Ο Πρωθυπουργός και η βασική ομάδα που ηγείται της οικονομικής πολιτικής ομνύουν στον φιλελευθερισμό, υπερασπίζονται τις ανοιχτές ανταγωνιστικές αγορές και πιστεύουν ακράδαντα ότι διά της απρόσκοπτης λειτουργίας αυτών, και στον βαθμό που δεν διαταράσσεται η δημοσιονομική και ευρύτερα η οικονομική σταθερότητα, σταδιακά κερδίζεται αξιοπιστία και μαζί διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία νέου πλούτου, ο οποίος, διαχεόμενος στην κοινωνία διά των επενδύσεων, των αυξανόμενων θέσεων απασχόλησης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών, μπορεί να εγγυηθεί τη διατήρηση των πόρων του κοινωνικού κράτους.

Αυτό είναι σε χοντρές γραμμές το βασικό κυβερνητικό δόγμα, αυτό ορίζει τις περισσότερες των επιμέρους πολιτικών και αυτό προπαγανδίζει με κάθε ευκαιρία ο υπουργός Οικονομικών Κωστής Χατζηδάκης.  

Αμφισβήτηση

Ωστόσο, εσχάτως το μέχρι πρότινος σχεδόν κυρίαρχο φιλελεύθερο νεοδημοκρατικό δόγμα δεν αποδίδει τα προσδοκώμενα. Νέος πλούτος όντως μπορεί να δημιουργείται, αλλά η διάχυσή του στην κοινωνία αμφισβητείται εντόνως, όπως επίσης αμφισβητείται και η αποτελεσματική λειτουργία των ανοιχτών φιλελεύθερων αγορών.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που, εκ των αποτελεσμάτων, εκτιμούν ότι οι ανοιχτές φιλελεύθερες αγορές, στις οποίες ομνύει η κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία, τείνουν να μετατραπούν – αν δεν έχουν ήδη μετατραπεί – σε αμιγώς ολιγοπωλιακά δίκτυα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία και το πλήθος των δραστηριοποιούμενων σε αυτές.

Χαρακτηριστική περιγράφεται η λειτουργία των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, ακολουθώντας κοινές πολιτικές επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων, εφαρμόζουν πανομοιότυπες χρεώσεις προμηθειών σε πλήθος τραπεζικών πράξεων και συναλλαγών, διακρίνονται από την αυτή διστακτικότητα στην ανάληψη ρίσκου στις χρηματοδοτήσεις τους, φροντίζοντας την υψηλή πελατεία τους, αγνοώντας κατά σύστημα τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να μην προσφέρουν ευκαιρίες μεγέθυνσης στο σύνολο της οικονομίας, παρά μόνο στα μεγάλα και ισχυρά επιχειρηματικά σχήματα.

Κατηγορίες

Η κριτική που ασκείται στις τράπεζες είναι ότι τιμολογούν με σχεδόν μηδενικά επιτόκια τις καταθέσεις, πριμοδοτούν με μειωμένα ανταγωνιστικά επιτόκια τις χρηματοδοτήσεις των μεγάλων ισχυρών επιχειρήσεων και αντιθέτως χρεώνουν με εξοντωτικά επιτόκια της τάξης του 6% και 6,5% τις λοιπές, παλαιές και νέες, χρηματοδοτήσεις. Κάπως έτσι το 2023, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, εξασφάλισαν κέρδη 3 δισ. ευρώ και εκτιμάται ότι άλλα τόσα θα εξασφαλίσουν και εφέτος.

Επί της ουσίας κατηγορούνται ότι δανείζονται από τους καταθέτες με μηδενικά επιτόκια και τιμολογούν τα δάνειά τους πανάκριβα.

Με άλλα λόγια, οι τράπεζες, μην αναλαμβάνοντας κανένα ξεχωριστό ρίσκο, αποκλείουν κατά βάση από τη χρηματοδότηση νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις και ταυτόχρονα με τις υψηλές χρεώσεις παλαιών δανείων κερδοφορούν ακόπως, χωρίς δηλαδή να επιχειρούν κάτι ξεχωριστό.

Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι στο παρόν περιβάλλον έκρηξης της αγοράς ακινήτων το καθαρό υπόλοιπο των στεγαστικών δανείων μειώνεται ταχύτατα, οι εξοφλήσεις ξεπερνούν κατά πολύ τις νέες χορηγήσεις και βεβαίως ο νέος οικοδομικός πλούτος συγκεντρώνεται στις ακριβές περιοχές της Αθήνας, του παραλιακού μετώπου και του τουριστικού νησιωτικού συμπλέγματος, ενώ αντιθέτως πέρα από το ποτάμι, στο Αιγάλεω, στη Νίκαια, στο Περιστέρι και αλλού, δεν σηκώνεται ούτε τοίχος.

Κοινή είναι η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών. Κάτι που μπορεί να συμβεί αν μία και μόνη επιχειρήσει να ανοίξει μια από τις αγορές π.χ. των στεγαστικών δανείων, κάτι που επιβάλλεται από τις συνθήκες κρίσης που επικρατούν στην αγορά της στέγης.

Παλαιότερα υπήρχαν πρωτοβουλίες από τις διοικήσεις των εμπορικών τραπεζών που άλλαζαν μονομιάς τις συνθήκες ανταγωνισμού. Τέτοιες πράξεις έχουμε να δούμε εδώ και δυο δεκαετίες. Το δυστύχημα είναι ότι μεταξύ των περισσότερων τραπεζικών στελεχών δεν υπάρχει καμία συναίσθηση συμμετοχής και ρόλου στη λειτουργία και ανάπτυξη της οικονομίας. Μόνη έγνοια τα κέρδη πάση θυσία και τα εξ αυτών διεκδικούμενα μπόνους, ανεξαρτήτως πώς αυτά προκύπτουν.

Υπερκερδοφορία

Αλλά δεν είναι η μόνη ζώνη επικράτησης ολιγοπωλιακών συνθηκών. Και στα καύσιμα αντίστοιχη συνθήκη διαμορφώνεται. Ολιγοπωλιακές συνθήκες τείνουν να διαμορφωθούν και στην αγορά της υγείας, όπου η εγκατάλειψη των δημόσιων νοσοκομείων, η τεχνολογική τους υποχώρηση, ο παλαιωμένος εξοπλισμός και η βραδύτητα παροχής των ιατρικών υπηρεσιών στέλνουν μαζικά τους ασθενούντες πολίτες στα ιδιωτικά κέντρα και νοσοκομεία, τα οποία αναπτύσσονται ταχύτατα σε βάρος του δημόσιου συστήματος Υγείας και κερδίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, μέρος των οποίων επανεπενδύεται σε σύγχρονα μηχανήματα και τεχνικές, με αποτέλεσμα να πλεονεκτούν και να δημιουργούν συνθήκες πλήρους επικράτησης της ιδιωτικής υγείας.

Θα μπορούσε να αναφέρει κανείς και άλλες ζώνες παραγωγής και εμπορίου όπου υπονομεύονται οι αρχές των φιλελεύθερων αγορών και υποκαθίστανται από ολιγοπωλιακά σχήματα που νοθεύουν τον ανταγωνισμό και δημιουργούν μεγάλες εστίες συγκέντρωσης του όποιου νέου πλούτου και μη διανομής του, όπως θα ήθελαν οι εμπνευστές του φιλελεύθερου υποδείγματος.

Οπως και να έχει, πολλαπλασιάζονται εσχάτως τα στοιχεία που βεβαιώνουν ότι οι στρεβλώσεις περισσεύουν και ο πληθυσμός μένει με την αίσθηση ότι δεν έχει πολλά να περιμένει από το όποιο αναπτυξιακό κύμα, παρά μόνο να δίνει ολοένα και περισσότερα.