• Αναζήτηση

Ενα κι ένα

Το ένα πεζό, ποίημα το άλλο, συνέπεσαν στη νυχτερινή ανάγνωση την περασμένη βδομάδα και έδεσαν μεταξύ τους.

Ενα κι ένα | tovima.gr
Το ένα πεζό, ποίημα το άλλο, συνέπεσαν στη νυχτερινή ανάγνωση την περασμένη βδομάδα και έδεσαν μεταξύ τους. Προηγείται το απρόβλεπτο ποίημα, ανοχύρωτο στην αρχή, για να φανεί η αυταξία του. Επιγράφεται «Κρίση» και θα μπορούσε να διαβαστεί σαν υστερόγραφο στο ομότιτλο «Μονοτονικό» της περασμένης Κυριακής. Υπογράφεται επακριβώς με τα στοιχεία τόπου και χρόνου της σύνθεσής του: «Αθήνα, 18.ΙΙΙ.85». Αντιγράφω:
Καιρός ναυτίας – έλεγε – / δηλώσεις, τυμπανοκρουσίες, μετέωρα επίθετα, / νύχτες βαθιές, ξαγρυπνισμένες / μπροστά σ’ έναν τεράστιο ουρανό, απόρθητον / από έλλειψη ενδιαφέροντος. // Εχω – είπε – / ένα χρυσό μαχαίρι. Δεν ξέρω / σε ποιον να το χαρίσω, / δεν ξέρω πού να το καρφώσω. / Τ’ άφησε στο τραπέζι. // Υστερα, αφηρημένος, άρχισε να κόβει / τα φύλλα ενός βιβλίου, ακούγοντας έξω / τα βήματα δύο πλανόδιων μουσικών.
Επονται τα απαραίτητα στοιχεία ταυτότητας. Δημοσιευμένο το ποίημα στο τεύχος 16 / Μάρτιος – Απρίλιος 2013 του περιοδικού Νέα ευθύνη, γειτονεύει με άλλα δύο («Ο ωραίος δραπέτης», «Ενωση») και συνοδεύεται από την παρένθετη πληροφορία της σύνταξης ότι προέρχεται, μαζί με τα γειτονικά του, από την ανέκδοτη συλλογή Υπερώον του Γιάννη Ρίτσου.
Καθηλώνει αμέσως. Δίνοντας την αίσθηση ακέραιης φυσικότητας σε όλα τα κρίσιμα επίπεδα του ποιητικού λόγου: γλώσσας, σύνταξης, σκηνοθεσίας, περίσκεψης, κίνησης και συγκίνησης. Παραπέμποντας στα σπάνια εκείνα ποιήματα που ο Σεφέρης τα έλεγε «δοσμένα», στον βαθμό, υποθέτω, που δεν εκβιάζονται από το υποκείμενο και το αντικείμενό τους, αλλά συμπαρίστανται ως σήματα καίριας ευαισθησίας.
Σ’ ανάλογη γραμμή κινείται με τον τρόπο του και το πεζό κείμενο, που ο συγγραφέας του το είπε «μυθιστόρημα», συνθεμένο με όρους, που κάπως μοιάζουν με το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου. Παράδειγμα όσα προβάλλονται στο εξώφυλλο και επιβάλλονται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, από όπου αντιγράφεται το επόμενο απόσπασμα:
«Τι συμβαίνει όταν ξεκινάς να συναντήσεις αυτό που αναγνωρίζεις σαν οικείο και καθ’ οδόν το χάνεις. Αλλά και τι μπορεί να συμβεί, όταν στη θέση του βρίσκεις ένα άλλο, διαφορετικό και εξίσου γοητευτικό; Ποιοι κρατάνε τον τόπο στη θέση που βρισκόταν πριν, τώρα και πάντα; Πιο σωστά: ποιοι διαιωνίζουν το αφόρητο, τις νοοτροπίες που παραμένουν πεισματικά βραχωμένες, αλλά και τα άλματα προς το καινούριο και το άγνωστο;».
Και πάμε στο εξώφυλλο. Οπου προτάσσεται το όνομα του συγγραφέα (Δημήτρης Νόλλας), μεσολαβεί ο τίτλος του βιβλίου (Το ταξίδι στην Ελλάδα), σημειώνεται ο γραμματολογικός του τύπος (μυθιστόρημα) και δηλώνεται κεφαλαιογράμματος ο εκδοτικός οίκος (ΙΚΑΡΟΣ). Στη μέση όμως κυριαρχεί μια προκλητική απεικόνιση: ένα ζευγάρι άψογα παπούτσια, με λυμένα κορδόνια, φίσκα στο χώμα. Ο δράστης της ευρηματικής εικόνας, όπου κολλάει αμέσως το μάτι, δεν εξονομάζεται, προκαλεί ωστόσο τον αναγνώστη να αποφασίσει (όσο γίνεται και όσο πρέπει) για το νόημά της, σε ανταπόκριση προς τη συνημμένη αφήγηση.
Προσωπικά προτείνω να προσληφθεί ως αλληγορικό σήμα ενός μπλοκαρισμένου δρόμου στο πηγαινέλα. Οπου ξενιτεμός και νόστος καθ’ οδόν αντιστρέφονται: ο ξενιτεμός γίνεται νόστος και ο νόστος γίνεται ξενιτεμός, αλλάζοντας θέση στη σκακιέρα του χώρου και του χρόνου της προκείμενης μυθιστορίας. Τα ακραία όρια του αφηγηματικού χώρου είναι το βαυαρικό Μόναχο και η γενέθλια Θεσσαλονίκη. Ο χρόνος εντοπίζεται «στις αρχές της διαβόητης δεκαετίας του εξήντα, που είχε ξεκινήσει με τη δολοφονία του Λομούμπα, στη συνέχεια μ’ εκείνη του Χάμερσκελτ, για να ακολουθήσει λίγο μετά του Κέννεντυ και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, έχοντας ήδη συνταράξει και την Ελλάδα με το φονικό του Λαμπράκη» (αντιγραφή από σ. 16).
Οχημα του μπλοκαρισμένου δρόμου «το Acropolis Express με ηλεκτρισμό στην αρχή και μετά με κάρβουνο». Επιβάτες του ανάμεσα στους άλλους και τα δύο μοιραία πρόσωπα της αφήγησης: «στριμωγμένα σ’ ένα κουπέ της δεύτερης θέσης, έχουν περάσει τη νύχτα πλάι πλάι, αφήνοντας πίσω τους το Βελιγράδι, εκείνο το γλυκό του Οκτωβρίου βράδυ» (αντιγραφή από σ. 9). Τα ονόματά τους, το μητρώο τους, η περιστατική τους συνάντηση και η διάκενη συνομιλία τους απογράφονται στο πρώτο κεφάλαιο, που παρατείνεται ως τη σελίδα 28.
Αρίστος αυτός, Χρυσάνθη εκείνη, φαίνεται να εγκαινιάζουν μιαν απρόβλεπτη σχέση. Η οποία όμως μπλοκάρει ήδη στα σύνορα, όταν η Χρυσάνθη ξαφνικά εξαφανίζεται. Ετσι αρχίζει η περιπέτεια μιας επίμονης αναζήτησης, με τις παράπλευρες εμπλοκές της, που καταλήγουν στην άδοξη επιστροφή του Αρίστου στο Μόναχο. Πώς και γιατί, ίσως την άλλη Κυριακή (21η Απριλίου), σημαδεμένη μέρα – πέρασαν κιόλας 46 χρόνια.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γνώμες
Σίβυλλα
Helios Kiosk