• Αναζήτηση
  • Η ανείπωτη ηδονή της ανίας

    Mακάρι να είχα προλάβει να ζήσω την 11η Απριλίου του 1954. Θα είχα την τύχη να αντικρίσω την αυγή και το δειλινό της πιο βαρετής ημέρας του 20ού αιώνα. Οπως είχε αποκαλύψει προ καιρού ομάδα ερευνητών από το Κέιμπριτζ (η οποία χρησιμοποίησε μια ογκώδη βάση δεδομένων με περισσότερα από 300 εκατομμύρια γεγονότα,

    Η ανείπωτη ηδονή της ανίας | tovima.gr

    Mακάρι να είχα προλάβει να ζήσω την 11η Απριλίου του 1954. Θα είχα την τύχη να αντικρίσω την αυγή και το δειλινό της πιο βαρετής ημέρας του 20ού αιώνα. Οπως είχε αποκαλύψει προ καιρού ομάδα ερευνητών από το Κέιμπριτζ (η οποία χρησιμοποίησε μια ογκώδη βάση δεδομένων με περισσότερα από 300 εκατομμύρια γεγονότα, πρόσωπα, τοποθεσίες), η προαναφερθείσα ημερομηνία ήταν, δίχως αμφιβολία, η πιο αδιάφορη από πλευράς γεγονότων. Ούτε μια απειλή για πυρηνική καταστροφή, ούτε μια τοσοδούλα βιβλική καταστροφή, ούτε ένα μικρό αιματοκύλισμα, μια ληστεία, ένα οικογενειακό έγκλημα με εμβαπτισμένες σε θείο τηγανητές πατάτες, ούτε καν η γέννηση ή ο θάνατος ενός μεγάλου ηγέτη, επιστήμονα, καλλιτέχνη, serial killer. Μόνο κάτι ψωραλέες εκλογές στο Βέλγιο και η γέννηση του τούρκου ακαδημαϊκού Αμπντουλάχ Αταλάρ. Χασμουρητά και ανείπωτη ανία. Μια ημέρα πεταμένη στον υπόνομο της πολυτάραχης Ιστορίας του 20ού αιώνα. Νομίζω ότι αυτή την ημέρα – που καμία είδηση δεν θα μου δημιουργούσε σφίξιμο στο στομάχι – θα την είχα εξαργυρώσει με μια βόλτα στο δάσος ή στη θάλασσα.

    Στην εποχή μας, και να υπήρχε μια τέτοια ημέρα, κάποιος θα φρόντιζε να την πυροβολήσει. Διότι σήμερα τα πάντα προσφέρονται ανυπερθέτως ως αντίδοτο αυτής της απόλυτα «υγιούς» πάθησης: της ανίας. Δεν νοείται να περιεργάζεσαι τους γύρω σου ενώ περιμένεις στην ουρά για τη φορολογική ενημερότητα, να χαζεύεις τα σύννεφα από το παράθυρο του Προαστιακού, να κάθεσαι με άδειο βλέμμα δίπλα σε κάποιον άγνωστο σε ένα επίσημο γεύμα, να «σκοτώνεις» πέντε ολόκληρες ώρες στα duty free και στην άβολη καρέκλα της πύλης, περιμένοντας την ανταπόκριση στο αεροδρόμιο.

    Οι τελευταίες έρευνες επιμένουν ότι τα social media έχουν έρθει για να καλύψουν ακριβώς όλα αυτά τα κενά (μέσα στην καθημερινότητά μας) που αφήνουν χώρο και δίνουν ανάσες. Με το Facebook και το Τwitter, τα iPad και τα Blackberry, ούτε ένα λεπτό από τη ζωή σου δεν πάει χαμένο, γιατί κάθε λεπτό μπορείς να ενημερωθείς, να ψυχαγωγηθείς, να δημιουργήσεις, να επικοινωνήσεις (αξίζει να σημειωθεί ότι, από τις αρχές του 2013, το ίδιο το Facebook διαπίστωσε σημάδια κόπωσης μεταξύ των χρηστών του, καθώς σε ποσοστό 61% δήλωσαν ότι έχουν αρχίσει να το σκυλοβαριούνται, και παλεύει να κερδίσει εκ νέου το ενδιαφέρον τους). Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε φθάσει πλέον να «διασκεδάζουμε τον εαυτό μας μέχρι θανάτου», όπως διακήρυσσε στο ομώνυμο βιβλίο του ο, μακαρίτης πλέον, αμερικανός αναλυτής Νιλ Πόστμαν.

    Πρόσφατα διάβασα κάπου ότι η καναδική τηλεόραση θα πρόβαλλε το ντοκυμαντέρ «Boredom, the Μovie» του Αλμπερτ Νέρενμπεργκ (το οποίο εν συνεχεία θα περιοδεύσει σε διάφορα ευρωπαϊκά κανάλια), «μια σοβαρή προσέγγιση σε ένα ανεξερεύνητο θέμα». Και σε αυτό το ντοκυμαντέρ φωτίζονται, αν δεν απατώμαι, ως επί το πλείστον, οι σκοτεινές πλευρές αυτού που οι Γάλλοι αποκαλούν «ennui» (όπως, π.χ., μια πρόσφατη έρευνα στη Βρετανία, όπου εκείνοι που περιέγραφαν ως βαρετή τη δουλειά και τη ζωή τους εμφάνιζαν και υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας).

    Αντιθέτως, η απλή, αγνή «ανία» (αυτή που στην καλύτερη περίπτωση θα σε ωθήσει στη δημιουργικότητα και στη χειρότερη σε μια άσκοπη, αλλά ζωογόνο ονειροπόληση) είναι πλέον όπως οι λευκές τίγρεις: ένα είδος υπό εξαφάνιση. Βλέπεις πώς κάνουν οι γονείς τώρα που κλείνουν τα σχολεία. Ενας αγώνας με εξαντλητικά summer camps, δραστηριότητες, σεμινάρια νηπιακής γιόγκα κ.ο.κ., γιατί μέχρι τις διακοπές το παιδί δεν μπορεί «απλώς να μείνει στο σπίτι μπροστά στην τηλεόραση ή στο iPad».

    Θυμάμαι πάντα μια κουβέντα που είχα κάνει με τον Βρετανό Τομ Χότζκινσον, εκδότη του cult περιοδικού «The Idler» (Ο αργόσχολος) και ιδιοκτήτη στο Νότινγκ Χιλ του Λονδίνου ενός café-βιβλιοπωλείου για διανοούμενους χασομέρηδες. Μου είχε μιλήσει με ζήλο για την ηδονή της ενατένισης του ταβανιού: «Οχι με την έννοια της παραίτησης από τη ζωή, του λατινικού “acedia” (ενός από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα), που είναι ένα μείγμα μελαγχολίας και οκνηρίας» μου είχε τονίσει. «Εγώ αναφέρομαι σε αυτά τα τόσo εποικοδομητικά κενά, σε αυτές τις ώρες νωθρότητας και ανείπωτης ανίας που τις έχουμε ξεχάσει και όμως είναι απαραίτητες σε κάθε δημιουργικό άνθρωπο».

    *Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

    Γνώμες