72 χρόνια θέατρο Ολύμπια

Προϋπήρξαν εκείνοι που εργάστηκαν σκληρά για το κοινό όραμα, που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη δημιουργία οργανισμού όπερας και στην Ελλάδα:

Προϋπήρξαν εκείνοι που εργάστηκαν σκληρά για το κοινό όραμα, που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη δημιουργία οργανισμού όπερας και στην Ελλάδα: τραγουδιστές, μαέστροι, μουσικοί, άνθρωποι των γραμμάτων αλλά και επιχειρηματίες που επένδυσαν στο «όνειρο» τα χρήματά τους χωρίς να περιμένουν κέρδος. Το κέρδος όλων αυτών ήταν τελικά η πρεμιέρα, στις 5 Μαρτίου 1940, στη σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου, της οπερέτας «Η Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους και ακολούθως η παρουσίαση της όπερας «Μαντάμα Μπατερφλάι» του Τζάκομο Πουτσίνι, οι οποίες σηματοδότησαν την έναρξη παραστάσεων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. «Ενορχηστρωτής» τότε του εγχειρήματος ο Κωστής Μπαστιάς, δημοσιογράφος, συγγραφέας, γενικός διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών του υπουργείου Παιδείας της κυβέρνησης Μεταξά και γενικός διευθυντής του Βασιλικού Θεάτρου. Δίπλα του σημαντικές προσωπικότητες από τον χώρο της τέχνης όπως ο αυστριακός αρχιμουσικός Βάλτερ Πφέφερ, ο ελληνικής καταγωγής γερμανοεβραίος σκηνοθέτης Ρενάτο Μόρντο και η διεθνούς φήμης ισπανίδα υψίφωνος (και δασκάλα, μεταξύ άλλων, της Μαρίας Κάλλας) Ελβίρα ντε Ιντάλγκο.
Αυτοί έβαλαν τα θεμέλια της μοναδικής (μέχρι σήμερα που στο τιμόνι της βρίσκεται ο μαέστρος Μύρων Μιχαηλίδης) Οπερας της Ελλάδας. Η οποία αρχικά συστεγάστηκε με το Βασιλικό Θέατρο και φιλοξενήθηκε σε διάφορες άλλες θεατρικές αίθουσες της Αθήνας, για να περάσει στη συνέχεια στο θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας – το παλιό και το κτίριο που κτίστηκε μετά στο ίδιο σημείο και το οποίο χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Για πόσο ακόμη; Το Ολύμπια θα λειτουργεί ως κεντρική έδρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μέχρι τη στιγμή που ο οργανισμός θα μετακομίσει στη νέα, υπερσύγχρονη σκηνή του, στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος στο Δέλτα Φαλήρου.
Τέλος εποχής, λοιπόν, και η αρχή μιας νέας για το εν Ελλάδι λυρικό θέατρο. Με τη μετάβαση από το παλιό στο καινούργιο να δημιουργεί, όπως είναι λογικό, ιδιαίτερη συγκίνηση σε όλους εμάς που μάθαμε να ακούμε όπερα στη μικρή αλλά φιλόξενη (και φιλική προς τον τραγουδιστή με την καθαρή ακουστική της) αίθουσα του ιστορικού θεάτρου Ολύμπια. Και που τώρα που ετοιμαζόμαστε να το αποχαιρετίσουμε, ανατρέχοντας στο πλούσιο παρελθόν του (πόσοι άξιοι καλλιτέχνες, πόσα σπουδαία ονόματα, πόσες σημαντικές παραστάσεις!) σαν να ξεφυλλίζουμε το άλμπουμ με τις αναμνήσεις μιας μεγάλης σε διάρκεια ζωής, επιλέγουμε μερικές από τις πιο σημαντικές στιγμές που χάρισε στο φιλόμουσο κοινό και τις θυμόμαστε ξανά. Οχι με τη θλίψη τού «αντίο», αλλά με τη χαρά της υποδοχής του νέου, του στηριγμένου, όμως, στα γερά θεμέλια του παλιού.
1944
Εναρκτήρια «Ρέα»
Η πολυτέλεια αλλά και η νεωτερικότητα της αίθουσας των πρώτων Ολυμπίων, του θεάτρου που σχεδιάστηκε από τον κωνσταντινουπολίτη αρχιτέκτονα Σταύρο Χρηστίδη στο πνεύμα του παριζιάνικου εκλεκτικισμού, εγκωμιάστηκαν επανειλημμένως από τον Τύπο της εποχής. Εκεί στεγάστηκε οριστικά η Λυρική Σκηνή από το 1944 με νέο διευθυντή τον συνθέτη Μανώλη Καλομοίρη. Το γεγονός αυτό σήμανε το τέλος της εξαετούς, περίπου, περιπλάνησής της που άρχισε με την ίδρυσή της τον Δεκέμβριο του 1939, όταν ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Κωστής Μπαστιάς κατόρθωσε να πείσει την Κυβέρνηση Ιωάννη Μεταξά για την αναγκαιότητα δημιουργίας ενός κρατικού θιάσου Οπερας. Αρχικά, στεγάστηκε στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου – με το οποίο αποτέλεσε και ενιαίο οργανισμό – στο κτίριο της Αγίου Κωνσταντίνου. Στα χρόνια της Κατοχής, οι χειμερινές παραστάσεις δίνονταν στο Παλλάς, στο Εθνικό, για μία σεζόν στο Ολύμπια και μετά πάλι στην Κεντρική Σκηνή της Αγίου Κωνσταντίνου, ενώ οι θερινές στο Παρκ, στο Θέατρο της Πλατείας Κλαυθμώνος αλλά και στο Ηρώδειο. Η πρώτη παράσταση στη μόνιμη, πλέον, στέγη των Ολυμπίων δόθηκε την 1η Απριλίου 1944. Η όπερα «Ρέα» του Σπυρίδωνος Σαμάρα σηματοδότησε παράλληλα και το πρώτο ανέβασμα μείζονος έργου της Επτανησιακής Σχολής από τη Λυρική η οποία, έναν μήνα αργότερα, τον Μάιο του ίδιου έτους, θα γινόταν πλέον αυτόνομος οργανισμός.
1944


Η γιορτή της λευτεριάς
Mετά την Απελευθέρωση, στην Αθήνα ακολουθεί μια περίοδος από εορταστικές εκδηλώσεις, συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις. Μέσα από αυτό το πρίσμα, λοιπόν, τόσο το Εθνικό Θέατρο όσο και η Εθνική Λυρική Σκηνή εγκαινιάζουν τη νέα περίοδο με πανηγυρικά, πατριωτικού χαρακτήρα, προγράμματα. Συγκεκριμένα, η ΕΛΣ αρχίζει στις 3 Νοεμβρίου με τη «Γιορτή της λευτεριάς» στο θέατρο Ολύμπια, η οποία διαρκεί ολόκληρο το πρώτο δεκαήμερο του μήνα και συμμετέχει περίπου το σύνολο των συντελεστών της. «Σχετικά με το περιεχόμενο του προγράμματος αυτού, από μια απλή ανάγνωση διαπιστώνουμε την καθαρά πατριωτική και αγωνιστική έξαρση που το διέπει» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μ. Α. Ράπτης στο βιβλίο με τίτλο «Επίτομη Ιστορία του Ελληνικού Μελοδράματος και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής 1888-1988». Και συνεχίζει: «Είναι χαρακτηριστικό και το γεγονός ότι το πρόγραμμα, αν και πολυγραφημένο, είναι πολύ φροντισμένο και κατάλληλα διανθισμένο με πατριωτικούς στίχους του μεγάλου μας ποιητή Κωστή Παλαμά, του Μανώλη Καλομοίρη και του Αντίοχου Ευαγγελάτου». Λίγο αργότερα, με τα Δεκεμβριανά, η ΕΛΣ θα διακόψει προσωρινά τη λειτουργία της.
1944-1945


Μια «εξόχως δυναµική καλλιτέχνις»
«Η δραματική σοπράνο δις Καλογεροπούλου είνε μία εξόχως δυναμική καλλιτέχνις με τα σπανιώτερα δραματικά και μουσικά χαρίσματα. Στο σημαντικό σημείο της εξελίξεως που παρουσιάζει αρχίζει να συνειδητοποιεί πλήρως όλες της τις δυναμικότητες και προκαλεί αμέριστη τη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό του κόσμου. Στον καταθλιπτικό και μουσικώς αγνώμονα ρόλο της Μάρθας θριάμβευσε σ’ όλη τη γραμμή». Με τέτοιες διθυραμβικές κριτικές (τη συγκεκριμένη υπογράφει η Σοφία Σπανούδη) χαιρετίστηκε το ντεμπούτο της Μαρίας Κάλλας στη σκηνή του Ολύμπια, στις 22 Απριλίου 1944. Η καλλιτέχνις ερμήνευσε τον γυναικείο πρωταγωνιστικό ρόλο στην όπερα του Ντ’ Αλμπέρ «Στον κάμπο» σε σκηνοθεσία του Ρενάτο Μόρντο. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης είχε κάνει ο Νίκος Ζωγράφος, τη μετάφραση του λιμπρέτου στα ελληνικά η Ιωάννα Μπουκουβάλα-Αναγνώστου. Αρχιμουσικός, ο Λεωνίδας Ζώρας. Την Κάλλας πλαισίωναν ο τενόρος Αντώνιος Δελένδας και ο βαρύτονος Ευάγγελος Μαγκλιβέρας. Σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την πρεμιέρα, στις 6 Μαΐου 1944, η ανερχόμενη σοπράνο πραγματοποίησε τη δεύτερη πρωταγωνιστική εμφάνισή της στο Ολύμπια, αυτή τη φορά ως Σαντούτσα στην «Καβαλερία Ρουστικάνα» του Μασκάνι. Οσο για τον «Κάμπο», επαναλήφθηκε και τον επόμενο χρόνο με το ίδιο πρωταγωνιστικό τρίο. Λίγους μήνες μετά, στις 14 Σεπτεμβρίου 1945, η Μαρία Καλογεροπούλου αναχώρησε για τη Νέα Υόρκη, για να επιστρέψει πολλά χρόνια αργότερα ως Μαρία Κάλλας.
1946


«Βαφτιστικός» για σίγουρη επιτυχία
Από τα 103 έργα (τα περισσότερα οπερέτες) που συνέθεσε κατά τη διάρκεια της πλούσιας σταδιοδρομίας του ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, «Ο Βαφτιστικός» είναι το πιο δημοφιλές. Η οπερέτα (διασκευή της γαλλικής φάρσας «Ο βαφτιστικός της κυρίας») έκανε πρεμιέρα στις 18 Ιουλίου 1918 από τον θίασο Παπαϊωάννου και αφού διέγραψε επιτυχημένη καριέρα στα αθηναϊκά θέατρα τον Ιούλιο του 1946 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τη Λυρική στο θέατρο Ολύμπια με τεράστια επιτυχία. Επιτυχία που επαναλαμβάνεται με κάθε νέα αναβίωση. Την παρθενική παραγωγή της ΕΛΣ είχε σκηνοθετήσει ο Κίμων Τριανταφύλλου (αδελφός του Αττίκ). Τα σκηνικά είχε κάνει ο Κλεόβουλος Κλώνης και τις χορογραφίες ο Αγγελος Γριμάνης. Τη μουσική διεύθυνση είχε ο Βάλτερ Πφέφερ. Τον ρόλο της Βιβίκας μοιράστηκαν οι νεότατες υψίφωνοι Ανθή Ζαχαράτου και Λέλα Ζωγράφου, οι οποίες θα πρωταγωνιστούσαν τις επόμενες δεκαετίες σε όλες τις οπερέτες που θα παρουσιάζονταν στο Ολύμπια. Μαζί τους και ο κορυφαίος λυρικός τενόρος της Λυρικής Πέτρος Επιτροπάκης, ένας από τους αγαπητούς στο ευρύ κοινό καλλιτέχνες που σταδιοδρόμησαν στον εν Ελλάδι χώρο της όπερας. Το δε κοινό «με το δίκηο του απεθέωσε τον Σακελλαρίδη, μια αληθινή μουσική προσωπικότητα του ελληνικού μουσικού θεάτρου που τιμά τον τόπο μας», όπως έγραψε στο «Βήμα» ο Ιωάννης Ψαρούδας μετά την πρεμιέρα.
1949


Η Εθνική Σχολή επί σκηνής
Το «Δαχτυλίδι της μάνας» του Μανώλη Καλομοίρη, που έκανε πρεμιέρα τον Δεκέμβριο του 1949 στα Ολύμπια, ήταν το πρώτο ανέβασμα του εμβληματικού έργου της Ελληνικής Εθνικής Σχολής από τη Λυρική Σκηνή. Τη σκηνοθεσία υπέγραψε ο ίδιος ο συνθέτης, «παραχωρώντας» την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης στον γαμπρό του, μαέστρο Λεωνίδα Ζώρα. H όπερα, «μουσικόδραμα σε τρία μέρη» την ονόμασε ο Καλομοίρης, γράφτηκε το 1917 σε λιμπρέτο του ποιητή Γιώργου Στεφόπουλου, με το ψευδώνυμο «Αγνης Ορφικός». Η δράση της τοποθετείται την παραμονή των Χριστουγέννων, κάπου στη Θεσσαλία. Πριν από την πρεμιέρα στην ΕΛΣ – που δόθηκε δέκα χρόνια μετά τη νέα επεξεργασία της μουσικής το 1939 – είχαν προηγηθεί σημαντικά ανεβάσματα του έργου: η παγκόσμια «πρώτη» δόθηκε στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών την ίδια εκείνη χρονιά της σύνθεσής του από τον θίασο της Ελλης Αφεντάκη με τον ίδιο τον Καλομοίρη στο πόντιουμ. Μεταξύ άλλων, ακολούθησε το 1928 η παρουσίασή του στο «Θέατρο Ωδείου», η οποία μάλιστα σηματοδότησε και το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Δημήτρη Ροντήρη. Ο τελευταίος το σκηνοθέτησε και το 1958, για τη νέα παραγωγή της ΕΛΣ.
1952


«Στοιχειωµένος» Βάγκνερ
«Καράβι μαύρο αν έχεις βρει


με κόκκινα να πλέει πανιά,


πλανιέται μέσ’ τα πέλαγα


μ’ αχνό καραβοκύρη.


Χούι! Φριχτά φυσάει jo-ho-he jo-ho-he.


Χούι! Σφυράει, βροντά jo-ho-he jo-ho-he.


Χούι! Κι όλο μπρος τον τραβά


δίχως γης ν’ αύρη αυτός και χαρά!»
Είναι οι στίχοι με τους οποίους η υψίφωνος Ναυσικά Βουτυρά-Γαλανού ξεκινούσε τη διάσημη μπαλάντα της Σέντα, στην πρώτη παρουσίαση, τον Μάιο του 1952, από την ΕΛΣ της όπερας του Βάγκνερ. Επρόκειτο, βεβαίως, για τον «Ιπτάμενο Ολλανδό», που στην ελληνική μετάφραση του Μανώλη Καλομοίρη είχε αλλάξει τίτλο και ονομαζόταν «Το στοιχειωμένο καράβι». Στη σκηνοθεσία ο Ρενάτο Μόρντο, στη μουσική διεύθυνση ο Λεωνίδας Ζώρας. Τα σκηνικά της παράστασης έκανε ο Γιώργος Βακαλό, ο οποίος, όπως σημείωσε η κριτική, «επάνω στη σκηνούλα των Ολυμπίων κατώρθωσε να στήσει σκηνογραφίες υποβλητικές, του οφείλεται ένα μεγάλο εύγε»). Τον Ολλανδό ερμήνευσε ο Δημήτρης Ευστρατίου, τον Ντάλαντ ο Πέτρος Χοϊδάς και τον Ερικ ο Αντώνιος Δελένδας.
1958
Μια πριγκίπισσα στα νέα Ολύµπια
Τα εγκαίνια του νέου (σημερινού) θεάτρου Ολύμπια έγιναν στις 8 Ιανουαρίου 1958 με την πρώτη παρουσίαση της όπερας του Βέρντι «Αΐντα», η οποία δόθηκε σε μουσική διεύθυνση Ανδρέα Παρίδη, σκηνοθεσία του ιταλού Ρέμο Ντέλα Πέργκολα και με τη συμμετοχή κορυφαίων ελλήνων και ξένων μονωδών. Πώς φτάσαμε, όμως, στο νέο θέατρο; Το 1950 τα πρώτα Ολύμπια περιήλθαν στην κυριότητα του Μετοχικού Ταμείου Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο, την επόμενη χρονιά, προκήρυξε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για την ανέγερση νέου κτιρίου. Σ’ αυτό θα συμπεριλαμβανόταν και θέατρο, κατάλληλο ν’ αποτελέσει στέγη της ΕΛΣ. Το πρώτο βραβείο κέρδισε ο αρχιτέκτονας Πάνος Τσολάκης, σπουδασμένος στη Γαλλία και άνθρωπος με ευρεία μουσική καλλιέργεια. Η μελέτη των νέων Ολυμπίων έγινε με βάση τους ισχύοντες – τότε – κανόνες της τέχνης και της επιστήμης… Την ίδια εκείνη χρονιά των εγκαινίων, όμως, σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του αρχιμουσικού Τότη Καραλίβανου, αποφασίστηκε και η κατάργηση του θερινού θεάτρου της λεωφόρου Αλεξάνδρας, το οποίο για 12 καλοκαίρια στέγαζε το οπερετικό τμήμα της ΕΛΣ. Η δικαιολογία ήταν ότι έπρεπε να δοθεί βάρος στην προετοιμασία των χειμερινών νέων έργων… Ωστόσο, ο Ιανουάριος του 1958 ήταν σημαντικός και για έναν ακόμη λόγο: ύστερα από επανειλημμένες κρούσεις που του είχαν γίνει, ο διεθνούς φήμης σκηνοθέτης Ντίνος Γιαννόπουλος αποφάσισε να διακόψει την πολυετή συνεργασία του με τη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης και να επιστρέψει στην Ελλάδα αναλαμβάνοντας τη γενική διεύθυνση της ΕΛΣ. Ο απίστευτος πόλεμος που δέχθηκε εντός του οργανισμού οδήγησε εντός διμήνου στην παραίτησή του.
1971
Ο «Φάλσταφ»… αλλιώς
Εκτός από το πρώτο ανέβασμα όπερας εξ ολοκλήρου στην πρωτότυπη γλώσσα (έως τότε τα λιμπρέτα μεταφράζονταν και αποδίδονταν από τους έλληνες καλλιτέχνες στα ελληνικά) ο «Φάλσταφ» του Βέρντι (1971) ήταν και μία παράσταση που δίχασε την κριτική: Η «προχωρημένη» (για την εποχή) σκηνοθεσία του Σπύρου Ευαγγελάτου, ο οποίος τοποθέτησε τη δράση στον χώρο του ελισαβετιανού θεάτρου χρησιμοποιώντας στοιχεία της commedia dell’arte αλλά και πινελιές θεατρικής πρωτοπορίας (η χορωδία παρακολουθούσε την παράσταση από τα θεωρεία του σαιξπηρικού θεάτρου που είχε στηθεί στη σκηνή φορώντας σύγχρονα ρούχα), σε άλλους άρεσε πολύ, σε άλλους δεν άρεσε καθόλου. Πάντως το κοινό είδε κάτι διαφορετικό από τις ακαδημαϊκές παραστάσεις που παρακολουθούσε έως τότε, άκουσε μια ολόκληρη όπερα στα ιταλικά και απήλαυσε στη σκηνή του Ολύμπια έναν από τους διασημότερους Φάλσταφ της Ιστορίας, τον διάσημο ιταλό βαρύτονο Τζιουζέπε Ταντέι. Την ορχήστρα διηύθυνε ο Ανδρέας Παρίδης, ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια είχε κάνει ο Γιάννης Στεφανέλλης.

1985
Επιτέλους «Απάχηδες»!
Τον Μάιο του 1985 η Εθνική Λυρική Σκηνή ανεβάζει για πρώτη φορά την οπερέτα του Νίκου Χατζηαποστόλου «Οι απάχηδες των Αθηνών», σε σκηνοθεσία Γιώργου Θεοδοσιάδη. Επί της ουσίας «επανεισάγει» ένα ξεχασμένο – παρότι δημοφιλέστατο κατά τον Μεσοπόλεμο – έργο το οποίο τις τελευταίες δεκαετίες επιβίωνε χάρη σε ορισμένα, μόνο, τραγούδια του και δη μάλλον διαμέσου της κινηματογραφικής μεταφοράς του. Γιατί αυτό; Τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της Λυρικής Σκηνής αλλά και στις κατοπινές δεκαετίες του ’50 και του ’60, τη «χρυσή εποχή» της οπερέτας της ΕΛΣ, η πολιτική του οργανισμού στόχευε στην προβολή τής τρόπον τινά εθνικής σχολής του είδους, στα πρότυπα των βιεννέζικων έργων. Στο πλαίσιο αυτό, το ελαφρό μουσικό θέατρο όφειλε να αποκαθαρθεί από θέματα «αμφιβόλου ηθικής» και «εθνικής χρησιμότητας». Το κριτήριο ένταξης στον προγραμματισμό ήταν το πατριωτικό περιεχόμενο και η δυνητική ανάλογη αντιμετώπιση. Το γεγονός αυτό εξηγεί και τον «εκτοπισμό» ελληνικών έργων από τη δεκαετία του ’70 σε σημείο τέτοιο ώστε ουσιαστικά να παραμείνει μόνο ο «Βαφτιστικός». Με την πρεμιέρα των «Απάχηδων» αναβιώνει το δίπολο «Σακελλαρίδης – Χατζηαποστόλου» ως οι δύο γνωστότεροι συνθέτες του είδους…
2015
Η ώρα του Γιάνατσεκ
Η μάλλον απροσδόκητη (αλλά και τόσο ενδιαφέρουσα) επιλογή της παρουσίασης της όπερας του Λέος Γιάνατσεκ «Η πονηρή αλεπουδίτσα» τον Μάρτιο του 2015 έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο επειδή αποτελεί την πρώτη προσπάθεια της ΕΛΣ να προσεγγίσει το εξαιρετικά απαιτητικό έργο του κορυφαίου τσέχου συνθέτη αλλά και επειδή επιβεβαιώνει στην πράξη (μαζί με άλλα, πρόσφατα, «τολμηρά» ανεβάσματα έργων του 20ού αιώνα, όπως της «Grand Μacabre» του Λίγκετι, του «Πίτερ Γκράιμς» του Μπρίτεν αλλά και της πιο κλασικής «Ρούσαλκα» του Ντβόρζακ που προκάλεσε σάλο με το πολυσυζητημένο φιλί του πρίγκιπα) την πρόθεση της Λυρικής να διευρύνει τους καλλιτεχνικούς ορίζοντές της, να δοκιμαστεί σε ρεπερτόρια τα οποία τής είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστα, αλλά και να συνεργαστεί, σε μια προσπάθεια να αναβαθμίσει το παρεχόμενο προϊόν, με καλλιτεχνικούς οργανισμούς και με μεγάλα θέατρα του εξωτερικού. Η παραγωγή της «Αλεπουδίτσας» προερχόταν από την Εθνική Οπερα της Ουαλίας και την Οπερα της Σκωτίας και αποτέλεσε έναν άθλο για τους πρωταγωνιστές της ΕΛΣ που κλήθηκαν να μάθουν και να αποδώσουν στην τσέχικη γλώσσα τους δυσκολότατους ρόλους τους.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 3 Απριλίου 2016

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk