Στα 768.276 άτομα ανήλθε στο δεύτερο τρίμηνο 2020 ο αριθμός των ανέργων σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η αγορά εργασίας κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2020 επηρεάστηκε από τα μέτρα που ελήφθησαν για την προστασία της δημόσιας υγείας και την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Αναλυτικότερα, ο αριθμός των απασχολουμένων ανήλθε σε 3.844.034 άτομα. Το ποσοστό απασχόλησης μειώθηκε κατά 0,2%, σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 2,8%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Αξίζει να σημειωθεί ότι με βάση τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat) για την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού στα Κράτη- Μέλη, λόγω της πανδημίας της νόσου του κοροναϊου (COVID-19), τα άτομα που τίθενται σε αναστολή σύμβασης εξακολουθούν να θεωρούνται απασχολούμενοι, εφόσον η διάρκεια της αναστολής είναι μικρότερη από 3 μήνες ή αν λαμβάνουν περισσότερο από το 50% των αποδοχών τους.

Ο αριθμός των ανέργων ανήλθε σε 768.276 άτομα. Το ποσοστό ανεργίας ανήλθε σε 16,7%, έναντι 16,2% του προηγούμενου τριμήνου και 16,9% του αντίστοιχου τριμήνου του προηγούμενου έτους. Ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 3,1%, σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και μειώθηκε κατά 4,6%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.

Δείτε εδώ αναλυτικά την έρευνα

Οι οικονομικά μη ενεργοί κάτω των 75 ετών, δηλαδή τα άτομα που δεν εργάζονται ούτε αναζητούν εργασία, ανήλθαν σε 3.289.155 άτομα. Το ποσοστό των μη ενεργών μειώθηκε κατά 0,7% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και αυξήθηκε κατά 3,4% σε σχέση με αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.

Ηλικιακά, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στις ομάδες 20- 24 ετών (36,4%) και 15- 19 ετών (32,5%). Ακολουθούν οι ηλικίες 25- 29 ετών (26,5%), 30- 44 ετών (16,2%), 45- 64 ετών (13,2%) και 65 ετών και άνω (8,5%).

Σε επίπεδο περιφερειών της χώρας, στις τρεις πρώτες θέσεις βρίσκονται το Νότιο Αιγαίο (26,6%), η Δυτική Ελλάδα (22,2%) και η Στερεά Ελλάδα (19,7%). Ακολουθούν, η Κρήτη (19,5%), οι Ιόνιοι Νήσοι (19,1%), η Κεντρική Μακεδονία (18,8%), η Δυτική Μακεδονία (17,9%), η Θεσσαλία (17,9%), η Ήπειρος (16,6%), το Βόρειο Αιγαίο (15,9%), η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (15,8%), η Αττική (13,7%) και η Πελοπόννησος (10%).

Όπως επισημαίνει η ΕΛΣΤΑΤ, η επίδραση της πανδημίας στην αγορά εργασίας εμφανίζεται πιο έντονη το β’ τρίμηνο 2020 και εντοπίζεται κυρίως στα εξής:

*Αύξηση των απουσιών από την εργασία,

*Μείωση των ωρών εργασίας σε σχέση με τα προηγούμενο τρίμηνα,

*Αύξηση της εργασίας από το σπίτι,

*Περιορισμός των ατόμων που δεν εργάζονται, αναζητούσαν εργασία και δήλωσαν ότι δεν είναι άμεσα διαθέσιμα να εργαστούν.

Οι κλάδοι που επηρεάστηκαν

Οι επιπτώσεις της πανδημίας στην αγορά εργασίας επηρέασαν το σύνολο των κλάδων της οικονομίας.

Όσον αφορά στις απουσίες από την εργασία και τη μείωση στις ώρες εργασίας, οι κλάδοι που επηρεάστηκαν περισσότερο ήταν αυτοί των υπηρεσιών (εμπόριο, ξενοδοχεία, εστιατόρια, μεταφορές, επικοινωνίες και άλλες υπηρεσίες), ενώ λιγότερο επηρεάστηκε ο κλάδος της γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας. Επίσης, η εργασία στο σπίτι αυξάνεται εμφανώς στους κλάδους των χρηματοπιστωτικών, επιχειρηματικών και άλλων υπηρεσιών.

Οι εργαζόμενοι

Τα επαγγέλματα που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων είναι οι εργαζόμενοι στην παροχή υπηρεσιών και πωλητές (23,2%) και οι επαγγελματίες (20,1%). Σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο η μεγαλύτερη μείωση εμφανίζεται στους ειδικευμένους τεχνίτες (-1,8%) και στους υπαλλήλους γραφείου (-1,5%). Σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους η μεγαλύτερη αύξηση εμφανίζεται στα ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη (7,9%) και η μεγαλύτερη μείωση στους ανειδίκευτους εργάτες, χειρώνακτες και μικροεπαγγελματίες (-9,6%). Το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων (36,3%) δηλώνει ότι εργάστηκε 40 – 47 ώρες την εβδομάδα αναφοράς, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό (18,9%) δηλώνει ότι εργάστηκε 48 ή περισσότερες ώρες. Η πλειονότητα των απασχολουμένων (62,1%) δηλώνει ότι εργάστηκε τις συνήθεις ώρες, ενώ το 9,4% δηλώνει ότι θα επιθυμούσε να εργάζεται περισσότερες ώρες. Το 1,7% δηλώνει ότι έχει παραπάνω από μία εργασία, ενώ το 1,9% αναζητά εργασία αν και εργάζεται.

Οι βασικοί λόγοι που σταμάτησαν οι άνεργοι να εργάζονται είναι είτε γιατί η εργασία τους ήταν περιορισμένης διάρκειας και τελείωσε (34,3%) είτε γιατί απολύθηκαν (4) (21,4%). Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανέργων (26,6%).

Σε ό,τι αφορά στο επάγγελμα της προηγούμενης εργασίας τους, το μεγαλύτερο ποσοστό (32,7%) απασχολούνταν στην παροχή υπηρεσιών ή ως πωλητές. Το ποσοστό των ανέργων που δεν έχουν εργαστεί στο παρελθόν (νέοι άνεργοι) είναι 17,5%. Η πλειονότητα των ανέργων (66,2%) αναζητά εργασία ένα έτος ή περισσότερο (μακροχρόνια άνεργοι).

Το 25,3% των ανέργων αναζητά εργασία ως μισθωτός μόνο σε πλήρη απασχόληση ενώ το 66,5% αναζητά εργασία με πλήρη απασχόληση αλλά στην ανάγκη θα δεχόταν και μερική. Το ποσοστό των ανέργων που δηλώνουν ότι δεν είναι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ ανέρχεται σε 18,3%, ενώ το ποσοστό αυτών που δηλώνουν ότι λαμβάνουν επίδομα ή βοήθημα από τον ΟΑΕΔ ανέρχεται σε 19%.

Η πλειονότητα των μη ενεργών ηλικίας 15 – 74 ετών είτε δεν έχει εργαστεί ποτέ στο παρελθόν (46,2%) ή έχουν περάσει περισσότερα από 8 έτη από τότε που σταμάτησαν την τελευταία τους εργασία (30,7%). Από τα άτομα που εργάστηκαν μέσα στα τελευταία 8 έτη, το μεγαλύτερο ποσοστό σταμάτησε να εργάζεται επειδή συνταξιοδοτήθηκε (52,7%) ή επειδή η εργασία του ήταν περιορισμένης διάρκειας και τελείωσε (15,9%).

Οι βασικοί λόγοι που δεν αναζητούν εργασία οι μη ενεργοί είναι το ότι βρίσκονται σε σύνταξη (35,4%) ή εκπαιδεύονται (24,7%). Το 1,6% των μη ενεργών αναζητά εργασία, αλλά δεν είναι άμεσα διαθέσιμο να την αναλάβει και το 2,5% δεν αναζητά εργασία επειδή πιστεύει ότι δεν θα βρει ή δεν γνωρίζει πού να απευθυνθεί.