
Από τα κορυφαία έργα της ευριπίδειας δραματουργίας, οι Τρωάδες δεν αφηγούνται ούτε τη μάχη ούτε τη νίκη στον πόλεμο, αλλά στρέφουν το βλέμμα σε αυτούς που μένουν πίσω: στις γυναίκες, στα παιδιά, στους ανθρώπους των οποίων η μοίρα αποφασίζεται από άλλους.
Το έργο-καθρέφτης του σήμερα αποκτά μια επιπλέον διάσταση μέσα από τη συμμετοχή ενός μικτού ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών.
Πρόκειται για ένα ποιητικό και ιδιαίτερα πολιτικό σκηνικό ανέβασμα χωρίς αποκλεισμούς στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, που για πρώτη φορά στην ιστορία του καθίσταται προσβάσιμο και σε άτομα με αισθητηριακές —οπτικές και ακουστικές— αναπηρίες (31/7). Μια ξεχωριστή παράσταση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου.
Οι Τρωάδες είναι ένα έργο που μοιάζει εκ των πραγμάτων επίκαιρο. Το θέμα είναι πώς τοποθετείται στο σήμερα.
Ναι, γιατί αν την εποχή των Τρωάδων ο διαχωρισμός γινόταν κυρίως με βάση το φύλο —οι γυναίκες θεωρούνταν οι πιο αδύναμοι κρίκοι και υφίσταντο ό,τι αποφάσιζαν οι νικητές— σήμερα η πραγματικότητα του πολέμου είναι πιο σύνθετη. Πλέον απομονώνουμε συνολικά όσους θεωρούμε λιγότερο ικανούς ή λιγότερο ισχυρούς, τους ομαδοποιούμε και μέσα στον πόλεμο αποφασίζουμε τι θα γίνει με αυτούς.
Η Ελένη Ευθυμίου έχει συμπεριλάβει στον χορό ανθρώπους με διαφορετικά είδη αναπηρίας, σωματικές και νοητικές, και έτσι έχει δημιουργηθεί ένα ensemble που λειτουργεί σαν ένα σώμα αποκλεισμένων ανθρώπων, σαν ένα είδος στρατοπέδου συγκέντρωσης με σύγχρονους όρους. Ένας περίκλειστος τόπος, όπου κάποιοι αποφασίζουν για το μέλλον αυτών των ανθρώπων: αν θα ζήσουν, αν θα πεθάνουν, αν θα επιλεγούν και για ποιο σκοπό. Οπότε, η επικαιροποίηση του έργου δεν ήταν δύσκολη.
«Το έργο έρχεται και μας συναντά ως ανθρωπότητα, γιατί επιμένουμε να διαχειριζόμαστε τα ζητήματά μας με τους πολέμους, με τους φόνους, με το μίσος. Αναπαράγουμε διαρκώς τη βία».
Με άλλα λόγια οι Τρωάδες συνομιλούν σχεδόν αυτονόητα με το παρόν.
Δυστυχώς ναι. Το έργο έρχεται και μας συναντά ως ανθρωπότητα, γιατί επιμένουμε να διαχειριζόμαστε τα ζητήματά μας με τους πολέμους, με τους φόνους, με το μίσος. Αναπαράγουμε διαρκώς τη βία.
Κατ’ εμέ εδώ το βασικό ζήτημα είναι η εξουσία. Ακόμη και τα χρήματα, σε έναν βαθμό, είναι ένας τρόπος να έχεις εξουσία, αλλά δεν είναι το μόνο. Το θέμα είναι μέχρι πού απλώνουμε τα χέρια μας, μέχρι πού θέλουμε να καταλάβουμε χώρο, κόβοντας την ανάσα των άλλων γύρω μας.

Ο Αργύρης Ξάφης στο Εθνικό Θέατρο. Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Και η σκηνοθετική προσέγγιση της Ελένης Ευθυμίου;
Η Ελένη έχει φέρει το έργο πολύ πιο κοντά στη στιγμή της καταστροφής, στην άλωση της Τροίας. Δεν τοποθετεί τη δράση σε μεταγενέστερο χρόνο, όπως ενδεχομένως υπονοείται στο έργο, αλλά σχεδόν αμέσως μετά. Άρα όλα είναι στο μέγιστο: η ένταση, ο πόνος, η σύγχυση, η αγωνία. Δεν έχει καταλαγιάσει τίποτα. Δεν έχει προλάβει τίποτα να μεστώσει. Όλα είναι ακόμη ανοιχτά, ωμά, ζωντανά.
Βλέπουμε αυτά τα πλάσματα να έχουν συγκεντρωθεί σε έναν τόπο από τον οποίο δεν μπορούν να φύγουν, ενώ ο ελληνικός στρατός επιτηρεί τον χώρο. Και όλο αυτό συμβαίνει μέσα σε ένα τοπίο που μοιάζει πολύ με τις εικόνες που βλέπουμε συνεχώς σήμερα: βομβαρδισμένα τοπία, διαλυμένα τοπία, συντρίμμια, στοιβαγμένα σώματα. Οι αναφορές είναι σαφείς και άμεσες.
Άρα ο θεατής δεν μπορεί να μείνει αμέτοχος.
Ακριβώς. Με αυτόν τον τρόπο η παράσταση φέρνει τον θεατή πολύ πιο άμεσα μπροστά στις δικές του ευθύνες, απέναντι στον τρόπο με τον οποίο διεκδικεί —ή δεν διεκδικεί— να σταματήσει όλο αυτό.
«Ο Ταλθύβιος συμμετέχει σε ένα σύστημα βίας και το υπηρετεί. Το ότι μπορεί μπροστά σε μια μεγάλη βαναυσότητα να λυγίζει, να δείχνει μια ανθρώπινη ρωγμή, τον κάνει ίσως πιο κατανοητό, αλλά για μένα και πιο τρομακτικό».
Ερμηνεύετε τον Ταλθύβιο, μια μορφή αγγελιοφόρου εκ μέρους των Ελλήνων κατακτητών, σύνθετη και αντιφατική.
Ο Ταλθύβιος είναι μια ειδική περίπτωση, γιατί συνδυάζει αντιφατικές ποιότητες. Από τη μία εμφανίζει ένα είδος ενσυναίσθησης απέναντι σε αυτό που συμβαίνει, από την άλλη όμως δεν παύει ποτέ να είναι εντεταλμένος του ελληνικού στρατού. Αυτό είναι κάτι στο οποίο η Ελένη Ευθυμίου έχει, κατά τη γνώμη μου, πολύ σωστά επιμείνει. Γιατί πολλές φορές οι ηθοποιοί έχουμε την τάση να δικαιολογούμε τα πρόσωπα που παίζουμε. Εδώ δεν υπάρχει αυτή η διέξοδος.
Δεν αφήνει ούτε εμένα ούτε τη συνολική αφήγηση να καταλήξει στο «ναι, αλλά αυτός είναι ένας καλός άνθρωπος μέσα σε ένα κακό σύστημα». Είναι ένας άνθρωπος που πριν από λίγο έχει σκοτώσει ανθρώπους, που συμμετέχει σε ένα σύστημα βίας και το υπηρετεί. Το ότι μπορεί μπροστά σε μια μεγάλη βαναυσότητα να λυγίζει, να δείχνει μια ανθρώπινη ρωγμή, τον κάνει ίσως πιο κατανοητό, αλλά για μένα και πιο τρομακτικό. Γιατί τότε βλέπεις ότι αυτά τα πλάσματα δεν είναι απλώς «οι κακοί», όπως συχνά μας βολεύει να πιστεύουμε. Είναι άνθρωποι που μπορεί να ήταν σαν κι εμάς και βρέθηκαν σε μια συνθήκη όπου κάνουν αδιανόητα πράγματα. Ο πόλεμος βγάζει το τέρας από μέσα σου.

Ο Αργύρης Ξάφης στο Εθνικό Θέατρο. Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Ο Ταλθύβιος φέρει ευθύνη, ακόμη κι αν δεν είναι ο απόλυτος φορέας της εξουσίας.
Βέβαια φέρει ευθύνη. Και αντιπροσωπεύει τον ελληνικό στρατό. Μπορεί να εμφανίζεται κάποια στιγμή ο Μενέλαος, που είναι ανώτερός του στην ιεραρχία, αλλά συνολικά στο έργο ο Ταλθύβιος είναι μια μόνιμη παρουσία. Είναι σχεδόν ο δεσμοφύλακας αυτού του χώρου. Είναι εκεί για να ελέγχει την κατάσταση και να αναγγέλλει διαρκώς τι θα γίνει με αυτούς τους ανθρώπους: ποιος θα φύγει, ποιος θα παρθεί, ποιο παιδί θα σκοτωθεί. Φαντάσου τι στομάχι έχει φτιάξει αυτός για να αποδέχεται έναν τέτοιο ρόλο.
Την ίδια στιγμή, βέβαια, είναι και ένας άνθρωπος κατώτερης τάξης. Δεν ανήκει στους στρατηγούς. Είναι ένας αγγελιοφόρος που κι αυτός δέκα χρόνια πολέμου έχει αφήσει πίσω του μια ζωή και γυρίζει άλλος άνθρωπος, κουβαλώντας όσα έχει κάνει. Άρα έχει και αυτός μια σύνθετη συνθήκη. Παρ’ όλα αυτά, μέσα στο έργο ο Ευριπίδης ρίχνει τον προβολέα σε αυτό που περνάνε οι Τρωάδες.
Ποια στοιχεία όμως μας οδηγούν διαχρονικά να ταυτιζόμαστε με τις Τρωάδες;
Σίγουρα το θέμα της απώλειας είναι μια σημαντική αιτία. Και όσο μεγαλώνουμε, η σχέση μας με την απώλεια γίνεται πιο πραγματική. Όταν είσαι παιδί, δύσκολα τη συλλαμβάνεις. Μεγαλώνοντας αρχίζεις να χάνεις παππούδες, συγγενείς, φίλους, αργότερα και γονείς. Η απώλεια γίνεται όλο και πιο συγκεκριμένη. Εδώ όμως οι απώλειες αυτών των πλασμάτων συμβαίνουν μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Έχουν χάσει πάρα πολλούς δικούς τους, δεν ξέρουν αν και πώς θα επιβιώσουν, ούτε τι θα αναγκαστούν να κάνουν για να επιβιώσουν.
Και όταν υπάρχει ένα παιδί, το δίλημμα γίνεται ακόμη πιο βίαιο. Είναι άλλο να παίρνεις μια απόφαση μόνο για τον εαυτό σου και άλλο να λες πως «πρέπει να ζήσει το παιδί μου». Αυτή η αγωνία, πέρα από την απώλεια, νομίζω ότι αναγνωρίζεται έντονα.
Υπάρχει και το στοιχείο του παραλόγου.
Ναι, και μάλιστα πολύ έντονα. Ο πόλεμος από ένα σημείο και μετά γίνεται κάτι εντελώς παράλογο. Μπορεί στην αρχή να τον δικαιολογείς με κάποιον τρόπο, να λες ότι υπήρξε από μία αφορμή. Από ένα σημείο και μετά, όμως, δεν υπάρχει πια νόημα. Ο άνθρωπος ξεφεύγει, γίνεται τέρας και δεν υπάρχει δίκαιο. Αυτό ο θεατής το αναγνωρίζει. Αν σταθεί λίγο απέξω και το κοιτάξει καθαρά, βλέπει πόσο παράλογο είναι.
Υπάρχει ακόμη το κομμάτι της αδικίας, της πίεσης που ασκεί κάποιος ισχυρότερος πάνω σου, των συνεχών πνιγμών που δέχεσαι από μια εξουσία που θεωρεί ότι έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει. Όλα αυτά περνούν σε φράσεις και λεπτομέρειες του έργου και ο θεατής ταυτίζεται.

Αργύρης Ξάφης. Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Υπάρχουν σημεία όπου μπορεί κανείς να ταυτιστεί και με τον «άλλο», με τον Έλληνα κατακτητή;
Ναι, αλλά όχι με την έννοια του νικητή ή αυτού που παράγει τη βία. Ταυτίζεται με τη δυνατότητα να βρεθείς εσύ ο ίδιος στη θέση του θύτη χωρίς να το έχεις καταλάβει, νομίζοντας ότι υπηρετείς κάτι σωστό, ότι είσαι πιστός σε μια ιδεολογία, και ξαφνικά να έχεις βρεθεί να κάνεις πράγματα που δεν θα φανταζόσουν ποτέ.
Για παράδειγμα, εμένα με συγκινεί βαθιά κάθε φορά που επανέρχεται η φράση «να πάμε επιτέλους σπίτι». Δέκα χρόνια αυτοί οι άνθρωποι είναι στον πόλεμο και θέλουν να γυρίσουν. Αυτό έχει ένα τεράστιο κόστος, αλλά τη στιγμή που ακούγεται αυτή η λαχτάρα, την καταλαβαίνω απόλυτα. Και αυτό είναι η δύναμη τέτοιων έργων: δεν λειτουργούν μονοδιάστατα. Δεν χωρίζουν απλώς τον κόσμο σε καλούς και κακούς. Σε βάζουν μέσα στη δυσκολία της ανθρώπινης συνθήκης.
Βλέπουμε γύρω μας πολέμους που δεν τελειώνουν. Το αντιπολεμικό νήμα των Τρωάδων είναι σαν να κεντρίζει κατευθείαν τη συνείδησή μας.
Δεν είμαστε σε άλλο πλανήτη. Με την ίδια αγωνία που οποιοσδήποτε άνθρωπος παρακολουθεί μια έκτακτη είδηση για έναν πόλεμο, με την ίδια αγωνία το παρακολουθούμε κι εμείς. Βλέπουμε πολέμους που δεν τελειώνουν, ακούμε διαρκώς ότι κάτι θα αλλάξει, ότι κάτι θα κλείσει, ότι κάτι θα λυθεί, και τελικά τίποτα δεν τελειώνει.
Και αναρωτιέσαι αν, τελικά, η ίδια η πλατφόρμα του πολέμου έχει γίνει ένα νέο πεδίο κερδοφορίας. Δεν το αναρωτιέμαι μόνο εγώ· το αναρωτιέται πολύς κόσμος. Μήπως όλο αυτό συντηρείται για να παράγονται περισσότερα χρήματα;
«Άνθρωποι που βρίσκονται στο τέλος του κύκλου της ζωής τους, ερείπια μιας άλλης εποχής, εξακολουθούν να αποφασίζουν για έναν κόσμο που ανήκει σε πολύ νεότερους ανθρώπους».
Πόλεμοι με «μαφιόζικους όρους» δηλαδή.
Θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν κάποιοι κωλόγεροι στον πλανήτη που παίζουν με τις μοίρες όλων των ανθρώπων και αποφασίζουν, σε αυτή την ηλικία, ότι η καλύτερη λύση είναι να σκοτώσουν άλλους ανθρώπους και να κάνουν πολέμους.
Το λέω και με την έννοια του χρόνου. Μιλάμε για ανθρώπους που βρίσκονται στο τέλος του κύκλου της ζωής τους, ερείπια μιας άλλης εποχής και εξακολουθούν να αποφασίζουν για έναν κόσμο που ανήκει σε πολύ νεότερους ανθρώπους, σε ανθρώπους που έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν, να ανακαλύψουν, να βελτιώσουν τη ζωή όλων μας. Κι όμως, αντί γι’ αυτό, κάποιοι επιμένουν να αναπαράγουν ένα μοντέλο καταστροφής που δεν λειτουργεί, δεν λύνει τίποτα και απλώς σπέρνει περισσότερο μίσος.

Ο Αργύρης Ξάφης στο Εθνικό Θέατρο. Φωτογραφία: Γιώργος Βελλής
Μιλάτε για ηγέτες όπως ο Τραμπ ή ο Πούτιν;
Μιλάω συνολικά για αυτή την ποιότητα εξουσίας που εξακολουθεί να εμφανίζεται μπροστά μας λες και δεν έχουμε μάθει τίποτα ως ανθρωπότητα. Δεν μπορεί να εμφανίζονται μορφές όπως ο Πούτιν ή ο Τραμπ και να τις δεχόμαστε σαν να βρισκόμαστε ακόμη σε έναν σκοτεινό Μεσαίωνα. Έχουμε προχωρήσει, υποτίθεται. Έχουμε δημοκρατικά μέσα, έχουμε γνώση, έχουμε ιστορική εμπειρία. Δεν γίνεται να επιστρέφουμε ξανά και ξανά σε τόσο πρωτόγονες λογικές ισχύος.
Όταν το λέτε αυτό, έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό πολλές εικόνες φρίκης από πολέμους των τελευταίων ετών, στην Ουκρανία, στη Γάζα.
Δεν χρειάζεται και ιδιαίτερη σκέψη για να το δεις. Όταν μια περιοχή ισοπεδώνεται, όταν άνθρωποι υφίστανται βία και καταπίεση, τι ακριβώς πιστεύουμε ότι θα παραχθεί μετά; Ότι όλο αυτό δεν θα επιστρέψει; Ότι δεν θα ξαναγεννήσει μίσος; Αυτός ο κύκλος δεν τελειώνει έτσι. Αναπαράγεται.
Στις Τρωάδες, η Εκάβη ελπίζει το παιδί να αφεθεί να ζήσει για να επιστρέψει και να ξαναχτίσει τη ρημαγμένη Τροία. Το ίδιο και στην Ανδρομάχη που έκανα πέρυσι, τα λόγια της παρέπεμπαν στην επιστροφή ενός παιδιού για εκδίκηση απέναντι στο μίσος που είχε υποστεί η ίδια.
Κάποια στιγμή πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η λογική της πολεμικής λαίλαπας δεν λειτουργεί. Δεν έχει αποτέλεσμα. Είναι πολύ πιο δύσκολο και πολύ πιο κοπιαστικό να μάθεις να συζητάς, να κάνεις πίσω όπου χρειάζεται, να διεκδικείς με πειθώ, να ψάχνεις τρόπο να θεραπεύσεις έναν κύκλο αίματος. Δεν μπορείς να ρίχνεις συνέχεια αλάτι και φωτιά πάνω στα πράγματα.
Σας θυμώνει ιδιαίτερα και η σκέψη του τι χάνεται κάθε φορά σε μια τέτοια καταστροφή.
Ναι, πάρα πολύ. Αυτό που με πειράζει πιο πολύ είναι ότι άνθρωποι που έχουν ελάχιστη ζωή μπροστά τους παίρνουν από άλλους τεράστιες ποσότητες ζωής. Από νέους ανθρώπους που έχουν δεκαετίες μπροστά τους, δυνατότητες που δεν ξέρουμε καν ποιες θα μπορούσαν να είναι.
Ένα παιδί που πήγαινε σχολείο στη Μαριούπολη και βομβαρδίστηκε, ένα κορίτσι που ίσως αύριο θα μπορούσε να ανακαλύψει κάτι σπουδαίο, να βρει ένα εμβόλιο, να αλλάξει κάτι στη ζωή όλων μας — αυτό το μέλλον το κόβεις. Και το κόβεις για τι; Για να υπηρετήσεις μια ακόμη επίδειξη ισχύος; Αυτό για μένα είναι πια απολύτως καθαρό.
Απέναντι σε όλα αυτά υπάρχει και ένα αίσθημα ανημποριάς;
Εγώ έχω ακόμα δύναμη μέσα μου και πιστεύω ότι πρέπει να μιλάμε. Και δημόσια, και μέσα από τη δουλειά μας. Όσο έχουμε ακόμη δημοκρατικά μέσα, όσο έχουμε τρόπους πίεσης και παρέμβασης, οφείλουμε να επιμένουμε. Να ζητάμε περισσότερους διαλόγους, περισσότερη σκέψη, περισσότερη ευθύνη. Αυτά μας αντιστοιχούν περισσότερο από τον κόσμο που τελικά ανεχόμαστε.
«Είναι μια εμπειρία που σε φέρνει προ των ευθυνών σου και ως καλλιτέχνη πάνω στη σκηνή. Με την έννοια ότι οι ηθοποιοί των Εν Δυνάμει δεν δέχονται εύκολα τις συμβάσεις του θεάτρου, το «εντάξει, το λέμε και άρα ισχύει». Πρέπει να είσαι πειστικός, καθαρός, αληθινός σε αυτό που κάνεις. Δεν αρκεί να λες κάτι επειδή έτσι ορίζει το κείμενο. Πρέπει να το εννοείς».
Η συνεργασία με τους Εν Δυνάμει τι αλλάζει για εσάς στην παράσταση, προσωπικά και καλλιτεχνικά;
Είχα αποφασίσει φέτος να μη δουλέψω το καλοκαίρι, γιατί τα προηγούμενα καλοκαίρια είχα δουλέψει πολύ, με μεγάλες περιοδείες, και ήθελα να ξεκουραστώ. Όταν όμως με κάλεσε η Ελένη Ευθυμίου και μου μίλησε για αυτό το πρότζεκτ, για το μικτό αυτό σχήμα και για τη συνεργασία με τους Εν Δυνάμει, δεν γινόταν να πω όχι. Το θεώρησα σχεδόν υποχρέωσή μου να είμαι εκεί.
Και ερχόμενος στις πρόβες, η αλήθεια είναι ότι αυτό επαληθεύτηκε. Είναι μια εμπειρία που σε φέρνει προ των ευθυνών σου και ως καλλιτέχνη πάνω στη σκηνή. Με την έννοια ότι οι ηθοποιοί των Εν Δυνάμει δεν δέχονται εύκολα τις συμβάσεις του θεάτρου, το «εντάξει, το λέμε και άρα ισχύει». Πρέπει να είσαι πειστικός, καθαρός, αληθινός σε αυτό που κάνεις. Δεν αρκεί να λες κάτι επειδή έτσι ορίζει το κείμενο. Πρέπει να το εννοείς.
Πολλές φορές στο θέατρο δεχόμαστε μια σύμβαση επειδή υπάρχει μέσα στα λόγια. Αν ένας ηθοποιός πει στη σκηνή «σ’ αγαπώ», συνήθως το κοινό αποδέχεται ότι αυτό συμβαίνει, επειδή ειπώθηκε. Εδώ δεν αρκεί αυτό. Εδώ οι ηθοποιοί των Εν Δυνάμει σε φέρνουν αντιμέτωπο με το αν πράγματι το εννοείς. Το καταλαβαίνουν μόνο όταν είσαι αληθινός και ακριβής.
Γι’ αυτό νομίζω ότι σε αυτή την παράσταση ανυψώνεται το επίπεδο της αλήθειας, της ειλικρίνειας και της πραγματικής απαίτησης μέσα στη σκηνή. Δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από τίποτα.
Τι άλλο φέρνει αυτή η συνάντηση;
Φέρνει και μια μεγάλη απενοχοποίηση του συναισθήματος. Η ανάγκη για μια αγκαλιά, για ένα άγγιγμα, για μια ανθρώπινη επαφή εμφανίζεται εκεί με τόσο καθαρό τρόπο, που για μένα —που έχω ίσως έναν πιο κυνικό μηχανισμό μέσα μου, όπως πολλοί άνθρωποι— αυτό καταρρέει. Και καλά κάνει. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη αισθάνομαι πολύ πιο ζεστά, πολύ πιο ανθρώπινα.
Και τα ίδια τα παιδιά δεν είναι άπειρα. Έχουν ξανακάνει θέατρο, ξέρουν τι σημαίνει σκηνή, και η παρουσία τους δημιουργεί από μόνη της συμβάν. Υπάρχει κάτι στο πώς στέκονται εκεί που είναι από μόνο του γεγονός.
Τρωάδες – Τρέιλερ
Υπήρξαν στιγμές στις πρόβες που σας ταρακούνησαν;
Θυμάμαι έντονα μια στιγμή σε έναν αυτοσχεδιασμό, αρκετά νωρίς στις πρόβες, όταν μία από τις ερμηνεύτριες της ομάδας διάλεξε να τραγουδήσει τη φράση «Ο Θεός μάς εγκατέλειψε από καιρό». Σηκώθηκε, τη χόρεψε, τη τραγούδησε, και εκεί αναρωτήθηκα πραγματικά πώς μπορείς μετά να ξαναπείς εσύ αυτή τη φράση. Σε ποιο επίπεδο να την πεις ξανά;
Οι άνθρωποι με αναπηρία κατέχουν μια πυκνότητα εμπειρίας, μια σχέση με τη δυσκολία και την υπέρβασή της, που δεν μπορεί να σε αφήσει ανεπηρέαστο. Κουβαλούν τις δυσκολίες τους, τις γνωρίζουν, τις υπερβαίνουν, εντάσσονται με αυτές κοινωνικά και αυτό από μόνο του είναι μια τεράστια μάχη. Κι εμείς, ως κοινωνία, συνεχίζουμε πολλές φορές να τους δυσκολεύουμε, να τους ταξινομούμε, να τους περιορίζουμε σε κατηγορίες.
Το εντυπωσιακό είναι ότι τα εμπόδια και οι δυσκολίες συνυπάρχουν με το χιούμορ. Εσύ μπορεί να σκέφτεσαι ότι θα τα είχες παρατήσει αν ήσουν στη θέση τους, ενώ εκείνοι όχι μόνο δεν τα παρατούν, αλλά δίνουν και κάτι παραπάνω. Αυτό σου μένει. Το κουβαλάς μαζί σου, το βάζεις στα μπαγκάζια σου. Δεν πρόκειται ούτε για εύκολες εμπειρίες ούτε συνηθισμένες. Και όταν οι δυσχέρειες ενσωματώνονται σε μια αρχαία τραγωδία, δημιουργούν μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη παράστασης. Μια συνθήκη που, ειλικρινά, ακόμη κι αν δεν έπαιζα εγώ σε αυτήν, θα ήθελα να τη δω ως θεατής και ως άνθρωπος του θεάτρου. Γιατί εκεί υπάρχουν αλήθειες που δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στη σκηνή.
Μια πολύ διαφορετική παράσταση στην Επίδαυρο και για εσάς σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη,
Μια εντελώς διαφορετική Επίδαυρος. Και δεν είναι κάτι που αναπαράγεται εύκολα, δεν είναι ένα «εύρημα» που το βρίσκεις και το ξανακάνεις. Είναι μια μοναδική εμπειρία. Και βέβαια είναι ιστορικό γεγονός και για τους θεατές. Από μόνο του, ως καλλιτεχνικό γεγονός, είναι πρωτοφανές ότι στην Επίδαυρο παρουσιάζεται ένας θίασος – ένα ensemble ερμηνευτριών και ερμηνευτών, με μέλη των Εν Δυνάμει, επιπλέον, συνδέεται και με το θέμα της αισθητηριακής προσβασιμότητας που έχει οργανώσει το Εθνικό Θέατρο.
Μετά τις Τρωάδες, τι ακολουθεί θεατρικά;
Αυτό που μπορώ να πω ήδη είναι ότι στο δεύτερο μισό της σεζόν, τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου, θα ανεβάσουμε στο Θέατρο Θησείον τον Κοριολανό του Σαίξπηρ, μαζί με τον Νίκο Χατζόπουλο, ο οποίος αυτή την περίοδο ολοκληρώνει και τη νέα μετάφραση του έργου. Είναι ένα σπουδαίο κείμενο, σχετικά σπάνια παιγμένο, και ένα πρότζεκτ που το συζητάμε εδώ και πολύ καιρό. Τώρα ήρθε η στιγμή να γίνει.
Είναι ένα τρομακτικά σύγχρονο έργο στον τρόπο που μιλά για τον λαϊκισμό, τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης και τη σχέση του λαού με την εξουσία. Δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να παρασυρθεί η κοινή γνώμη και πόσο εύκολα μπορεί κάποιος που μοιάζει να είναι με το μέρος του λαού να γίνει ελιτιστής και να αποκοπεί τελικά από αυτόν. Σχολιάζει θέματα που επανέρχονται διαρκώς και συγκρούονται μέσα στην πολιτική, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει καταλάβει υπερβολικά μεγάλο χώρο στη ζωή μας.
Η πολιτική, ωστόσο, είναι κάτι από το οποίο δεν μπορούμε να απέχουμε.
Να το ξεκαθαρίσω: δεν εννοώ ότι δεν πρέπει να είμαστε πολιτικά όντα. Το αντίθετο. Η πολιτική πρέπει να είναι σε κάθε μας κίνηση, σε κάθε μας επιλογή, στον τρόπο που ζούμε, που συνυπάρχουμε, που βλέπουμε μια παράσταση και συζητάμε γι’ αυτήν. Αυτό είναι βαθιά πολιτική πράξη.
Αυτό που λέω είναι ότι ο βίος των πολιτικών έχει κατακλύσει τον δικό μας βίο σε έναν βαθμό που δεν του αναλογεί. Δεν μας ενδιαφέρει διαρκώς το παρασκήνιο, η μικροπολιτική, τα πρόσωπα, η αδιάκοπη φασαρία των ειδήσεων και των social media. Η πολιτική οφείλει να λειτουργεί και να φέρνει αποτέλεσμα, όχι να μετατρέπεται στο κεντρικό θέαμα της ζωής μας.
Νομίζω ότι αυτή η συνεχής φασαρία έχει φανατίσει τον κόσμο και του έχει στερήσει την ανάγκη για πιο ουσιαστικά πράγματα: για ζωή, για ομορφιά, για γεύση, για περίπατο, για σκέψη. Και νομίζω πως αυτό έχει φέρει και πολύ μεγάλη κατάθλιψη.
Το θέατρο – ευτυχώς – λειτουργεί ανέκαθεν σαν χώρος σκέψης και θεραπείας.
Φυσικά και δεν διαφωνώ καθόλου με αυτό. Το να δεις μια παράσταση και να τη συζητήσεις μετά είναι απολύτως πολιτική πράξη. Έτσι φτιάχτηκε το θέατρο και έτσι θα παραμείνει. Γι’ αυτό και το έχουμε ανάγκη. Απλώς χρειάζεται να ξαναβρούμε τη σωστή αναλογία: την πολιτική ως ουσία της ζωής μας και όχι τη διαρκή κατανάλωση του θεάματος της πολιτικής.
INFO Τρωάδες του Ευριπίδη. Διασκευή – Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, 31 Ιουλίου & 1 Αυγούστου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.
Αγοράστε εισιτήρια για την παράσταση Τρωάδες από το InTickets.





