Ετγκαρ Κέρετ: Ηθελα, όταν μεγαλώσω, να γίνω πόρνη

«Μου περνά κατά καιρούς από τον νου η ιδέα να ασχοληθώ με την πολιτική, αλλά, μεταξύ μας, δεν πιστεύω ότι είμαι κατάλληλος γι’ αυτή τη δουλειά γιατί δεν είμαι πραγματιστής. Είμαι καλός στο να ασκώ κριτική, όχι στο να κάνω πράγματα. Καταλήγω λοιπόν ότι η κοινωνία χρειάζεται και ανθρώπους σαν εμένα και συνεχίζω να ασχολούμαι με αυτό που ξέρω καλύτερα». Αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα ο 45χρονος άνδρας που έχω απέναντί μου είναι να αφηγείται σύντομες ιστορίες. Πρώτα τις γράφει στο χαρτί και έπειτα τις μεταφέρει στον κινηματογράφο.

«Μου περνά κατά καιρούς από τον νου η ιδέα να ασχοληθώ με την πολιτική, αλλά, μεταξύ μας, δεν πιστεύω ότι είμαι κατάλληλος γι’ αυτή τη δουλειά γιατί δεν είμαι πραγματιστής. Είμαι καλός στο να ασκώ κριτική, όχι στο να κάνω πράγματα. Καταλήγω λοιπόν ότι η κοινωνία χρειάζεται και ανθρώπους σαν εμένα και συνεχίζω να ασχολούμαι με αυτό που ξέρω καλύτερα». Αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα ο 45χρονος άνδρας που έχω απέναντί μου είναι να αφηγείται σύντομες ιστορίες. Πρώτα τις γράφει στο χαρτί και έπειτα τις μεταφέρει στον κινηματογράφο.

Πολυβραβευμένος, μεταφρασμένος σε περισσότερες από 30 γλώσσες, ο Ετγκαρ Κέρετ θεωρείται η πιο αξιόλογη φωνή της σύγχρονης ισραηλινής λογοτεχνίας. Διηγήματά του διδάσκονται κιόλας στο σχολείο και κυκλοφορούν ακόμη και στην Παλαιστίνη, αλλά δεν κατάλαβε ποτέ, λέει, «αν τα βιβλία μου πουλάνε εκεί επειδή ο κόσμος τα διαβάζει ή επειδή τα αγοράζει η Χαμάς για να τα κάψει».
Διαρκώς μετακινούμενος από το σοβαρό στο αστείο, ο Κέρετ, τον οποίο συναντήσαμε στη Θεσσαλονίκη, όπου βρέθηκε προσκεκλημένος της 9ης Διεθνούς Εκθεσης Βιβλίου με αφορμή την έκδοση των διηγημάτων του Το κορίτσι στο ψυγείο, είναι και από κοντά όπως οι ιστορίες που αφηγείται: απρόβλεπτος και σουρεαλιστικός, ένα μείγμα θυμοσοφίας και χιούμορ, πολύ απλός και ταυτόχρονα απροσδιόριστος.
Τα πρώτα του ακούσματα ήταν ιστορίες που του αφηγούνταν οι γονείς του, επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. «Πίστευαν ότι ο καλός γονιός δεν διαβάζει στο παιδί του ένα παραμύθι, σαν να το ταΐζει φαστ-φουντ, αλλά εργάζεται κάθε βράδυ και επινοεί μια ιστορία. Η μητέρα μου αφηγούνταν παραμύθια που της έλεγαν οι δικοί της γονείς στο γκέτο, όταν κρύβονταν. Οι αφηγήσεις του πατέρα μου διαδραματίζονταν πάντοτε σε οίκους ανοχής, ήταν απλοϊκές και κατέληγαν με κάποιο ηθικό δίδαγμα. Τότε δεν ήξερα τι σημαίνει πόρνη, νόμιζα ότι είναι κάποιος που ακούει ιστορίες και ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω πόρνη». Αργότερα άρχισε να διαβάζει χασιδικές ιστορίες προκειμένου να έχει κάποια κοινά θέματα συζήτησης με την αδελφή του, μια θρησκευόμενη εβραία. «Νομίζω ότι επηρέασαν βαθιά τη γραφή μου» λέει όταν τον ρωτώ για τις επιρροές του. «Θεωρώ ότι τα διηγήματά μου είναι σαν τις χασιδικές αφηγήσεις αλλά χωρίς τον Θεό».
Τον αποκαλούν μοντέρνο παραμυθά. Αποδέχεται τον χαρακτηρισμό, με μία διαφορά: «Τα παραμύθια αναπτύσσουν έναν διάλογο με το υποσυνείδητό μας, με τα συναισθήματα και τις επιθυμίες μας, αλλά τα παραδοσιακά παραμύθια, όπως αυτά των αδελφών Γκριμ, δεν προσπαθούν να μιμηθούν την ανθρώπινη ψυχολογία. Δεν αναρωτιούνται αν η Χιονάτη ήταν ανορεκτική ή αν είχε καλή σχέση με τον πατέρα της. Εγώ προσπαθώ να συνδυάσω την ψυχολογική δομή με τη δομή αυτών των παραμυθιών».
Γιατί γράφει; «Διότι η μυθοπλασία είναι ένας ασφαλής χώρος για να θέσεις στον εαυτό σου ερωτήματα» απαντά. Στις ιστορίες του εκφράζει τα υπαρξιακά αδιέξοδα της σύγχρονης ισραηλινής κοινωνίας. «Κατ’ αρχάς δεν έχουμε αίσθηση μέλλοντος. Το ενδεχόμενο σε 20 χρόνια από τώρα να μη μιλάει κανείς εβραϊκά βρίσκεται πάντοτε στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Οταν ο Αχμαντινετζάντ λέει ότι πρέπει να σβηστεί το Ισραήλ από τον χάρτη, δεν μπορείς να το αγνοήσεις. Αυτή η αβεβαιότητα, η έλλειψη σταθερότητας, αυτό το έντονο υπαρξιακό συναίσθημα ότι αυτό που έχεις σήμερα αύριο μπορεί να μην το έχεις μας επηρεάζει, μας οδηγεί να ζούμε τη ζωή στα άκρα και αποτυπώνεται και στις ιστορίες μου».
Ο Ετγκαρ Κέρετ εξηγεί ότι η χαρακτηριστική αποστασιοποιημένη φωνή με την οποία οι αφηγητές του εξιστορούν βίαια επεισόδια είναι αντανάκλαση του μεγάλου προσωπικού διχασμού που βιώνουν οι συμπατριώτες του. «Ανδρες και γυναίκες υπηρετούμε υποχρεωτικά στον στρατό. Οι ίδιοι άνθρωποι που πηγαίνουν στην όπερα, που απεχθάνονται τις ταινίες βίας, που είναι φιλειρηνιστές και χορτοφάγοι, σε κάποια στιγμή της ζωής τους θα κάνουν έφοδο σε ένα σπίτι με το όπλο στο χέρι ή θα δουν, όπως συνέβη σε εμένα, τα μυαλά του καλύτερου φίλου τους χυμένα στο πάτωμα». Δεν έχουν όμως συνείδηση αυτής της εσωτερικής αντίφασης. «Μου φαινόταν φυσιολογικό να πάω στον στρατό για να υπηρετήσω την πατρίδα και εξίσου φυσιολογικό το Σαββατοκύριακο που είχα έξοδο να βάλω πολιτικά ρούχα και να πάω με τους αριστερούς φίλους μου σε διαδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στον στρατό και στην κυβέρνηση».

«Κανένας ισραηλινός συγγραφέας δεν είναι αστείος»
Ο Ετγκαρ Κέρετ θεωρεί ότι εκείνο που τον διαφοροποιεί από άλλους ισραηλινούς συγγραφείς είναι το χιούμορ. «Την πιο χαρακτηριστική έκφραση της εβραϊκής σκέψης θα τη βρείτε στο εβραϊκό χιούμορ, και δεν εννοώ μόνο τον Γούντι Αλεν. Αν εξετάσετε την ισραηλινή λογοτεχνία, θα βρείτε πολλούς καλούς συγγραφείς, κανένας τους όμως δεν είναι αστείος. Υπάρχει το «πάθος», αλλά όχι η ειρωνεία. Προσωπικά, όταν έχω να επιλέξω ανάμεσα στα δύο, προτιμώ την ειρωνεία, γιατί είναι πιο αποτελεσματική».
Γιατί δεν έχουν χιούμορ οι Iσραηλινοί; τον ρωτώ. «Διότι έχασαν την ικανότητα να στοχάζονται και να αμφιβάλλουν» απαντά και διευκρινίζει: «Πολλές από τις αξίες του εβραϊσμού δεν υπάρχουν πλέον στην ισραηλινή κοινωνία. Λόγου χάριν, οι περιπλανώμενοι Ιουδαίοι είχαν πάντοτε δύο ταυτότητες, ήταν ελληνοεβραίοι ή γερμανοεβραίοι, γεγονός που τους έκανε να αναρωτιούνται διαρκώς ποιοι είναι και πού ανήκουν. Στο Ισραήλ αυτός ο δυϊσμός χάνεται και μαζί του αυτή η στοχαστική ποιότητα της εβραϊκής σκέψης χάρη στην οποία διέπρεψαν ο Αϊνστάιν, ο Φρόιντ, ο Μαρξ, ο Κάφκα. Η πρωτοτυπία της σκέψης τους οφειλόταν στο ότι σκέφτονταν μέσα στο σύστημα αλλά και έξω από αυτό». Ο ίδιος αισθάνεται πιο κοντά στην εβραϊκή παράδοση. «Ισως επειδή είμαι γιος εβραίων μεταναστών, ίσως επειδή πάντοτε ένιωθα ότι δεν ανήκω σε καμία κοινωνία».
Στα διηγήματά του δεν θα βρούμε σε πρώτο πλάνο τον ρατσισμό, τους διωγμούς, το Ολοκαύτωμα. Τα τραυματικά βιώματα των γονιών του περνούν στη λογοτεχνία του με έναν έμμεσο τρόπο, οικουμενικό και υπαρξιακό: «Μου έμαθαν να μην παίρνω τίποτε ως δεδομένο. Πολλές ιστορίες μου ξεκινούν με κάτι απροσδόκητο, γιατί έχω μάθει, όταν κοιτάζω γύρω μου, να σκέφτομαι διάφορα σενάρια, καλά και άσχημα. Αν τώρα που μιλάμε περάσει κάποιος και μας ρωτήσει τι ώρα είναι αντί να μας χτυπήσει με μια καρέκλα στο κεφάλι, είμαι ευγνώμων. Γιατί, σκεφτείτε, κάθε στιγμή τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά».


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk