Με τον πρώην δικτάτορα της Ινδονησίας Σουχάρτο στην επιθανάτια κλίνη και τον δημοκρατικά εκλεγμένο διάδοχό του Σουσίλο Μπάμπανγκ Γιουντχογιόνο να έχει ήδη επισκεφθεί την Ουάσιγκτον, θα ήταν ιδιαίτερα διδακτικό να αναλογιστούμε τις αλλαγές που έχουν σημειωθεί στην Ανατολική Ασία από το 1967, έτος που ο Σουχάρτο ανέλαβε τα ηνία της χώρας. Εκείνη την εποχή οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπιζαν μια κομμουνιστική εξέγερση στο Νότιο Βιετνάμ, η Κίνα είχε εμπλακεί στην παράνοια της Πολιτιστικής Επανάστασης και σε ολόκληρη την περιοχή μονάχα η Ιαπωνία μπορούσε να θεωρηθεί αυθεντική δημοκρατία.
Σήμερα το πολιτικό σκηνικό είναι τελείως διαφορετικό. Πέρα από την Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, οι Φιλιππίνες, η Ταϊλάνδη και πιο πρόσφατα η Ινδονησία και το Ανατολικό Τιμόρ έχουν γίνει αυθεντικές δημοκρατίες. Σε όλη την περιοχή η μετάβαση προς τη δημοκρατία ενισχύθηκε από μια ισχυρή οικονομική ανάπτυξη.
* H πολιτική της Ουάσιγκτον
H δημοκρατική επανάσταση διευκολύνθηκε από μια σημαντική αλλαγή στην αμερικανική πολιτική που σημειώθηκε στα χρόνια του Ρίγκαν, όταν οι ΗΠΑ μετακινήθηκαν από τη «ρεαλιστική» πολιτική παροχής υποστήριξης προς φιλικούς δικτάτορες σε μια πολιτική ενθάρρυνσης της μετάβασης στη δημοκρατία. H αλλαγή αυτή ξεκίνησε το 1986, όταν η δολοφονία του Μπενίνο Ακίνο πυροδότησε τη λαϊκή επανάσταση που έφερε εν τέλει την Κορασόν Ακίνο στην προεδρία των Φιλιππινών μέσω δημοκρατικών διαδικασιών. Σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση έπαιξε ο Πολ Γούλφοβιτς (τότε υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, αρμόδιος για θέματα Ανατολικής Ασίας), πιέζοντας απαλά τον πρόεδρο Ρίγκαν να εγκαταλείψει τον δικτάτορα Φέρντιναντ Μάρκος και να αναλάβει το ρίσκο του μετέωρου βήματος προς τη δημοκρατία.
Τον επόμενο χρόνο ο πρόεδρος Ρίγκαν πίεσε τον στρατηγό Ρο Τάε Βου να λάβει μέτρα εγκαθίδρυσης δημοκρατικών θεσμών όταν ξέσπασε η λαϊκή δυσαρέσκεια ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία της Νότιας Κορέας. H πράξη αυτή απέχει παρασάγγας από τη συμπεριφορά των ΗΠΑ επτά χρόνια νωρίτερα, όταν η Ουάσιγκτον παραμέρισε καθώς ο στρατηγός Τσουν Ντου Χουάν έπνιξε στο αίμα τις διαδηλώσεις στο Κουανγκτζού. Επιπλέον οι ΗΠΑ καλωσόρισαν τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις που έκανε το 1988 ο ηγέτης της Ταϊβάν Τσιανγκ Τσινγκ Κούο, τον οποίο διαδέχθηκε ο δημοκρατικά εκλεγμένος Λι Τενγκ Χούι.
Αυτό το ιστορικό καταδεικνύει ότι η προαγωγή της δημοκρατίας, την οποία ο πρόεδρος Μπους έχει θέσει στο κέντρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, δεν είναι μια νέα πρωτοβουλία αλλά μια πρακτική που έχει τεθεί σε ισχύ εδώ και δύο δεκαετίες.
* H εδραίωση των θεσμών
Οι δημοκρατικές διαδικασίες είναι ένα άτσαλο θέμα στην Ασία. Τέσσερις νεοεκλεγέντες πρόεδροι σε νεοπαγείς δημοκρατίες της περιοχής – ο Αμπντουραμάν Γουαχίντ στην Ινδονησία, ο Τζόζεφ Εστράντα στις Φιλιππίνες, ο Ρο Μου Γιουν στη Νότια Κορέα και ο Τσεν Σούι Μπιάν στην Ταϊβάν – αντιμετώπισαν προτάσεις μομφής λίγο καιρό αφότου ανέλαβαν την εξουσία. Οι κκ. Γουαχίντ και Εστράντα μάλιστα απομακρύνθηκαν από το αξίωμά τους, ο τελευταίος με τρόπο που αρκετοί θεωρούν αντισυνταγματικό. Και οι τέσσερις αντιμετώπισαν την κρίση της νομιμότητας των καθεστώτων τους, είτε επειδή είχαν εκλεγεί από τη μειοψηφία είτε επειδή δεν απολάμβαναν την υποστήριξη του νομοθετικού σώματος και είχαν ιδιαίτερα χαμηλή δημοτικότητα ή λόγω κατηγοριών για απάτες και διαφθορά. Αν και ο Τζόζεφ Εστράντα δεν ήταν Βάτσλαβ Χάβελ, ο τρόπος με τον οποίον η ελίτ των Φιλιππινών χρησιμοποίησε διαδηλώσεις για να τον απομακρύνει από την εξουσία θέτει ερωτήματα σχετικά με το πόσο καλά είναι θεσμοθετημένες οι εκλογικές διαδικασίες στη χώρα.
Οι δημοκρατικές πολιτικές συχνά μπορεί να κάνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να αισθάνονται «άβολα», γι’ αυτό και κατά καιρούς η Ουάσιγκτον προτίμησε προβλέψιμους δικτάτορες. Αυτή τη στιγμή η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν έχουν σημειώσει μια σημαντική μετατόπιση προς την Αριστερά· η εξωτερική πολιτική τους δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ήταν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. H Νότια Κορέα προσπαθεί να επαναπροσεγγίσει τη Βόρεια Κορέα, καθιστώντας αδύνατη μια σκληρή πολιτική εκ μέρους των ΗΠΑ με σκοπό την αναχαίτιση των πυρηνικών φιλοδοξιών της Πιονγκγιάνγκ, ενώ η Ταϊβάν απειλεί τη σταθερότητα στην περιοχή αναφέροντας κατά καιρούς ότι επιθυμεί την ανεξαρτησία της από την Κίνα. Δεν υπάρχει όμως καμία αμφιβολία ότι ο νέος προσανατολισμός αυτών των δύο χωρών εκπροσωπεί αυθεντικές δημοκρατικές επιλογές εκ μέρους των πληθυσμών τους, αντικατοπτρίζοντας την αλλαγή των γενεών στην περίπτωση της Κορέας και την άνοδο του γηγενούς πληθυσμού στην περίπτωση της Ταϊβάν.
H Ινδονησία είναι αυτή τη στιγμή το πιο λαμπρό παράδειγμα της πλάνης αρκετών σύγχρονων «σοφών» απόψεων που ακούγονται για τη δημοκρατία. Οι παρατηρητές λένε ότι οι «ασιατικές αξίες» δεν υποστηρίζουν τη δημοκρατία, ότι το Ισλάμ είναι παρομοίως ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο και ότι πατερναλιστικοί δικτάτορες όπως ο Σουχάρτο ευνοούν την ανάπτυξη. H πραγματικότητα της σύγχρονης Ινδονησίας έρχεται σε αντίθεση και με τις τρεις αυτές εκτιμήσεις. Είναι αναμφισβήτητα ασιατική και μουσουλμανική, έχει όμως εξελιχθεί σε μια αξιόπιστη δημοκρατία.
* Οι αβέβαιες δημοκρατίες
H Ινδονησία δείχνει επιπλέον ότι ακόμη και για μια ασιατική μουσουλμανική κοινωνία η δημοκρατία είναι η μοναδική ανθεκτική πηγή νομιμότητας. Ο ινδονησιακός λαός υποστήριξε τον ήπιο απολυταρχισμό του Σουχάρτο μόνο ως το σημείο όπου προσέφερε τα αγαθά της γοργής ανάπτυξης. Οταν όμως η ανάπτυξη αναχαιτίστηκε κατά τη διάρκεια της ασιατικής κρίσης, η νομιμότητα του καθεστώτος κατέρρευσε. Ο λαός δεν είχε αποθέματα καλής θέλησης για δικτάτορες που ήταν και ανίκανοι και διεφθαρμένοι. H Νότια Κορέα, της οποίας η κρίση ήταν αναλόγου μεγέθους, δεν αντιμετώπισε παρόμοια πρόκληση ακριβώς επειδή το σύστημά της βασιζόταν στη δημοκρατική επιλογή.
Στη δημοκρατική μεταμόρφωση της Ασίας οι ΗΠΑ έπαιξαν σημαντικό ρόλο ακούγοντας και ενθαρρύνοντας τις απαιτήσεις του λαού. Ως αποτέλεσμα η Ανατολική Ασία του 2005 είναι ασύγκριτα πιο φιλική προς τις ΗΠΑ από την Ασία που αντιμετώπιζε η Αμερική όταν ανέβηκε ο Σουχάρτο στην εξουσία. Και αυτό είναι κάτι που οι ΗΠΑ και η Ευρώπη πρέπει να λάβουν υπόψη τους καθώς αναλογιζόμαστε τις επιλογές μας ανάμεσα σε οικείους δικτάτορες και αβέβαιες δημοκρατίες σε άλλα μέρη του κόσμου.
Ο κ. Φράνσις Φουκουγιάμα είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς και συγγραφέας του βιβλίου «State-building: Governance and World Order in the 21st Century».



