• Αναζήτηση
  • Ο έκπτωτος κόσμος του Λάσλο Κρασναχορκάι

    Aσπρόμαυρο, δυσοίωνο τοπίο, βιομηχανικός μαρασμός, μια διαπεραστική μυρωδιά πίσσας στην ατμόσφαιρα.

    Λάσλο Κρασναχορκάϊ
    Πόλεμος και πόλεμος
    Μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου.
    Εκδόσεις Πόλις, 2015,
    σελ. 376, τιμή 17,70 ευρώ

    «Πόλεμος πάντων μεν πατήρ έστι, πάντων δε βασιλεύς»

    (Ηράκλειτος)

    Aσπρόμαυρο, δυσοίωνο τοπίο, βιομηχανικός μαρασμός, μια διαπεραστική μυρωδιά πίσσας στην ατμόσφαιρα. Εκείνος ο άνθρωπος που «μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του μόνο στην ήττα», καθισμένος οκλαδόν στο μέσον μιας πεζογέφυρας κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές έξω από τη Βουδαπέστη, φοβόταν και «είχε τη δυσάρεστη εντύπωση πως θα έχανε το κεφάλι του». Το φαλακρό, ολοστρόγγυλο κεφάλι του ήταν μικροσκοπικό σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα. Επιπλέον είχε «δύο μεγάλα αφτιά σαν λάχανα» και έμοιαζε, για να το πούμε κι αλλιώς, με «μια γριά νυχτερίδα κουρνιασμένη πάνω στα δυο της πόδια».
    Ο περίλυπος άνδρας με το μακρύ μαύρο παλτό που ήταν ποτισμένο στη ναφθαλίνη, που είχε πουλήσει όλα του τα υπάρχοντα και ετοιμαζόταν για το «μεγάλο ταξίδι» στη Νέα Υόρκη με ειλημμένη την απόφαση να αυτοκτονήσει, δεν φοβόταν τόσο τα επτά καθαρματάκια που τον είχαν περικυκλώσει παίζοντας με τα ξυράφια τους – αν και ασφαλώς θα μπορούσαν να τον καθαρίσουν ανά πάσα στιγμή. Ο αβυθομέτρητος φόβος του είχε να κάνει με το κενό, το υπαρξιακό κενό. Ο «ατέλειωτος και μονότονος» μονόλογός του, διότι έτσι εξωτερίκευε την εσώτερη αβεβαιότητά του, είχε εν τέλει υπνωτίσει τους μικρούς εγκληματίες ή, όπως γράφει ο Λάσλο Κρασναχορκάι για τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός του Πόλεμος και πόλεμος (1999), «με αυτή την υποταγή είχε, κατά κάποιον τρόπο, υπερφαλαγγίσει» την απειλή.
    Ο Ερμής και η Κρήτη, η ομορφιά και η αιωνιότητα


    Ο 44χρονος Γκιόργκι Κόριμ, ο οποίος εργαζόταν σε ένα Κέντρο Αρχείων 220 χιλιόμετρα νοτίως της ουγγρικής πρωτεύουσας, αρχίζει να συνειδητοποιεί (με την καταλυτική επίδραση του μυθολογικού Ερμή που «αντί να τον καθοδηγήσει, τον έκανε να χάσει τον δρόμο του») ότι είναι μόνος και απροστάτευτος απέναντι στην περιπλοκότητα του κόσμου, η οποία μάλιστα «γινόταν όλο και πιο αδιαφανής», χωρίς αποτέλεσμα.
    Από τη δουλειά του σε εκείνο τον λαβύρινθο με τα σκονισμένα έγγραφα (δεν είναι μόνο η στίξη και η πυκνότητα του κειμένου, εν προκειμένω, που ωθεί τον αναγνώστη να σκεφθεί λ.χ. το μυθιστόρημα Ολα τα ονόματα του Ζοζέ Σαραμάγκου, αλλά και το εν γένει απαισιόδοξο όραμα του Λάσλο Κρασναχορκάι) είχε αποκομίσει τη γνώση ότι «η Ιστορία ήταν, αν όχι η πιο πικρή, τουλάχιστον η πιο διασκεδαστική απόδειξη πως δεν υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στην αλήθεια».
    Ωστόσο, παρά την κατάθλιψή του για την απώλεια όχι μόνο του νοήματος αλλά και κάθε ευγενούς αξίας σε αυτόν τον χυδαίο κόσμο, «είχε δώσει μια νέα ερμηνεία σε αυτό που γνώριζαν οι Αρχαίοι, ότι δηλαδή ο κόσμος ήταν και υφίστατο χάρη στην πίστη για την ύπαρξή του και ότι, αν χανόταν αυτή η πίστη, θα αφανιζόταν κι αυτός».
    Στον τρικυμισμένο νου του Γκιόργκι Κόριμ, ενός μυθιστορηματικού ήρωα που μοιάζει να έχει φορτωθεί στους ώμους του τα φαντάσματα του δυτικού πολιτισμού και της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης, πίστη γίνεται η ομορφιά, η ομορφιά που ανήκει στην αναλλοίωτη αιωνιότητα. Ιδού λοιπόν ο στόχος του Μεγάλου του Σχεδίου: ο ίδιος είχε ραμμένο στη φόδρα του παλτού του ένα άγνωστο και σπάνιο χειρόγραφο, μια βίαιη περιπέτεια στον ευρωπαϊκό χωροχρόνο η οποία αρχίζει με ένα ναυάγιο στις ακτές της Μινωικής Κρήτης, «το εκπληκτικότερο κείμενο που είχε γραφτεί ποτέ πάνω σ’ αυτή τη γη», το οποίο ο Γκιόργκι Κόριμ σκόπευε να το μεταφέρει «στη μνήμη δισεκατομμυρίων υπολογιστών», να το απελευθερώσει στην «αθανασία» του Διαδικτύου.
    Η διεθνής αναγνώριση, οι ταινίες του Μπέλα Ταρ


    Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του 61χρονου ούγγρου συγγραφέα που μεταφράζεται στην ελληνική γλώσσα (ενός συγγραφέα που η Σούζαν Σόνταγκ χαρακτήρισε «μετρ της Αποκάλυψης» συγκρίνοντάς τον με τον Γκόγκολ και τον Μέλβιλ και τον οποίο ο Β. Γκ. Ζέμπαλντ ξεχώριζε για την ανήσυχη πρόζα του). Το ευτύχημα είναι ότι η κυκλοφορία του σχεδόν συνέπεσε με μια μεγάλη διάκριση για τον ίδιο, το Διεθνές Βραβείο Booker 2015 το οποίο απέσπασε πριν από λίγες ημέρες για το μέρος του έργου του που είναι διαθέσιμο, δηλαδή μεταφρασμένο, στην αγγλική γλώσσα, τη «lingua franca» της εποχής μας.
    Αυτό δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας ήταν άγνωστος στην υπόλοιπη Ευρώπη, σημαίνει ότι ο αγγλόφωνος κόσμος τον ανακάλυψε με κάποια καθυστέρηση.
    Τα δύο πρώτα του μυθιστορήματα που θεωρούνται και τα σημαντικότερα ως σήμερα, Το τανγκό του Σατανά (1985) και Η μελαγχολία της αντίστασης (1989), τα οποία ο συμπατριώτης και φίλος του σκηνοθέτης Μπέλα Ταρ μετέφερε αργότερα στον κινηματογράφο (πάντοτε σε συνεργασία με τον συγγραφέα/σεναριογράφο), έγιναν ευρύτερα γνωστά μάλλον στη δεκαετία του 2000.
    Το παράξενο τσίρκο με την ταριχευμένη φάλαινα λ.χ. και η όλη σουρεαλιστική αναταραχή στο φιλμ «Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ» προέρχονται από μια παιδική ανάμνηση του Λάσλο Κρασναχορκάι η οποία πέρασε στο σύμπαν της μυθοπλασίας του. Ο δε Ιερεμίας, η σκοτεινή μορφή στο δυστοπικό και κλειστοφοβικό «Satantangο», είναι εμπνευσμένος από ένα πραγματικό πρόσωπο, έναν μυστηριώδη, ψυχρό άνδρα που πήγε κάποτε να ευνουχίσει τα γουρουνάκια στο αγρόκτημα όπου ο ούγγρος συγγραφέας εργαζόταν ως νυχτοφύλακας.
    Ενας επίγονος του Κάφκα από την Ουγγαρία


    Αλλωστε, όπως υποστηρίζει ο ίδιος ο Κρασναχορκάι, όσοι εμφανίζονται στα βιβλία του (τα οποία υπερασπίζεται λέγοντας ότι δεν είναι απλώς «πολιτικές αλληγορίες» για την κομμουνιστική Ουγγαρία) δεν είναι επινοημένοι χαρακτήρες, πλάσματα της φαντασίας, αλλά άνθρωποι που «καρφώνονται στο μυαλό μου, εγκαθίστανται εκεί και, φωνάζοντας, απαιτούν να μείνουν εκεί, να συσχετιστούν με άλλους ανθρώπους».
    Ο ούγγρος συγγραφέας, ένας ομολογουμένως ιδιότυπος δημιουργός που μπορεί να καθηλώσει με το υποβλητικό του ύφος (τον οποίο η πρόεδρος της εφετινής κριτικής επιτροπής Μαρίνα Γουόρνερ όχι μόνο εκθείασε για τον μακροπερίοδο, σαρωτικό του λόγο αλλά και τον εξύμνησε ως λογοτεχνικό και πνευματικό επίγονο του Κάφκα, του «ήρωά μου» όπως έχει πει ο ίδιος), έγινε ο έκτος νικητής στην ιστορία του θεσμού (το βραβείο απονέμεται κάθε δύο χρόνια και συνοδεύεται από ένα χρηματικό έπαθλο 60.000 στερλινών) μετά τον Αλβανό Ισμαήλ Κανταρέ (2005), τον Νιγηριανό Τσινούα Ατσέμπε (2007), την Καναδή Αλις Μονρό (2009), που το 2013 απέσπασε και το Νομπέλ Λογοτεχνίας, και τους Αμερικανούς Φίλιπ Ροθ (2011) και Λίντια Ντέιβις (2013).
    Το έργο του Λάσλο Κρασναχορκάι συνιστά μια αναγνωστική πρόκληση στις ημέρες μας (της αστόχαστης ταχύτητας, της αμφίβολης εστίασης, της κατακερματισμένης προσοχής) και η λογοτεχνία του, όσο κι αν ακούγεται μεγαλεπήβολο, έρχεται να διεκδικήσει τη χαμένη ιερότητα του ανθρώπου και του κόσμου, να αναζητήσει το καλό και την αγάπη μέσα σε έναν ερεβώδη και μολυσματικό ξεπεσμό δίχως τέλος, όπως αυτός διαγράφεται στα αναθέματα και στις κατάρες που εξαπολύει ο Ησαΐας στο τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος Πόλεμος και πόλεμος.
    Το βιβλίο δεν απευθύνεται σε όλους, απευθύνεται μόνο σε αυτούς που πιστεύουν ότι, πράγματι, όλα αυτά εξακολουθούν να έχουν κάποια ζωτική σημασία αλλά όχι αναγκαστικά κάποιο νόημα.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Στη σκιά του ηφαιστείου… Η χρυσόξανθη πλεξούδα με τη χαρακτηριστική πορτοκαλί κορδέλα του Hermes στο κάτω μέρος μπλέχτηκε ξαφνικά στις… μεταξένιες ψηφίδες του... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk