• Αναζήτηση
  • Για το τέλος της τέχνης

    Οπως μπορώ να υποθέσω από το είδος της συνεπαφής «σχόλης» και εργάσιμου χρόνου, η τέχνη δεν πρόκειται να απολέσει την ειδολογική της αυτοτέλεια, ως γέννημα της πρώτης και ως πεδίο αναφοράς του δευτέρου. Τούτο είναι που επιτρέπει στην ανιδιοτέλεια των μορφών να γειώνεται ανάλογα με την ένταξη του καλλιτέχνη στα κοινωνικά δρώμενα του καιρού του. Κι αν το πρώτο είναι η αίσθηση του όντος ότι κινείται πέραν του ακρωτηριασμού του, τούτο όμως το θυμίζει εύγλωττα το δεύτερο. Από μια τέτοια ενότητα σημαίνοντος και σημαινομένου προκύπτει η όποια καλλιτεχνική απάντηση στα θεμελιώδη προβλήματα του παρόντος.

    Οπως μπορώ να υποθέσω από το είδος της συνεπαφής «σχόλης» και εργάσιμου χρόνου, η τέχνη δεν πρόκειται να απολέσει την ειδολογική της αυτοτέλεια, ως γέννημα της πρώτης και ως πεδίο αναφοράς του δευτέρου. Τούτο είναι που επιτρέπει στην ανιδιοτέλεια των μορφών να γειώνεται ανάλογα με την ένταξη του καλλιτέχνη στα κοινωνικά δρώμενα του καιρού του. Κι αν το πρώτο είναι η αίσθηση του όντος ότι κινείται πέραν του ακρωτηριασμού του, τούτο όμως το θυμίζει εύγλωττα το δεύτερο. Από μια τέτοια ενότητα σημαίνοντος και σημαινομένου προκύπτει η όποια καλλιτεχνική απάντηση στα θεμελιώδη προβλήματα του παρόντος. Ο,τι κι εδώ αποτελεί το περιστρεφόμενο σημείο προσέλκυσης της τέχνης.

    Ως ενοποιός πυρήνας αισθητικού αποτελέσματος λειτουργεί η μεταφορά. Δηλαδή υπονοείται η βεβαιότητα ότι μέσω των καλλιτεχνικών μορφών μπορεί να συντίθεται ένας κόσμος που υπερβαίνει τον υπάρχοντα. Αυτού του είδους η μεταφορική λειτουργία συχνά αγγίζει τη μεταφυσική. Η γλώσσα της τέχνης μπορεί, γι΄ αυτό, να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δύο σφαίρες· τον κόσμο τον οποίον αρνείται και τους κώδικές του και συνάμα την αλλαγή παραδείγματος στο εσωτερικό της ιδεολογικής σκευ ής όσων αντιπαρατίθενται συντονισμένα στον κεφαλαιοκρατικό κοινωνικό σχηματισμό, για να μείνω στα δικά μας. Και στις δύο περιπτώσεις η «ιδιωτική» γλώσσα του καλλιτέχνη εκφράζει την έγνοια του να διασφαλίσει την ιδιαιτερότητά του στην εκδίπλωση της επικοινωνίας του με τον παραλήπτη του «μηνύματός» του.

    Επίσης το καλλιτεχνικό ταξίδι, σε όλους τους δυνατούς κόσμους και με όλες τις αναμενόμενες επιστροφές, προσφέρει την ευκαιρία για την αναδίπλωση του υποκειμένου που το επιτελεί ως διανοούμενος περιηγητής. Προφανώς σ΄ ένα τέτοιο γίγνεσθαι επινοούνται κάθε φορά μορφές αμφισβήτησης της πρακτικής του. Η οικεία «έξις» συγκροτείται μέσα από το σύνολο των ενδεχόμενων (και όχι δεδομένων) λύσεων. Σε έναν κόσμο αγοραφοβικό και συνάμα πρωτόγνωρο, που τον καθιστά περισσότερο άξενο η επιβαλλόμενη «pensee unique» ως νομιμοποίηση των οικείων εξουσιαστικών πλεγμάτων και χειραγωγήσεων.

    Βέβαια, ο καλλιτέχνης- ταξιδευτής δεν παραμένει, ακόμη κι όταν το αισθάνεται έτσι, το πρώτον κινούν ακίνητον στους δακτύλιους της επικοινωνίας, τους οποίους ωστόσο επιδιώκει διαρκώς να διευρύνει και να εμπλουτίζει σε βιώματα. Ετσι συνθέτει τις «μαρτυρίες»/μορφές μέσα από τη δημιουργική αναστάτωση που εμπεριέχει το «έτερον», σε όποια διάσταση κι αν αυτό νοηθεί. Προφανώς η εμπορευματική φαντασμαγορία της «virtual

    Κλοντ Μονέ: Le bateau atelier

    reality» μπορεί να οδηγεί σε σκηνές εντυπωσιασμού, τις οποίες μπορεί να περιορίζει ο μηχανισμός της καλλιτεχνικής γραφής που αναγνωρίζει την αντιθετική σύσταση της πραγματικότητας και των εμπειριών της. Εδώ ακριβώς παρεμπίπτει η κατοπτρική λειτουργία της τέχνης, που ουδέποτε θα ξεθωριάσει, εφόσον ο καθρέφτης της είναι το «μέσα» και το «έξω» για τα έργα που αυτή φέρνει στο φως.

    Δραστηριοποιήθηκαν και «καλλτέχνες χωρίς σύνορα»; Μπορεί να ειπωθεί και έτσι, αν και η τέχνη ουδέποτε είχε αυτοπεριορισθεί στα εθνικά σύνορα των δημιουργών της. Απλώς η εμπειρία των «Μedicins Sans Frontieres» υπήρξε διδακτική για τα ρευστά όρια ανάμεσα στις κυβερνητικές πρακτικές και τις «μη κυβερνητικές οργανώσεις». Τούτο σημαίνει ότι το «δικαίωμα» της τέχνης για την αυτονομία των έργων της μπορεί να περάσει από συσπειρώσεις καλλιτεχνών που έχουν ως όριο τον ορίζοντα του πλανήτη μας και όχι μόνο. Με την ιδιότητά τους αυτή προσπαθούν να πείσουν, ακόμη και τον εαυτό τους, ότι η δημιουργία τους διαρρηγνύει τα όποια σύνορα την εγκιβωτίζουν σ΄ ένα στενό περιβάλλον σκοπιμοτήτων έξω απ΄ αυτήν.

    Ως ταξιδεύουσα τοπικότητα το έργο τέχνης έχει την ευχέρεια να απεκδύεται τον αυτάρεσκο τοπικισμό, που συνιστά την άλλη όψη του «επαρχιωτισμού»· αλλά και να μην αποκρύπτει τα συγκεκριμένα μέσα της γείωσής του. Αυτή η περιπαίζουσα διελκυστίνδα «ειδικού» και «γενικού», μέσα στο απλόχωρο «κοσμοθέατρο», είναι που καθιστά απρόβλεπτο το «κείμενο» και το «συγκείμενο» ενός έργου· καθώς και τον «σκηνοθέτη» που το παρήγαγε για να επιτελεσθεί σε μια σκηνή απροσδιόριστη. Γι΄ αυτό ορθά έχει ειπωθεί ότι η τέχνη, «επισκοπώντας» τη συντελεσμένη πραγματικότητα, όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι, αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα που ακόμη δεν έχουν τεθεί. Σ΄ αυτό το ταξίδι χωρίς φόβο η οικεία διακινδύνευση σημαίνει ότι διασφαλίζεται μια ακόμη προσπάθεια υπερνίκησης της «αγοραφοβίας» που εδραιώνει η κατεστημένη κοινωνία. Με το «τόλμα να ταξιδέψεις» μπορεί να αναδυθεί μια «νέα ηθική» στη θέση της ισχύουσας· αυτής που συνιστά τη ρίζα όλων των αναστολών μπροστά στο «ασυνήθιστο», όπως το αφουγκράζεσαι σε οποιαδήποτε στιγμή της επικοινωνίας με το «τοπίο» της τέχνης. Ο,τι δηλαδή αντιτίθεται στο «βασίλειο της λογικής» και στο σχήμα του «πολιτισμού» που το νομιμοποιεί. Μ΄ αυτόν τον προβληματισμό έρχεται κανείς αβίαστα στο βιβλίο του Γιάννη Ψυχοπαίδη Νόστος, δηλαδή στα «μικρά κείμενα για την τέχνη» που το απαρτίζουν προσφέροντας μια έμμεση αναστοχαστική θεώρηση της δικής του υπέροχης τέχνης.

    Ο κ. Παναγιώτης Νούτσος είναι καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

    Γνώμες