• Αναζήτηση
  • Επιστολέs προs ΤΟ ΒΗΜΑ

    Επιστολέs προs ΤΟ ΒΗΜΑ Ο Ζακ Ντεριντά, η «αποδόμηση μιας ρεπόρτερ» και οι αντιδράσεις αναγνωστών Πνευματική επιδειξιμανία * Με αφορμή το ρεπορτάζ που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» (6.6.1999) για τη διάλεξη του Ζακ Ντεριντά στο Γαλλικό Ινστιτούτο και το σχολιασμό του ρεπορτάζ από συνεργάτες ή συντάκτες της ίδιας εφημερίδας («Νέες Εποχές», 13.6.1999), θα ήθελα να κάνω την εξής παρατήρηση: Είναι αυτονόητο ότι,

    Επιστολέs προs ΤΟ ΒΗΜΑ | tovima.gr

    Πνευματική επιδειξιμανία


    * Με αφορμή το ρεπορτάζ που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» (6.6.1999) για τη διάλεξη του Ζακ Ντεριντά στο Γαλλικό Ινστιτούτο και το σχολιασμό του ρεπορτάζ από συνεργάτες ή συντάκτες της ίδιας εφημερίδας («Νέες Εποχές», 13.6.1999), θα ήθελα να κάνω την εξής παρατήρηση:


    Είναι αυτονόητο ότι, κατά κανόνα, οι φιλόσοφοι γίνονται κατανοητοί από φιλοσόφους, οι βιολόγοι από βιολόγους, οι μαθηματικοί από μαθηματικούς… Το πρόβλημα είναι όταν κάποιοι φιλόσοφοι, βιολόγοι, μαθηματικοί… δεν είναι κατανοητοί από φιλοσόφους, βιολόγους, μαθηματικούς… ανάλογου επιπέδου! Δεν γίνεται, βέβαια, λόγος για το αν είναι ή όχι αποδεκτοί.


    Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο όταν δεν πρόκειται για εξειδικευμένη γνώση, αλλά για ασαφή ή επιτηδευμένη διατύπωση και απλών ακόμη σκέψεων ή απόψεων. Αυτή ακριβώς την περίπτωση θα ήθελα να επισημάνω:


    Η επιτηδευμένη διανοητικότητα, η πνευματική επιδειξιμανία και η σοβαροφάνεια μέσα από έναν ασαφή και έντεχνα πολύπλοκο λόγο δείχνουν εσωτερικό κενό και πνευματική σύγχυση και πενία. «Σοφόν το σαφές»!


    Κάποιοι, λοιπόν, δηλωμένοι «διανοούμενοι» ας ξεκαθαρίσουν πρώτα μέσα τους αρχές, ιδέες, έννοιες και ας κατασταλάξουν επιτέλους ως προς την ιδεολογία που θα υπηρετούν και την ηθική στάση που θα τηρούν, πριν αποφασίσουν να παίξουν το ρόλο του αυτόκλητου πνευματικού καθοδηγητή, κοινωνικού και πολιτικού αναλυτή, κριτή και «διαφωτιστή»!


    Αθαν. Σμοκοβίτης


    Καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης


    Στοχαστής ή τσαρλατάνος;


    * Τέσσερις διανοούμενοί μας (Δημηρούλης, Παπαγγελής, Πρετεντέρης, Ψυχογιός, χωρίς τουλάχιστον οι τρεις να ήταν παρόντες) κατακεραύνωσαν (Β10-11, «Το Βήμα» 13.6.99) την κυρία Μ. Μαργωμένου που τόλμησε (Α39, Βήμα 6.6.99) να ειρωνευτεί τη διάλεξη στο Γαλλικό Ινστιτούτο του «προφήτη» της αποδόμησης J. Derida. Και τι δεν άκουσε η κυρία Μαργωμένου: επικίνδυνος λαϊκισμός, ασύγγνωστη μωρία, αγραμματοσύνη, εξωφρενική προχειρολογία, ανώδυνος αστεϊσμός, δημοσιογραφισμός, «κατινισμός» κλπ. Σαν κάποιος που δίδαξε φιλοσοφία του δικαίου στην Αμερική για πολλά χρόνια και προσπάθησε να περιλάβει, χωρίς μεγάλη επιτυχία πρέπει να ομολογηθεί, το έργο του περί ου, θα μου επιτραπεί να συνηγορήσω υπέρ του ανθρωπίνου δικαιώματος του να λέει ο κάθε πολίτης ότι ο αυτοκράτορας είναι γυμνός χωρίς να κινδυνεύει να λυντσαριστεί! Και θα ‘ταν η μεγαλύτερη ειρωνεία αν αυτός ο Derida, ο μέγας παίκτης κι αμφισβητίας που υποτίθεται ότι καθαίρεσε όλα τα είδωλα, που εξάρθρωσε τη «μακρά λογοτεχνική σπείρα του δυτικού στοχασμού», γινόταν ο ίδιος αντικείμενο (και θύμα;) προσκυνήματος και ειδωλολατρίας.


    Δεν είμαι σίγουρος αν ο Derida είναι μεγάλος στοχαστής ή μέγας τσαρλατάνος (μάλλον κάτι κι από τα δύο), εκείνο όμως που πρέπει να ομολογήσω είναι ότι διαβάζοντάς τον αιωρούμαι ανάμεσα στον ίλιγγο και στην ανία, καταλήγοντας μάλλον προς τη δεύτερη. Μπορεί βέβαια η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο σοβαρό αλλά δυσνόητο και το σοβαροφανές και ακατανόητο να είναι λεπτή, αλλά δεν θα πρέπει να τεκμαίρεται ότι κάθε τι το δυσνόητο είναι και σοβαρό. Τέλος πάντων, υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στην «καβαλιστική άσκηση και ναρκισσευόμενο γρίφο» και στο σύνθετο μεστό λόγο. Νομίζω ότι η κυρία Μαργωμένου έπιασε το σφυγμό και το ύφος της διάλεξης σε σχέση με τις προσποιήσεις του νοήμονος ακροατηρίου που θαυμάζει, θέλοντας να επιδείξει τη μοντέρνα και πρωτοπόρα θέση του.


    Και κάτι επιπλέον. Τις τελευταίες δεκαετίες παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις προσπάθειες κυρίως ορισμένων γάλλων θεωρητικών της λογοτεχνίας, με τη συμπαράσταση αμερικανών οπαδών και συνεχιστών τους, να εισβάλουν στο χώρο όλων των κοινωνικών επιστημών και, με ύφος 12 καρδιναλίων, να μιλήσουν με απόλυτη βεβαιότητα για την απόλυτη αβεβαιότητα, να δίνουν μη-απαντήσεις στις μη-ερωτήσεις, και, κάπου περίπου ανάμεσα στο απόκρυφο και το αποκαλυπτικό φθέγμα και φλέγμα, να προβάλλουν με αγανάκτηση ορισμένες θέσεις για τη σωτηρία του κόσμου από τους κακούς και υποκριτές του παρελθόντος. Μέσα στο χώρο αυτόν όμως, τουλάχιστον στο πεδίο του δικαίου, έχουμε να κάνουμε και με τις απαιτήσεις του «πρακτικού λόγου». Πολύ απλά, πιέζει επιτακτικά το ερώτημα: καλά, ας πούμε, όλα αυτά, αλλά ε, και λοιπόν, τι κάνουμε; Τι είναι επιθυμητό και εφικτό; Στις κοινωνικές επιστήμες, το οικοδόμημα της σκέψης πρέπει να συνδεθεί με το εργαστήρι της πράξης. Μετά από όλες τις θεωρητικές διατυπώσεις, ιδίως όταν είναι μεγαλόστομες και απεραντόλογες, μετά από τόσο μελάνι και ­ τώρα ­ bits, υποχρεούμεθα να διατυπώσουμε προτάσεις περί του πρακτέου. Δυστυχώς, μέσα στο περιβάλλον του deconstructo, ergo sum, τις περισσότερες φορές καταλήγουμε με παραφουσκωμένο κεφάλι και άδεια χέρια. Π.χ., από ό,τι άκουσα και κατάλαβα, με επιφύλαξη βέβαια, για τη συγκεκριμένη διάλεξη, οι απόψεις του Derida για την «εθνοκάθαρση» στο Κοσσυφοπέδιο δεν ήταν ιδιαίτερα ενημερωμένες και ευρηματικές και, το κυριότερο, συνδεδεμένες με το γενικό πλέγμα της σκέψης του.


    Φαίδων Ι. Κοζύρης


    Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ομότιμος καθηγητής Νομικής του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο των ΗΠΑ


    Το νερό της σοφίας


    * Με αφορμή τη διάλεξη του κ. Ντεριντά στις 3.6.99 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, που την παρακολούθησα κι εγώ, θα ήθελα να προσθέσω την άποψή μου.


    Ισως ο κ. Ντεριντά να είναι ο μέγιστος των φιλοσόφων, να χαίρει παγκόσμιας αναγνώρισης, τέλος ο άνθρωπος να στέκει πολύ ψηλά, τόσο που τα μάτια των κοινών θνητών, όπως τα δικά μου και της δημοσιογράφου που ασχολήθηκε μαζί του, να μην τον βλέπουν καθαρά· να θαμπώνονται.


    Απέχοντες του να είμαστε αγράμματοι, θα παραθέσωμε μια γνώμη των ανατολικών λαών ­ ex orient lux ­ που ισχυρίζεται:


    «Ο πραγματικός σοφός δεν θα σε βάλει στο παλάτι του για να σε θαμπώσει με το μεγαλείο του. Ο πραγματικός σοφός θα κατέβει το σκαλί της καλύβας σου για να σε διδάξει, απ’ το επίπεδο που βρίσκεσαι εσύ, όχι εκείνος».


    Αλλά ίσως τα μπέρδεψα. Ο κ. Ντεριντά είναι απλά φιλόσοφος. Ψάχνει κι αυτός για το νερό της σοφίας. Οταν το πιει, θα ξέρει να μιλάει απλά, κατανοητά, έτσι που να γίνεται αντιληπτός κι απ’ τον τελευταίο του ακροατηρίου του, κι όχι μόνο από ορισμένους της Ελίτ των γραμμάτων.


    Ζωή Κυριακού


    Αθήνα


    Λεξιλαγνεία και τρομοκρατία


    * Με αφορμή τη σφοδρή και, κατά την ταπεινή μου γνώμη, άδικη επίθεση [«Το Βήμα», 13.6.99] τριών πανεπιστημιακών και ενός δημοσιογράφου στο άρθρο της Μ. Μαργωμένου «Η αποδόμηση μιας ρεπόρτερ» για τη διάλεξη του Ζ. Ντεριντά [«Το Βήμα», 6.6.99] θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής:


    Καταρχήν, εκείνο που εκπλήσσει είναι η οξύτητα, το μέγεθος και η ταχύτητα της αντίδρασης (ανθρώπων που δεν παρακολούθησαν καν τη διάλεξη!) σε μια θαρραλέα και ευρηματική ανατροπή της σοβαροφάνειας, και όχι σε λίβελο, όπως προσπάθησαν να παρουσιάσουν το «ρεπορτάζ» της Μ. Μαργωμένου. Το κείμενό της δεν μπορεί με κανένα τρόπο να χαρακτηρισθεί στρατηγική επίθεση στον ομιλητή. Πρόκειται για τη φυσιολογική αντίδραση ενός υγιούς πνεύματος που αισθάνεται να προσβάλλεται η (κατά τεκμήριο υψηλή) νοημοσύνη του, για να πούμε το λιγότερο· αντίδραση που εκδηλώθηκε με μια αποδομητικώς φιλοπαίγμονα διάθεση και με καλοκάγαθα υπονοούμενα για τον τιμώμενο ομιλούντα, τα ομιλούμενα και τους ομιλούμενους (ακροατές).


    Αλλά η έκπληξη μεγαλώνει αν σκεφτεί κανείς ότι, σε μια χώρα όπου το εθνικό έμβλημα της φιλοσοφικής, ιστορικής, οικονομικής και επιστημονικής σκέψης είναι ο Καραγκιόζης, είναι απορίας άξιο πώς η αθώα και καθ’ όλα αποδεκτή σκωπτική διάθεση της δημοσιογράφου ερέθισε τόσο πολύ τους συνηγόρους του Ζ. Ντεριντά. Απόδειξη της αγαθής προαιρέσεως είναι το ότι η δημοσιογράφος ­ προς τιμήν της ­ δεν λοιδορεί τόσο τον «φιλόσοφο», όσο τον εαυτό της, ομολογώντας δημοσίως ότι δεν κατάλαβε πολλά πράγματα από τις «σοφίες» του (ούτε καν τα ανέκδοτά του!). Οι κκ. συνήγοροι, όμως, επιτίθενται, σχεδόν τρομοκρατούν, τη βέβηλη εκπρόσωπο της δημοσιογραφίας, χωρίς κανείς να αναφέρει το όνομά της, σαν να διέπραξε έγκλημα καθοσιώσεως (!!)· της αποδίδουν τα ταπεινά κίνητρα ­ ιδεολογικά! ­ άγνοια και χυδαία γλώσσα (τη φράση «βρωμούσαν οι πατούσες της διπλανής») βεβηλώνοντας το «ιερόν τέρας» της φιλοσοφίας!


    Για τη συνεισφορά του Ζακ Ντεριντά (την περιβόητη «φιλοσοφία» της αποδόμησης) δεν μπορώ να μιλήσω μια και ο χώρος, αλλά και το πλαίσιο που διαμόρφωσαν οι συνήγοροι, τα απειλητικά κείμενα και οι λιβανωτοί, δεν επιτρέπουν τη νηφάλια συζήτηση. Θα σημειώσω απλώς ότι δεν πρόκειται για φιλοσοφία αλλά (στο επίπεδο της γλωσσικής φόρμας) για λεξιλαγνικούς ακκισμούς, κοινώς εξυπνακισμούς, που έλκουν την καταγωγή τους στη συφιλιδική φροϋδο-λακανική1 και αλτουσεριανή παράδοση (Πρβλ. το λακανικό «ομιλώ άρα συνουσιάζομαι», που «αποδομεί» τον Καρτέσιο!). Ιδιαίτερα όμως στο επίπεδο του περιεχομένου, όπερ και το σημαντικότερο, η «φιλοσοφία» της αποδόμησης δεν είναι παρά στρατηγική επίθεση στην ελληνική σκέψη και προκλητικότατη προπαγάνδα (αναδόμηση) της μεσσιανικής αρχειοθέτησης ­ διάβαζε φακέλωμα ­ του πολιτισμού. Την αλήθεια αυτή αποσιωπούν ένοχα (ή αγνοούν) οι συνήγοροι του «φιλοσόφου». Για τον ανύποπτο αναγνώστη, και για να μην κατηγορηθώ με τη σειρά μου ως συκοφάντης, παραθέτω ένα δείγμα της επιθετικής «αποδομητικής», στον πολιτισμό, γραφής:


    «Σάμπως να εγγράφει εκεί [ο Φρόυδ] με το όνομά του μια διακριτική αλλά ενεργητική και ανεξάλειπτη ανδροπρέπεια: εμείς οι πατεράδες, εμείς οι άρχοντες, εμείς οι πατριάρχες φύλακες του αρχείου και του νόμου». [σελ. 75]


    Και λίγο παρακάτω: «Ούτε λίγο ούτε πολύ, το ζήτημα εδώ είναι ότι πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά το αν μια επιστήμη μπορεί να εξαρτάται από κάτι σαν την περιτομή». [σελ. 72] Δηλ. το πουλάκι (του ή τους).2


    Η αυθόρμητη και αγωνιστική υπεράσπιση των ινδαλμάτων μας είναι νόμιμη. Αλλά πρέπει να γίνεται με αίσθηση του μέτρου, με σύνεση και κυρίως όχι σε βάρος των άλλων. Γιατί, αλλιώς, «βρωμάει» χειρότερα από τις πατούσες των διπλανών, εντός και εκτός μητροπολιτικών ινστιτούτων.


    Και για να καταλήξω. Είπαμε, είμαστε βαλκανική επαρχία, αλλά όχι να μας κοροϊδεύουν και οι ξελιγωμένοι για χειροκροτήματα…


    Γιάννης Γεράσης


    1. Βλ. Ζ. Λακάν, «Τέσσερις Θεμελειακές Αρχές της Ψυχανάλυσης», μτφ. Α. Σκαρπαλέζου.


    2. Βλ. Ζακ Ντεριντά, «Η έννοια του αρχείου» μτφ. Κ. Παπαγιώργης, εκδ. Εκκρεμές, 1996. * «Ο σταρ είναι οι άλλοι», άρθρο του Λ. Ζενάκου για την υπόθεση «Ντεριντά» στις σελ. Β10-11


    ΤΟ ΒΗΜΑ δημοσιεύει επιστολές αναγνωστών για συγκεκριμένα θέματα, με τον όρο ότι είναι ενυπόγραφες. Για τον λόγο αυτόν οι επιστολογράφοι πρέπει να σημειώνουν και τον αριθμό του τηλεφώνου, μέσω του οποίου η Γραμματεία της Συντάξεως θα μπορεί να ελέγξει το γνήσιο της επιστολής. Ανευ των στοιχείων αυτών η δημοσίευση καθίσταται αδύνατη. Η Σύνταξη διατηρεί το δικαίωμα να συντομεύει τα κείμενα. Οι επιστολές με την ένδειξη «για δημοσίευση» μπορούν να αποστέλλονται μέσω Fax, στο (01) 3239.097 / μέσω Internet Ε-Mail: tovima@dolnet.gr

    Γνώμες
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Κι όλα μοιάζουν… παραμύθι Η λεπτεπίλεπτη μελαχρινή γυναίκα περπατάει με αργά, νωχελικά βήματα. Τα μαύρα πλούσια μαλλιά της μόλις που αγγίζουν το κόκκινο... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk