• Αναζήτηση
  • Τζόναθαν Κόου: Παιχνίδι κατασκόπων στις Βρυξέλλες του 1958

    Ο τίτλος «Expo 58» του νέου μυθιστορήματος του Τζόναθαν Κόου παραπέμπει στην πρώτη Παγκόσμια Εκθεση που έγινε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

    Τζόναθαν Κόου
    Expo 58
    Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
    Εκδόσεις Πόλις, 2013, σελ. 362, τιμή 16 ευρώ
    Ο συγγραφέας πρόκειται να επισκεφθεί την Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου,
    καλεσμένος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών.

    Ο τίτλος «Expo 58» του νέου μυθιστορήματος του Τζόναθαν Κόου παραπέμπει στην πρώτη Παγκόσμια Εκθεση που έγινε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πραγματοποιήθηκε στην περιοχή του Χέιζελ, λίγο πιο βόρεια από το κέντρο των Βρυξελλών κατά το 1958. Η πρωτεύουσα του Βελγίου – όπου σήμερα χτυπά άρρυθμα η καρδιά της Ενωμένης Ευρώπης – μετατράπηκε για έξι ολόκληρους μήνες σε ένα πεδίο οικονομικών και πολιτιστικών ανταλλαγών.

    Η εποχή εκείνη χαρακτηριζόταν από ένα «μεγάλο παράδοξο». Τα περισσότερα ευρωπαϊκά έθνη, από τη μια, άρχιζαν να εμπεδώνουν μέσα σ’ ένα κλίμα αισιοδοξίας την ιδέα της ειρηνικής συνεργασίας όταν, από την άλλη, ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στο απόγειό του και δημιουργούσε νέες ισορροπίες. Επιπλέον εντεινόταν η διεθνής αγωνία σε σχέση με τα επιτεύγματα στον χώρο της πυρηνικής επιστήμης: θα μας βοηθήσει ή θα μας καταστρέψει αυτή η ενέργεια;
    Ως σύμβολο αυτής της αντίφασης ανεγέρθηκε – επί τη ευκαιρία της διοργάνωσης – μια πελώρια μεταλλική κατασκευή γνωστή ως «Ατόμιουμ» που «θα ξεπερνούσε τα εκατό μέτρα και το σχήμα του θα θύμιζε, ως προς τη μορφή, την κυψελίδα ενός κρυστάλλου σιδήρου μεγεθυσμένου 165 δισεκατομμύρια φορές». Η ιδέα και ο σχεδιασμός – ασημένιες σφαίρες συνδεδεμένες μεταξύ τους με αστραφτερές ατσάλινες δοκούς – ανήκαν στον Αντρέ Βατερκέιν, έναν βέλγο μηχανικό που είχε γεννηθεί στην Αγγλία.
    Η κυβέρνηση της Αυτής Μεγαλειότητος της Μεγάλης Βρετανίας, με πρωθυπουργό τότε τον συντηρητικό Χάρολντ ΜακΜίλαν, προσκλήθηκε και συμμετείχε με «το μοναδικό περίπτερο σ’ ολόκληρη την έκθεση με κατ’ ουσίαν ιδιωτική χρηματοδότηση». Η βασική ιδέα των ιθυνόντων στην κρατική γραφειοκρατία ήταν να πουλήσουν – ή, ας πούμε, να προβάλουν – μια εικόνα του εθνικού χαρακτήρα, της λεγόμενης «βρετανικότητας». Στο σημείο αυτό άρχισαν τα δύσκολα, οι υπαρξιακές αναζητήσεις, επειδή, όπως γράφει ο 52χρονος συγγραφέας, η έννοια αυτή ήταν και παραμένει «εξοργιστικά ακαθόριστη».
    Η συναινετική λύση βρέθηκε από τη στιγμή που ο όμιλος Whitbread αποφάσισε να στήσει δίπλα στο εκθεσιακό περίπτερο (σχεδιασμένο από τον Τζέιμς Γκάρντνερ) μια δίπατη βρετανική παμπ η οποία θα ανταποκρινόταν με τον πλέον προφανή τρόπο και στις αναγκαιότητες της παράδοσης και στις μοντέρνες ανησυχίες – και το όνομα αυτής «Μπριτάνια»!
    Κάποιος όμως – επειδή οι ημέρες ήταν τότε ιδιαίτερα πονηρές – θα έπρεπε να αναλάβει και την επίβλεψη αυτού «του αμφίβολου εγχειρήματος», όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει κατά τη διάρκεια μιας σύσκεψης (στο μυθιστόρημα) ο κύριος Ελις από το υπουργείο Εξωτερικών.
    Οταν έχεις «αυτοκρατορικό παρελθόν», είναι δύσκολο να το ξεχάσεις… Οταν γίνεται γνωστό ότι στην Κεντρική Διεύθυνση Πληροφοριών της Μπέικερ Στριτ εργάζεται ένας 32χρονος «ήσυχος άνθρωπος» με βελγίδα μητέρα που υπέφερε στο παρελθόν από τους Γερμανούς και πατέρα που υπήρξε κάποτε «αφεντικό μιας παμπ», η ταυτοποίηση του εκλεκτού «ανθρώπου μας στις Βρυξέλλες» ήταν ακαριαία.
    Θυμηθείτε στο σημείο αυτό το μυθιστόρημα του Γκρέιαμ Γκριν που έχει την Αβάνα στον τίτλο του. Ο Τόμας Φόλεϊ που είχε «κάτι από Γκάρι Κούπερ» και «το τούτο του Ντερκ Μπόγκαρντ» και επιπλέον κατείχε τη θέση του «βοηθού κειμενογράφου» στη συγκεκριμένη υπηρεσία, θα την εγκατέλειπε με συνοπτικές διαδικασίες προκειμένου να επιτελέσει το πατριωτικό του καθήκον στο επίκεντρο των εξελίξεων.
    Ο ίδιος δεν προβληματίζεται καθόλου που πρέπει να εγκαταλείψει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τη σύζυγό του Σύλβια και την κορούλα του Τζιλ, αντιθέτως ανακουφίζεται που θα απομακρυνθεί απροσδόκητα από τη διαβρωτική ρουτίνα του μεσοαστικού Τούτινγκ όπου βαλτώνουν ο έγγαμος βίος και οι υπνωτισμένες φιλοδοξίες του. Οσο το σκέφτεται τόσο περισσότερο μεγαλοπιάνεται, ενθουσιάζεται που «θα γινόταν παίκτης (έστω και μικρός) στη διεθνή σκηνή» από τελευταίος τροχός της αμάξης.Στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών τον υποδέχεται η πανέμορφη Αννεκε με την περίεργη στολή της, μια από τις πολλές «οικοδέσποινες» συνοδούς της έκθεσης.
    Το αμερικανικό περίπτερο, του εξήγησε όλο νόημα, είναι ακριβώς δίπλα από το σοβιετικό, πράγμα που αποτελεί «κλασικό παράδειγμα βελγικού χιούμορ». Αυτό το οποίο πυροδοτεί όμως την κωμική δράση του δέκατου μυθιστορήματος του Τζόναθαν Κόου – ένα καλά ισορροπημένο μείγμα κατασκοπευτικής ιστορίας και σκωπτικής σάτιρας – είναι το γεγονός ότι το βρετανικό περίπτερο είναι τοποθετημένο σαν σφήνα ανάμεσα στα άλλα δύο των αντιμαχόμενων υπερδυνάμεων.
    Εκεί ακριβώς, σε αυτή τη σουρεαλιστική ζώνη διερχομένων, βρίσκεται και το «πετράδι του στέμματος», το αποκαλούμενο ΖΕΤΑ. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ρεπλίκα της ομώνυμης, πρωτοποριακής υποτίθεται, μηχανής του σερ Τζον Κόκφορτ με την οποία οι Βρετανοί έχουν αφήσει πίσω τόσο τους Γιάνκηδες όσο και τους Σοβιετικούς στον νευραλγικό τομέα των νετρονίων και της πυρηνικής σύντηξης εν γένει.
    Ο Τόμας εμπλέκεται προοδευτικά – χωρίς καν να υποψιάζεται τι εξυφαίνουν γύρω του οι μυστικές υπηρεσίες – σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο και απατηλό μικρόκοσμο «αμφίβολων συμμαχιών και άδηλων κινήτρων», στον αντίποδα πάντως του στιλπνού ηρωισμού που έφτιαχνε για λογαριασμό του Τζέιμς Μποντ ο Ιαν Φλέμινγκ. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι πάντες επιφυλάσσουν στον πρωταγωνιστή τον ρόλο του «χρήσιμου ηλιθίου», ότι είναι το μεγάλο θύμα της ίντριγκας.
    Η μυστηριώδης Εμιλι Πάρκερ, μια ηθοποιός από το Ουισκόνσιν που υποδύεται τη χαρούμενη νοικοκυρά στο αμερικανικό περίπτερο, είναι μια διακριτική αλλά πολύ έξυπνη αναφορά στην «Ντέιζι Μίλερ» του Χένρι Τζέιμς. Ο Τόμας πασχίζει την ίδια στιγμή να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του πότε αλληλογραφώντας με τη Σύλβια και πότε καλλιεργώντας ένα μάλλον ευκαιριακό ειδύλλιο με την Αννεκε. Είναι ένας άνδρας μπερδεμένος σε βαθμό συγκινητικό και ανυπεράσπιστος μπροστά στις αυταπάτες που συναντά σε αυτό το απότομο ταξίδι του από τον μικρό στον μεγάλο κόσμο.
    Ο συγγραφέας τον παρακολουθεί με μια μελαγχολική συμπάθεια ως το τέλος αυτής της αξιόλογης ιστορίας που κατά τα άλλα κλείνει μάλλον άτσαλα, με μια αχρείαστη και μελοδραματική πυκνότητα. Το κείμενο ευτύχησε στα έμπειρα μεταφραστικά χέρια της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου που συλλαμβάνει με οξυδέρκεια τις εναλλαγές στους διαφορετικούς γλωσσικούς τόνους που μετέρχεται ο συγγραφέας.

    «Υπνοβατήσαμε προς την κρίση»
    Το μυθιστόρημα «Expo 58», μετά και το αμέσως προηγούμενό του «Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ» (2010), επιβεβαιώνει ότι ο Τζόναθαν Κόου είναι ένας άλλος συγγραφέας, ηπιότερος σε σχέση με τον άνθρωπο που έγραψε το «Τι ωραίο πλιάτσικο!» (1994) για να στηλιτεύσει με σφοδρότητα τη σαρωτική επέλαση του θατσερισμού στην πατρίδα του.
    «Με ρωτούν, περιστασιακά, γιατί δεν γράφω «οργισμένα» βιβλία. Μα γιατί ψηφίσαμε τον Τόνι Μπλερ μέσα σε ένα κύμα ενθουσιασμού το 1997 και τώρα νιώθουμε βλάκες. Εξαπατηθήκαμε. Παραχωρήσαμε τόσο πολύ τον έλεγχο των ζωών μας στους οικονομικούς θεσμούς, υπνοβατήσαμε προς την κρίση» δήλωσε νωρίτερα εφέτος στον βρετανικό «Observer» ο ίδιος, εκνευρισμένος και από τη δική του «πολιτική αφέλεια» κατά την τελευταία δεκαπενταετία.
    Μάλιστα σε ένα πιο πρόσφατο δοκίμιό του, στον βρετανικό «Guardian», για το κωμικό μυθιστόρημα μέσα στη μακρά παράδοση της αγγλικής γλώσσας, εξέφρασε αμφιβολίες για τις ανατρεπτικές του δυνατότητες στην εποχή μας, εκκινώντας από τον Χένρι Φίλντινγκ («Η ιστορία του Τομ Τζόουνς, ενός έκθετου», 1749) και καταλήγοντας στον Κίνγκσλεϊ Εϊμις («Ο τυχερός Τζιμ», 1954).
    Στο ίδιο κείμενο αναφέρει ότι «οι περισσότεροι βρετανοί συγγραφείς και κριτικοί δυσκολεύονται να βρουν έναν επαρκή ορισμό για το κωμικό μυθιστόρημα, παρά το γεγονός ότι θεωρείται κάτι στο οποίο διαπρέπουμε» – του ιδίου συμπεριλαμβανομένου θα προσθέταμε. Το βασικό χαρακτηριστικό των σημαντικών επιτευγμάτων του συγκεκριμένου είδους της λογοτεχνίας (genre) είναι η «(επι)κριτική ποιότητά» τους, καταλήγει ο Κόου σε αυτό το προσωπικό σημείωμα.
    Το 1998 έδινε μια συνέντευξη σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό της Βρέμης. Εκεί ο δημοσιογράφος τον ρώτησε γιατί, ενώ ασχολείται με την κωμική μυθιστοριογραφία, δεν γράφει «αστεία βιβλία». Ο συγγραφέας τότε σάστισε, προβληματίστηκε αλλά σήμερα έχει καταλήξει στο ότι απλώς «μερικοί άνθρωποι δεν πιάνουν ποτέ το αστείο».
    Ο Τζόναθαν Κόου είναι ιδιαιτέρως αγαπητός στη χώρα μας και έχει δημιουργήσει το δικό του προσηλωμένο κοινό. Σύμφωνα με τον ίδιο οι χώρες στις οποίες τα βιβλία του έχουν τη μεγαλύτερη απήχηση είναι η Γαλλία, η Ιταλία και η Ελλάδα.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk