• Αναζήτηση
  • Πού μας πάει η Γερμανία;

    Έχουν επισημανθεί τελευταία οι ομοιότητες ανάμεσα στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1919-1933) και στη σημερινή κατάσταση στη χώρα μας. Παρά τις όποιες ουσιώδεις διαφορές στη δομή και το μέγεθος των δύο οικονομιών, ο κοινός άξονας συνίσταται στην κατά προτεραιότητα αναγκαστική αποπληρωμή αβάστακτων οικονομικών υποχρεώσεων του Κράτους προς τρίτους, ιδίως τώρα με την επιβολή κατάθεσης των δημοσίων εσόδων σε ειδικό λογαριασμό από όπου θα εξοφλούνται πρώτα οι δανειστές και μόνον ό,τι περισσεύει θα καταλήγει στο ταμείο του κράτους

    Πού μας πάει η Γερμανία; | tovima.gr

    Έχουν επισημανθεί τελευταία οι ομοιότητες ανάμεσα στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1919-1933) και στη σημερινή κατάσταση στη χώρα μας. Παρά τις όποιες ουσιώδεις διαφορές στη δομή και το μέγεθος των δύο οικονομιών, ο κοινός άξονας συνίσταται στην κατά προτεραιότητα αναγκαστική αποπληρωμή αβάστακτων οικονομικών υποχρεώσεων του Κράτους προς τρίτους, ιδίως τώρα με την επιβολή κατάθεσης των δημοσίων εσόδων σε ειδικό λογαριασμό από όπου θα εξοφλούνται πρώτα οι δανειστές και μόνον ό,τι περισσεύει θα καταλήγει στο ταμείο του κράτους. Για τη Γερμανία οι τότε συνέπειες είναι γνωστές: εξαθλίωση, κατάρρευση του κοινωνικού ιστού, ταραχές, πολιτική αστάθεια, άγριος πλουτισμός ορισμένων και άνοδος των Ναζί. Στη Γερμανία αυτά ήσαν επακόλουθα μιας πολεμικής ήττας. Στην Ελλάδα είναι συνέπεια μιας επί 30ετία επαναπαυμένης και ξεσαλωμένης κοινωνίας υπό την καθοδήγηση και το παράδειγμα ιδεοληπτικών κυβερνήσεων με αμφίβολες ικανότητες και ήθος.

    Αν το ζητούμενο για την Ελλάδα ήταν πράγματι η μελλοντική πρόοδος της χώρας, τότε η Γερμανία, μετά την τραυματική εμπειρία της δεκαετίας του 1920, θα έπρεπε να είχε ακολουθήσει διαφορετική στάση στο ελληνικό ζήτημα και πάντως όχι εκείνη της εξοντωτικής λιτότητας που σκοτώνει την οικονομία και το ηθικό του πληθυσμού. Υποστηρίζεται ότι μόνο με μια θεραπεία «σοκ» είναι δυνατό να «περάσουν» μέτρα ουσιαστικής αναδιάρθρωσης στον κρατικό, κυρίως, τομέα και στις κυριαρχούσες αντιλήψεις και κακές συνήθειες. Αυτό έχει κάποια βάση με την έννοια ότι ένας λαός που πολεμάει για την καθημερινή του επιβίωση είναι διατεθειμένος να ανεχθεί αλλαγές που με τίποτε δεν θα αποδεχόταν αν το φάσμα της πείνας και του αδιεξόδου δεν έκαμπτε τις αντιστάσεις του.

    Υπάρχουν όμως και όρια στο τι μπορεί να υπομείνει ένας λαός και για πόσο χρονικό διάστημα. Τα όρια αυτά έχουν να κάνουν κυρίως με το πόσο δίκαια κατανέμονται τα βάρη και με το αν αυτά δημιουργούν προοπτικές βελτίωσης. Τίποτε όμως από αυτά δεν ισχύει επί του παρόντος. Τα μέτρα είναι άδικα, επιβάλλονται με άτσαλο και αιφνιδιαστικό τρόπο και πλήττουν μόνο τους «καταχωρημένους» αφήνοντας αλώβητους τους μεγαλοκαρχαρίες αλλά και τους εκ συστήματος φοροφυγάδες υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους, αεριτζήδες, γιατρούς, δικηγόρους κλπ., οι οποίοι οχυρώνονται τώρα πίσω από την κοντόφθαλμη κατάργηση όλων των φοροαπαλλαγών: «Τι όφελος έχω για να ζητήσω απόδειξη από τον υδραυλικό; Για να πληρώσω επί πλέον και ΦΠΑ 23%;»  ‘Ετσι, ο ΦΠΑ δεν καταβάλλεται αλλά και ο υδραυλικός δεν δηλώνει την είσπραξη ως εισόδημα προς φορολόγηση. Και καλούνται οι συνήθεις… νομοταγείς να καλύψουν τη διαφορά του φόρου. Δεν καλλιεργείς φορολογική συνείδηση στους πολίτες με την οριζόντια κατάργηση των φοροαπαλλαγών. Μόνο «φορο-αρπαχτή» κάνεις, η οποία επιδεινώνει την κατάσταση και εμπεδώνει την πεποίθηση ότι «όποιος δεν κλέβει το κράτος είναι ή παγιδευμένος ή ηλίθιος».

    Κατά τα άλλα, ουδείς λόγος περί επενδύσεων και ανάπτυξης: Οι τράπεζες δεν δανείζουν, οι καταθέσεις αποσύρονται είτε για φύλαξη είτε για πληρωμή χαρατσιών και οι δημόσιες επενδύσεις περικόπτονται. Έτσι φουντώνουν η ύφεση και η ανεργία.

    Δεν τα γνωρίζουν αυτά οι τροϊκανοί; Ασφαλώς και τα γνωρίζουν. Επομένως η στάση τους να επιμένουν για περικοπές στους μισθούς και συντάξεις χωρίς παράλληλες επενδύσεις αλλά και η εμμονή τους για λυσσαλέα επίθεση κατά των ακινήτων με έναν τρόπο μπορεί να ερμηνευτεί: Προσπαθούν να προλάβουν να βγάλουν από τη χώρα όσο περισσότερα χρήματα γίνεται (πριν από ενδεχόμενη πτώχευση), να πιέσουν για δομικές αλλαγές στην οικονομία και στη Διοίκηση και παράλληλα να μειώσουν τις αμοιβές σε επίπεδα Βαλκανίων και να ρίξουν τις τιμές των ακινήτων με φόρους ώστε να μη συμφέρει να έχει ο καθένας μας περισσότερα ακίνητα (όπως συμβαίνει στη Γερμανία όπου μόνο το 25% των πολιτών διαθέτει ιδιόκτητο σπίτι). Έτσι θα αγοραστούν τα καλύτερα από αυτά σε τιμές ευκαιρίας.

    Θα πουν μερικοί: «Καλά. Δεν βλέπεις τι χάλια έχουμε ως κράτος και ως κοινωνία; Μήπως εμείς δεν προκαλέσαμε την κατάσταση αυτή;»  Ασφαλώς εμείς δώσαμε το στόχο και κάποιοι προσπαθούν να επωφεληθούν, συνεπικουρούμενοι από κάποιους «δικούς μας». Οι συνέταιροί μας έχουν δίκιο σε πολλά. Δεν δέχομαι όμως ότι διακατέχονται μόνο από αγνές προθέσεις γιατί αν ήταν έτσι θα φρόντιζαν παράλληλα να δημιουργηθούν και νέες θέσεις εργασίας, κάτι που δεν μπορεί να γίνει με το στραγγαλισμό της οικονομίας και χωρίς επενδύσεις. Εύλογα οδηγείται λοιπόν κανείς στο συμπέρασμα ότι κατά βάση οι Μερκοζί κέρδιζαν χρόνο ώστε να προετοιμαστούν κατάλληλα για να απορροφήσουν μια πλήρη χρεοκοπία μας, προς την οποία όμως αυτά τα μέτρα οδηγούν τη χώρα ταχύτερα, αποτρέποντάς την κατάρρευση κάθε φορά την τελευταία στιγμή με ενέσεις δανείων αλλά υπό όλο και αυστηρότερους όρους και χρεώνοντας τη χώρα για πολύ περισσότερα χρόνια. Η ελληνική κρίση ανέδειξε γλαφυρά τις δομικές ανεπάρκειες  της Ευρωζώνης και, ελλείψει σχετικής πείρας, δοκιμάστηκαν διάφορα σενάρια στην πλάτη της χώρας μας πριν καταλήξουν στο πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται μια τέτοια κρίση.

    Προκειμένου να συγκαλύψουν τις δικές τους ανομίες (hedge funds, πιέσεις για αγορά όπλων κλπ) και αστοχίες, κατηγορούν συνεχώς την Ελλάδα ότι δεν εφαρμόζει τα συμφωνηθέντα (διάβαζε επιβληθέντα) δηλαδή ότι «διστάζει να σφίξει η ίδια τη θηλιά γύρω από το λαιμό της». Αλλά και ποιος λαός έχει δείξει τέτοια ανοχή σε τόσο βάρβαρα μέτρα; Θα ανέχονταν άραγε, ακόμα και οι πειθαρχημένοι Γερμανοί, να τους επιβάλλουν σε καιρό ειρήνης περικοπές 50% σε μισθούς και συντάξεις μέσα σε 2 χρόνια και μάλιστα χωρίς αυτά να είναι τα τελευταία περιοριστικά μέτρα και χωρίς διαφαινόμενη προοπτική; Σίγουρα όχι. Άρα εκμεταλλεύονται την αδυναμία μας, μας πιέζουν με τρομο – δηλώσεις και μας αντιμετωπίζουν με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ίσως θα ήταν προτιμότερο και εντιμότερο να μας πουν οι Γερμανοί και οι Γάλλοι από την αρχή: «Διαγράφουμε το χρέος σας αν αποχωρήσετε από την Ευρωζώνη». Και ας αποφασίζαμε εμείς με ένα δημοψήφισμα.

    Ποιος λοιπόν επωφελείται από την δυσπραγία των χωρών του Νότου;

    1.         Γαλλία,  Γερμανία και οι λοιποί δανείζουν μεν αλλά με τόκο (αυξάνοντας το χρέος μας) άρα δεν χάνουν.  Αν πράγματι ήθελαν να μας βοηθήσουν θα μας δάνειζαν ατόκως και οι Γερμανοί θα έσπευδαν να καταβάλουν τις πολεμικές επανορθώσεις που μας χρωστούν εδώ και 66 χρόνια. Αντ’ αυτού μας πιέζουν να μην ανακινήσουμε το θέμα. Γράφεται επίσης ότι μας πιέζουν μαζί με τη Γαλλία να αγοράσουμε πολεμικό υλικό αντί να εγγυηθούν τα σύνορά μας ώστε να περικόψουμε τις στρατιωτικές δαπάνες.

    2.         Η ανεργία στις υπερχρεωμένες χώρες ωθεί ένα μεγάλο μέρος του εργατικού τους δυναμικού να ξενιτευτεί και η Γερμανία τους καλοδέχεται. Πάσχει από υπογεννητικότητα και χρειάζεται ανθρώπους, όπως στη δεκαετία του 1950. Μόνο που τώρα θα επιλέξει όχι μεταξύ ανειδίκευτων αλλά μεταξύ ειδικευμένων που άλλοι δαπάνησαν πολλά για να τους εκπαιδεύσουν και οι νέοι εργοδότες θα τους πάρουν έτοιμους και δωρεάν. Προτιμούν δε τους άνεργους Ευρωπαίους του Νότου από Ινδούς, μουσουλμάνους και άλλους που δεν τους θέλουν. Οι τελευταίοι ας παραμείνουν παρκαρισμένοι στις χώρες εισόδου όπως επιτάσσει η συνθήκη «Δουβλίνο ΙΙ» στην οποία εγκληματικά προσχωρήσαμε χωρίς όρους το 2003 και γεμίσαμε έκτοτε με λαθρομετανάστες. Έτσι η Γερμανία δεν «μολύνεται» με την παρουσία τους αφού τους φορτωνόμαστε εμείς στη θέση των δικών μας που ξενιτεύονται. Και κλειδωνόμαστε στα σπίτια μας. (Άραγε ποια θα είναι η πληθυσμιακή σύνθεση της Ελλάδας μετά από 10 χρόνια;)

    3.         Αυτό που λείπει από τις χώρες του Βορρά είναι κυρίως ο ήλιος και η χαλαρότητα. Μια δραματική μείωση στις τιμές των ακινήτων στο Νότο δημιουργεί ευκαιρίες στους Βόρειους (και όχι μόνο) να αγοράσουν σε τιμές ευκαιρίας ακίνητα στην Ελλάδα και αλλού. Επίσης ο ήλιος δημιουργεί προοπτικές παραγωγής ηλ. ενέργειας προς μεταφοράν στο Βορρά. Για τέτοιου είδους επενδύσεις μας προορίζουν; Και όταν οι αμοιβές μας θα πέσουν περίπου σε επίπεδο Βαλκανίων, τότε μόνο θα σκεφθούν αν θα επενδύσουν σε κάποιους παραγωγικούς τομείς της αρεσκείας τους αφού η ίδια η Ελλάδα δεν ξέρει καν ούτε τι θέλει για να το διεκδικήσει.

