• Αναζήτηση
  • Προστασία δεδομένων: η μη συναίνεση ως (προστατευτική) προεπιλογή

    Φαντάζομαι ότι το δημοφιλέστερο μήνυμα που όλοι λαμβάνουμε στο ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο τις τελευταίες εβδομάδες αφορά την προσαρμογή διαφόρων φορέων στο νέο θεσμικό πλαίσιο του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων (ΓΚΠΔ).

    Προστασία δεδομένων: η μη συναίνεση ως (προστατευτική) προεπιλογή | tovima.gr
    Φαντάζομαι ότι το δημοφιλέστερο μήνυμα που όλοι λαμβάνουμε στο ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο τις τελευταίες εβδομάδες αφορά την προσαρμογή διαφόρων φορέων στο νέο θεσμικό πλαίσιο του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων (ΓΚΠΔ).
    Οπως θα έχετε διαπιστώσει, η «προεπιλογή» (default) που τίθεται είναι η μη συνέχιση της επικοινωνίας με τον φορέα, εκτός αν επιλέξουμε ενεργητικά, καταβάλλοντας κάποιον σχετικό κόπο, να εξέλθουμε από την προεπιλογή και να συναινέσουμε στη συνέχιση της επικοινωνίας (και της επεξεργασίας των δεδομένων μας).
    Ο ΓΚΠΔ επιδιώκει εδώ την προστασία μας μέσω ενός ήπιου εργαλείου δημόσιας παρέμβασης – που οι αμερικανοί καθηγητές Θέιλερ και Σάνστιν αποκαλούν «nudge» -, εκμεταλλευόμενος την αδράνειά μας (inertia) και τη γενικότερη τάση μας να ακολουθούμε τις προεπιλογές που έχουν (προ)διαμορφωθεί για εμάς από έναν κοινωνικό ρυθμιστή – καλοπροαίρετο ή μη, δεν είναι της παρούσης. Κατ’ ουσίαν, ο ΓΚΠΔ χρησιμοποιεί μια «αρχιτεκτονική της επιλογής» (choice architecture) κατά το πρότυπο που προτείνεται εδώ και καιρό από τους Θέιλερ και Σάνστιν (βλ. σχετ. και Καραμπατζό, «Ιδιωτική αυτονομία και προστασία του καταναλωτή – Μια συμβολή στη συμπεριφορική οικονομική ανάλυση του δικαίου», 2016).
    Ειδικότερα, η αρχιτεκτονική αυτή της επιλογής βασίζεται στη διαπίστωση ότι, μολονότι οι δυνατότητες επιλογής μάς προκαλούν ευχαρίστηση και, έτσι, συνιστούν ένα βασικό στοιχείο της ευζωίας (ευ ζην), συχνά μας φαίνεται προτιμότερο να μη λαμβάνουμε καμία απόφαση παρά να επωμιζόμαστε το βάρος στοχασμού μιας βέλτιστης λύσης (preference for inaction over action), το οποίο θα μας έβγαζε από την παθητική μας βολή και θα μας υποχρέωνε να καταβάλουμε έναν – άλλοτε χαμηλότερο, άλλοτε υψηλότερο – «φόρο προσπάθειας» (effort tax).
    Αρκετές φορές, δηλαδή, ακολουθούμε το μονοπάτι της ήσσονος προσπάθειας ή αντίστασης, επιλέγοντας να μην επιλέξουμε, επειδή απλώς αδρανούμε, αισθανόμαστε πλήξη ή ανία, φοβόμαστε ή διακατεχόμαστε από μια προσκόλληση στο σήμερα ή στην υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων, επαφιέμενοι δε συχνά σε έτοιμα εργαλεία λήψης αποφάσεων (rules of thumb) που μας μοιάζουν βολικά. Ως τέτοια δε εργαλεία λειτουργούν, μεταξύ άλλων, και οι νομοθετικές – ή διοικητικές – προεπιλογές, από το περιεχόμενο των οποίων συχνά δεν αφιστάμεθα.
    Η επιρροή που μας ασκεί η αδράνεια αποτελεί, υπό προϋποθέσεις, μια έκφανση της περιορισμένης ορθολογικότητάς μας. Ειδικότερα, όταν το κόστος απαγκίστρωσης (χρόνος, κόπος και χρήμα) από έναν κανόνα προεπιλογής ή μια κατάσταση πραγμάτων που δεν μας ωφελούν είναι ασήμαντο ή πολύ χαμηλό, τότε η προσκόλλησή μας στην κατάσταση ή στον κανόνα έχει πράγματι ανορθολογικό χαρακτήρα. Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, είναι μάλλον ευνόητο ότι όταν το κόστος απαγκίστρωσης είναι δυσανάλογο ή και εντελώς απαγορευτικό σε σχέση με το όφελος από αυτήν, τότε η παραμονή μας στην προεπιλογή – ή σε μια δεδομένη κατάσταση πραγμάτων – δικαίως μπορεί κατ’ αρχήν να χαρακτηριστεί ως ορθολογική απάθεια.
    Διότι ακριβώς, κατά το ορθολογικό υπόδειγμα, η αποεπιλογή (opting-out) θα πρέπει κανονικά να χωρεί μόνο όταν το όφελος από την εναλλακτική διαμόρφωση μιας έννομης σχέσεως (λ.χ. μιας συμβάσεως) αξιολογείται από τους συναλλασσομένους ως υψηλότερο σε σχέση με το κόστος της ίδιας της διαδικασίας αποεπιλογής.
    Οπως ήδη υπαινίχθηκα παραπάνω, πέραν του στοιχείου της αδράνειας, η συχνή προσκόλλησή μας σε τέτοιου είδους προεπιλογές μπορεί να συνδέεται και με την έμφυτη τάση μας να επιθυμούμε τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων και να αποφεύγουμε τις μεταβολές αυτής (status quo bias). Σε αυτό το πλαίσιο, οι προεπιλογές γίνονται αντιληπτές από εμάς, τρόπον τινά, ως δοκιμασμένες, παραδοσιακές λύσεις, ως ένα «δίκαιο» status quo – που, μάλιστα, απευθύνεται σε όλους μας -, και έτσι καθίστανται ελκυστικά σημεία αναφοράς, από τα οποία και αισθανόμαστε σοβαρή δυσκολία να αποστούμε.
    Εν κατακλείδι: Τέτοιου είδους ρυθμιστικά εργαλεία, όπως οι νομοθετικές προεπιλογές, αναμένεται να μας απασχολήσουν έντονα τα επόμενα χρόνια. Εχει δε σημασία και η κριτική ενίοτε προσέγγισή τους και η σχετική επαγρύπνηση, καθώς ένα ευρύ φάσμα νομοθετικών προεπιλογών μπορεί να αποτελέσει σοβαρή απειλή για την προσωπική μας αυτονομία.
    Ο Αντώνης Γ. Καραμπατζός είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική Σχολή ΕΚΠΑ.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk