• Αναζήτηση
  • Η χαμένη σαγήνη των καλών τρόπων

    Στην αρχή τής έριξα ένα φαρμακερό βλέμμα. Το τηλεφώνημά της είχε ξεπεράσει το δεκάλεπτο, και ούτε τα ακουστικά που φορούσα ούτε οι ενδορφίνες που είχαν αρχίσει να εκρήγνυνται μεγαθύμως μέσα μου, ενώ έτρεχα επάνω στον διάδρομο, αρκούσαν για να σκεπάσουν την υστερική φωνή της στο iPhone.

    Η χαμένη σαγήνη των καλών τρόπων | tovima.gr

    Στην αρχή τής έριξα ένα φαρμακερό βλέμμα. Το τηλεφώνημά της είχε ξεπεράσει το δεκάλεπτο, και ούτε τα ακουστικά που φορούσα ούτε οι ενδορφίνες που είχαν αρχίσει να εκρήγνυνται μεγαθύμως μέσα μου, ενώ έτρεχα επάνω στον διάδρομο, αρκούσαν για να σκεπάσουν την υστερική φωνή της στο iPhone. Οταν επιτέλους το έκλεισε, έψεξα εαυτόν για υπερβολική ευαισθησία. Οταν όμως η μεσήλιξ στον διπλανό διάδρομο άδραξε εκ νέου το κινητό και έκανε μεγαλοφώνως ακόμη τέσσερα (!) τηλεφωνήματα, ήμουν πλέον πεπεισμένη ότι είχε αποβάλει κάθε χαλινό ευπρέπειας, ακόμη και για τα δεδομένα ενός χώρου όπου όλοι κυκλοφορούν με ιδρωμένα T-shirts και αθλητικά κολάν. Υπέφερα σιωπηρά. Οταν κατέβηκα από τον διάδρομο, ήμουν ένα ψυχικό ράκος.

    Η Εμιλι Ποστ, ιέρεια του savoir vivre στην Αμερική την «εποχή της τζαζ», ασχολήθηκε επισταμένως με τον διαχωρισμό ανάμεσα στους «τρόπους» («manners») και στον τρόπο («manner»): «Οι τρόποι είναι μικρές ασημαντότητες συμπεριφοράς τις οποίες μπορεί κανείς εύκολα να μάθει… Αντιθέτως, ο τρόπος είναι η προσωπικότητα, η εξωτερίκευση του εσώτερου χαρακτήρα και της στάσης σου απέναντι στη ζωή». Στη σημερινή Ελλάδα, αμφότερα ταυτίζονται πολύ συχνά με έναν παλιομοδίτικο κώδικα, απόρροια άλλων εποχών και άλλων ηθών, τόσο περιττό όσο και τα μονόκλ που φορούσαν στον Μεσοπόλεμο.

    Και είναι αλήθεια ντεμοντέ να μιλάς για savoir vivre σε μια χώρα όπου σε κοιτάζουν πλαγίως όταν λες «συγγνώμη, να περάσω», που αν συναντήσεις τυχαία μια γνωστή σου στον δρόμο μπορεί, χωρίς την παραμικρή ανάσχεση, να σε ρωτήσει «Εχεις ακόμη δουλειά;» και που η όποια ευγένεια επιβάλλεται από την ανάγκη και όχι από το ήθος (αρκεί να δεις την ευκοσμία που επέβαλε η οικονομική κρίση στους οδηγούς ταξί και στις πωλήτριες του Κολωνακίου).

    Από την άλλη πλευρά, είναι εξαιρετικά ψυχοφθόρο να γίνεις και εσύ μέλος αυτής της αυτενεργούς «manners police» (αστυνομίας καλών τρόπων) που αγωνίζεται να αποδώσει δικαιοσύνη σε έναν άδικο κόσμο. Πόσες φορές θα κάνεις παρατήρηση σε αυτόν που πετάει το χαρτί της ζαμπονοτυρόπιτας στον δρόμο ή παρκάρει στο φανάρι, για να εισπράξεις τον αποτροπιασμό και το «Κοίτα τη δουλειά σου, ρε!». Καλύτερα να μη λες τίποτε. Δεν είναι, άλλωστε, λίγες οι φορές που ο vigilante των καλών τρόπων γίνεται συχνά πιο ενοχλητικός και από εκείνους που προσπαθεί να αναχαιτίσει (για παράδειγμα, η κυρία που κάνει αδιαλείπτως «σσσςςς» κατά τη διάρκεια της ταινίας ή ο ηθοποιός Γιώργος Κιμούλης που σταματά να παίζει όταν ο βήχας των θεατών παρεμβαίνει στον δημιουργικό οίστρο του).

    Ακόμη και στην ανατροφή των παιδιών, τα ηνία έχει πάρει η new age φιλοσοφία τού «αφήνεις το παιδί να κάνει ό,τι θέλει για να μην καταπνίξεις την παιδικότητά του». Τα διάφορα εγχειρίδια savoir vivre για ανηλίκους (μόλις αφίχθη το «Εγώ και οι καλοί τρόποι» του Μάριο Κόρτε, εκδ. Μεταίχμιο) παλεύουν επί ματαίω να λειάνουν μια εκτροχιασμένη παιδικότητα. Στο πλαίσιο αυτού του αγώνα εντάσσεται το Chenery Park στο Σαν Φρανσίσκο για το οποίο διάβαζα τις προάλλες στους «New York Times». Πρόκειται για ένα ρεστοράν με χαμηλό φωτισμό, υφασμάτινες πετσέτες και εξευγενισμένη κουζίνα, που κάθε Τρίτη αποτολμά μια family night. Τα παιδιά επιτρέπεται να έρθουν, αρκεί να συμπεριφέρονται κοσμίως (το «κοσμίως» δεν περιλαμβάνει ουρλιαχτά, ποδοβολητά και ρίψη πιάτων). Δεν είναι τυχαίο ότι ανά τις ΗΠΑ έχουν ξεφυτρώσει κάμποσα σεμινάρια καλών τρόπων (λόγου χάρη το Etiquette Moms) που, πολύ φοβούμαι, παραπέμπουν αυτομάτως σε μπλαζέ κωλόπαιδα νεόπλουτων που κάνουν ταχύρρυθμα μαθήματα art de la table για να μπορούν εν συνεχεία να καθυβρίζουν το υπηρετικό προσωπικό.

    Mάλλον επαφίεται στον καθένα ξεχωριστά να επιλέξει τους τρόπους και το κοινωνικό ήθος του. Δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση. Διότι η ευγένεια είναι, όπως έγραψε ο Νίτσε, «Η χρήση μιας σπάνιας και μοναδικής μονάδας μέτρησης και σχεδόν μια τρέλα· η αίσθηση της θέρμης σε πράγματα που οι άλλοι βρίσκουν ψυχρά· η πρόβλεψη αξιών για τις οποίες δεν έχουν εφευρεθεί ακόμη ζύγια· μια θυσιαστήρια προσφορά σε βωμούς αφιερωμένους σε έναν άγνωστο θεό· η ανδρεία δίχως προσδοκία για τιμές».

    *Δημοσιεύθηκε στο ΒΗmagazino την Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

    Γνώμες