    4.         Πολλά λέγονται για πετρέλαιο και ορυκτό πλούτο στην Ελλάδα. Αναμφίβολα η Γερμανία και άλλοι θα πάρουν ένα μερίδιο ώστε να μπορέσουμε να ξεχρεώσουμε. Όσο πιο πεινασμένοι είμαστε, τόσο πιο εύκολα και φθηνά θα τα εκχωρήσουμε. Και τα συσσίτια δείχνουν ότι αυτό επιτυγχάνεται.

    5.         Η κρίση στο Νότο (και όχι μόνο) δημιουργεί ευκαιρίες σε μέρος της Γερμανικής ελίτ να ξαναπροσπαθήσει να επιβάλει την κυριαρχία της Γερμανίας στην Ευρώπη, αυτή τη φορά δια της οικονομικής οδού. Το DNA της Γερμανικής ιθύνουσας τάξης φαίνεται να παραμένει αναλλοίωτο (όπως και της Ελληνικής – διάβαζε Σουρή του 1890) και χαρακτηρίζεται από υπεροψία, μανιχαϊστική θεώρηση των πραγμάτων (ή άσπρο ή μαύρο – λείπουν οι τόνοι του γκρι) και επιβολή δια της τιμωρίας. Το τι θα πετύχουν θα φανεί στο μέλλον. Προς το παρόν καταφέρνουν και πάλι να προκαλούν την αντίδραση σε όλο και περισσότερους λαούς.

    Ασφαλώς δεν φταίει ο γερμανικός λαός για όσα κάνουν οι δικοί του ερήμην του. Πολλοί είναι οι Γερμανοί που διαφωνούν με τους χειρισμούς της ηγεσίας τους. Οι περισσότεροι όμως επηρεάζονται από την επίσημη και μη προπαγάνδα και μας βλέπουν (εν μέρει δικαίως) με στραβό μάτι. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί και η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με καθεστώς ισονομίας των χωρών-μελών όπως την οραματίστηκε ο R. Schuman έχουν εμφανώς παραμεριστεί.

    Και το χειρότερο για μάς είναι ότι δεν είμαστε σε θέση να αυτοκυβερνηθούμε, να συμφωνήσουμε τι πρέπει να θέλουμε και να το διεκδικήσουμε σθεναρά με συντονισμένη προσπάθεια στο εσωτερικό και με τεκμηριωμένη διεκδίκηση στο εξωτερικό. Δεν έχουμε μάθει να κάνουμε διάλογο και να τα βρίσκουμε και γι’ αυτό προστρέχουμε διαρκώς σε ξένους διαιτητές. Δεν είναι τυχαίο ότι είχαμε 5 δικτατορίες κατά τον Εικοστό αιώνα.  Έχουμε ένα κράτος και ένα συνδικαλισμό που τορπιλίζουν κάθε προσπάθεια ανάπτυξης και αξιοκρατίας. Χάνουμε πολύτιμο χρόνο και οργανωμένη μελετητική υποδομή με συνέχεια δεν διαθέτουμε. Κάποτε είχαμε ένα ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών) που κατάρτιζε αναπτυξιακά προγράμματα. Οι πολιτικοί μας φρόντισαν να αλλάξει προσανατολισμό εργασιών για να μην τους ενοχλεί με αντικειμενικές αξιολογήσεις, προτάσεις και συμπεράσματα (με την ίδια λογική που ρίχνουν χημικά στον κόσμο για να μη συγκεντρώνεται να διαμαρτυρηθεί). Δεν έχουμε και πολιτικούς με σοβαρότητα και σθένος. Και έτσι πάμε όπου μας πάνε οι Γερμανοί και άλλοι…

    Θα πάρουμε άραγε ποτέ, ως χώρα, τη μοίρα μας στα χέρια μας; Μήπως τώρα είναι η ευκαιρία;

    Γνώμες