Χούντα Μπογνταν: «Κοιτούσα γύρω μου και δεν έβλεπα ούτε ένα πράσινο φύλλο»

O Ουκρανός Χούντα, «Γιάννης» για τα κατά καιρούς αφεντικά και τους έλληνες φίλους του, μας υποδέχεται με τη γυναίκα του, Τάνια, στο υπόγειο διαμέρισμά του – άλλοτε «θυρωρείο» μιας κολωνακιώτικης πολυκατοικίας του 1960. Η τηλεόραση δείχνει πλάνα από τη Φουκουσίμα, αυτά που, όπως λένε και στα δελτία ειδήσεων, «όλος ο κόσμος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα». Ωστόσο ο Χούντα στ΄ αλήθεια κοντανασαίνει μπρος στην αφορμή για να τραβήξει την άκρη του νήματος. Πλησίαζαν Χριστούγεννα του 1986 αλλά δεν θα τα γιόρταζε στο σπίτι του, σε ένα χωριό λίγο έξω από την πόλη Λβοφ.

O Ουκρανός Χούντα, «Γιάννης» για τα κατά καιρούς αφεντικά και τους έλληνες φίλους του, μας υποδέχεται με τη γυναίκα του, Τάνια, στο υπόγειο διαμέρισμά του – άλλοτε «θυρωρείο» μιας κολωνακιώτικης πολυκατοικίας του 1960. Η τηλεόραση δείχνει πλάνα από τη Φουκουσίμα, αυτά που, όπως λένε και στα δελτία ειδήσεων, «όλος ο κόσμος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα». Ωστόσο ο Χούντα στ΄ αλήθεια κοντανασαίνει μπρος στην αφορμή για να τραβήξει την άκρη του νήματος. Πλησίαζαν Χριστούγεννα του 1986 αλλά δεν θα τα γιόρταζε στο σπίτι του, σε ένα χωριό λίγο έξω από την πόλη Λβοφ.
«Δούλευα οδηγός σε μια κρατική εταιρεία με φορτηγά. Σε κάποιο από τα ταξίδια μου έκανα μια παράβαση που θα μου κόστιζε τη δουλειά μου. Τότε μου λέει το αφεντικό: “Αν πας στο Τσερνόμπιλ η παράβαση θα σβηστεί. Δεν θα χάσεις τη δουλειά σου και θα πάρεις και τριπλάσιο μισθό”. Δεν συμφωνήσαμε τίποτε περισσότερο. Μόλις θα πήγαινα εκεί, στη “ζώνη”, θα μου έλεγαν τι να κάνω».
Περίπου τετρακόσια χιλιόμετρα απείχε το σπίτι του από τη «ζώνη», αυτή την ακτίνα 30 χιλιομέτρων που χώριζε το Τσερνόμπιλ από τον υπόλοιπο κόσμο. Ο Χούντα, 23 χρονών τότε, έφυγε για εκεί μη γνωρίζοντας τι θα συναντήσει. Στην Τάνια τη γυναίκα του- τότε αρραβωνιαστικιά του- δεν είπε τίποτε. (Εκείνη τον μαλώνει ακόμη και σήμερα για εκείνο το «μυστικό»). Ούτε οι γονείς ήξεραν. «Φύγαμε επτά οδηγοί από την πόλη μου. Το μόνο που ξέραμε ήταν ότι θα φορτώναμε χαλίκι έξω από το Κίεβο και θα το πηγαίναμε στο Τσερνόμπιλ. Μια διαδρομή την ημέρα,350 χιλιόμετρα πηγαινέλα και τέλος. Ο φόβος μ΄ έπιασε στον δρόμο,πλησιάζοντας στη “ζώνη”. Παντού υπήρχαν πινακίδες που έγραφαν:“Μη βγαίνετε από το αυτοκίνητο!”, “Προσοχή! Ραδιενέργεια”. Στη “ζώνη” αλλά και γύρω από αυτήν οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με πάγο που κρατάει- έλεγαν- τη ραδιενέργεια στο έδαφος. Πολλά έλεγαν τότε… Θυμάμαι ότι κοιτούσα γύρω μου και δεν έβλεπα ούτε ένα πράσινο φύλλο. Κάτι νεκροζώντανους ανθρώπους μόνο- έτσι θα γινόμουν κι εγώ;
Τα βράδια κοιμόμασταν σε ένα μοτέλ στα όρια της “ζώνης”.Εμενα μαζί με παιδιά που δούλευαν στο εργοστάσιο. Μια μέρα στην τραπεζαρία μάς πλησίασε κάποιος με ένα ειδικό μηχάνημα που μετρούσε τη ραδιενέργεια. Μου λέει “εντάξει είσαι εσύ” και πλησιάζει τον διπλανό μου που δούλευε “μέσα”. Κοίταξα κλεφτά και ο δείκτης τερμάτισε.Κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν δύσκολα. Δεν με έλεγξαν ποτέ ξανά. Το αυτοκίνητο όμως το “μετρούσαν” κάθε μέρα.Φεύγοντας από τη ζώνη για Κίεβο περνούσαμε πάνω από ειδικό μηχάνημα.Αν ήμασταν “βρώμικοι” μας κρατούσαν για πλύσιμο του αυτοκινήτου. Μόνο “καθαροί” βγαίναμε από εκεί για να επιστρέψουμε το μεσημέρι με 20 τόνους χαλίκι στην καρότσα. Μια μέρα οι εντολές άλλαξαν. Θα πηγαίναμε το χαλίκι “μέσα”. Οταν φθάσαμε στο εργοστάσιο, τα ΄χασα. Η τηλεόραση δεν μας είχε δείξει ποτέ τέτοιες εικόνες καταστροφής. Παντού άνθρωποι με μάσκες που “κλείδωναν” στο κεφάλι και ειδικές φόρμες εργασίας.Μας είχαν δώσει κι εμάς για όσην ώρα θα μέναμε εκεί. Πήγαμε στα αφεντικά και είπαμε:“Αν θέλετε να δουλέψουμε κι άλλη μέρα, βγάλτε μας από εδώ”. Δεν ξαναπήγαμε. Οι Αρχές δεν μας είχαν δώσει καμία οδηγία για προφύλαξη. Ενας αστυνόμος μια φορά μάς είπε να πίνουμε βότκα: Καθαρίζει από τη ραδιενέργεια”έλεγε. Πίναμε δύο ποτήρια κάθε βράδυ προτού κοιμηθούμε. Μας καθάριζε λίγο από τις σκέψεις». Το Τσερνόμπιλ εκτός από μια γερή δόση ραδιενέργειας «χάρισε» στον Χούντα το ειδικό πιστοποιητικό με το οποίο λαμβάνει αναπηρική σύνταξη 100 γκρίβνι τον μήνα (περίπου 10 ευρώ). Οι πόνοι στο στομάχι και στο κεφάλι, οι αιμορραγίες και η αστάθεια, συμπτώματα που ξεκίνησαν λίγους μήνες μετά, δεν θα τον εγκαταλείψουν ποτέ, όπως και εκείνο το βαθύ τραύμα στην ψυχή. Θα έχει όμως να λέει ένα μεγάλο οικολογικό παραμύθι στα εγγόνια του όταν θα τον ρωτήσουν γιατί κάποιοι συμπατριώτες του ακόμη τον λένε «ήρωα».
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πολιτική
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk