• Αναζήτηση
  • O Βασίλης Τζανακάρης σε πρώτο πρόσωπο

    Το πρώτο πράγμα που ζήτησα ως παιδί ήταν ένα «μονίβι». Κάπως έτσι είχα αποκαλέσει αυτό που τόσο πολύ θα με συντρόφευε στα κατοπινά μου χρόνια.

    Η μητέρα μου ήταν αγρότισσα και ο πατέρας μου ταξιτζής. Από αυτόν κληρονόμησα την αγάπη μου για τις εφημερίδες. Εκείνος έμαθε να γράφει και να διαβάζει από αυτές και εγώ έμαθα να τον περιμένω να επιστρέψει από την πιάτσα των ταξί, πάντα με τις δύο εφημερίδες του, τον «Ελληνικό Βορρά» και τη «Μακεδονία».

    Εκανε εντύπωση σε όλους ότι από πάρα πολύ μικρός αγαπούσα τα βιβλία. Οταν κάποτε, πάνω στα νεύρα του, ο πατέρας μου έσκισε ένα από τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» που είχα, ήταν τέτοια η θλίψη μου, που αναγκάστηκε να γράψει σημείωμα στον περιπτερά να μου δώσει άλλο.

    Η πλέον σημαντική απόφασή μου ήταν να εγκαταλείψω τις πανεπιστημιακές σπουδές μου, λίγα μαθήματα προτού πάρω το πτυχίο μου. Ηταν μια πράξη αυτογνωσίας και ταυτόχρονα ελευθερίας, για την οποία δεν μετάνιωσα ποτέ.

    Η σχέση μου, ιδίως με τα βιβλία, είναι σχέση ζωής. Διάβασα πάρα πολύ και εξακολουθώ να διαβάζω παθιασμένα τρεις με τέσσερις ώρες την ημέρα.

    Αγαπώ υπέρμετρα τις εφημερίδες. Γι’ αυτό ίσως έχω μαζέψει χιλιάδες από αυτές. Με θέλγουν ιδιαίτερα η μυρωδιά τους, το σχήμα τους, τα ενδιαφέροντα πρωτοσέλιδά τους, το μεράκι που έβαζαν κάποτε σε αυτές οι άνθρωποι.

    Κάθε Κυριακή, με τη γυναίκα μου, πηγαίνουμε σε ένα γνωστό ξενοδοχείο έξω από την πόλη των Σερρών και απολαμβάνουμε την ανάγνωση των κυριακάτικων εφημερίδων. Είναι κάτι σαν προσευχή.

    Εχω τεράστιο αρχείο και είμαι πολύ περήφανος για αυτό. Αρχισα να το μαζεύω από πολύ μικρός. Θυμάμαι, μαθητής ακόμη, στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, κουβαλούσα ένα ολόκληρο απόγευμα κεραμίδια για μια κεραμοσκεπή, ώστε να πληρωθώ με πέντε δραχμές και να αγοράσω το περιοδικό «Εικόνες» που είχε κυκλοφορήσει με εξώφυλλο τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

    Υπήρξαν φορές που η συγγραφή των βιβλίων μου με δυσκόλευε, γιατί τον περισσότερο χρόνο μου τον ξόδευα στο περιοδικό «Γιατί», που έπρεπε να περάσει όλο από τα δικά μου χέρια και της γυναίκας μου. Από την παραγγελία του χαρτιού, μέχρι το ταχυδρομείο. Το περιοδικό γινόταν σε τέσσερα διαφορετικά σημεία της Θεσσαλονίκης και εγώ έπρεπε να το παρακολουθώ από την πόλη των Σερρών. Φριχτές εμπειρίες, με μόνο αντιστάθμισμα το πάθος που είχα για αυτό που έφτιαχνα.

    Εχω πάντα δίπλα μου μολύβι και χαρτί. Μπορεί να ξυπνήσω μέσα στη νύχτα και να θέλω να γράψω. Ακόμη και όταν ταξιδεύω, έχω πάντα δίπλα μου ένα μπλοκ. Αν μου λείπει μία φράση ή μία συγκεκριμένη λέξη, δεν μπορώ να ξέρω πότε θα μου έρθει. Γι’ αυτό και είμαι πάντα σε ετοιμότητα.

    Ενας συγγραφέας πρέπει να έχει γνώση κυρίως του αντικειμένου του, αλλά όχι μόνο. Καλός συγγραφέας είναι αυτός που σε «βάζει» στην ιστορία ή που σου δείχνει καινούργιες πτυχές της μέσα από καταπιεστική και πρωτότυπη έρευνα. Και κυρίως ο πειστικός – αυτός που σε πείθει για τον κόσμο και τους χαρακτήρες του.

    Οι τόποι της περιφέρειας είναι τόποι στεγνοί και δύσκολοι. Κυρίως για εκείνους που έχουν φτερά και όνειρα. Για τα φτερά δεν ξέρω. Αλλά τα όνειρα δεν μου έλειψαν ποτέ.

    Η πόλη των Σερρών είναι μια πονεμένη πόλη, όπως οι περισσότερες της Ελλάδας. Την αγαπώ, γιατί ξέρω πολύ καλά την ιστορία της. Ξέρω τους δρόμους και τις πλατείες της. Εχω ακούσει χιλιάδες αφηγήσεις και μέσα από τις εφημερίδες της έχω βιώσει όλα τα μικρά και μεγάλα γεγονότα που τη σημάδεψαν.

    Η ευτυχία σε προσωπικό επίπεδο εξαρτάται από το πού εντοπίζει κανείς τα ενδιαφέροντά του και από το κατά πόσο είναι ικανοποιημένος από την εργασία που κάνει και τους ανθρώπους που έχει δίπλα του.

    Η γυναίκα μου ήταν καθηγήτρια φιλολογίας. Στα 33 χρόνια ζωής που έχουμε μαζί, αποτελεί το alter ego μου. Αυτή συμπλήρωσε και συμπληρώνει ό,τι λείπει από μένα και μάλιστα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Είναι φανατική αναγνώστρια και η πρώτη αναγνώστρια των δικών μου βιβλίων – μια δύσκολη και σκληρή αναγνώστρια. Από την άλλη, υπήρξε πάντα και εξακολουθεί να είναι μια τρυφερή, έξυπνη και γοητευτική γυναίκα.

    Λυπάμαι βαθύτατα που ως λαός έχουμε φτάσει στο τελευταίο σκαλί και απλώνοντας το πόδι μας κάτω από αυτό, νιώθουμε τώρα το απόλυτο κενό.

    Βρίσκω ότι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Και ο πλέον δύσκολος και επικίνδυνος αντίπαλος, που θα πρέπει να παλεύει σχεδόν καθημερινά μαζί του. Και η πιο δύσκολη πράξη που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, η συγχώρεση.

    Δεν πρέπει να αφήνουμε τη ζωή να μας παίρνει από κάτω. Αντιθέτως. Πρέπει να τη βάζουμε κάτω εμείς και να την «πατάμε» αν χρειαστεί!       

    Αφιερώματα
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk