Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή


Στα τέλη κάθε χρόνου οι άνθρωποι είχαν ανέκαθεν μια καλή συνήθεια: έκαναν απολογισμούς. Για τη ζωή τους, τις σχέσεις τους, την καριέρα τους. Εκλειναν ταμείο και μετρούσαν κέρδη και ζημίες. Επώδυνη διαδικασία, συχνά καταθλιπτική. Εφέτος κανένας δεν νοιάζεται για απολογισμούς. Τελείωσε η χρονιά αλλά η αισιοδοξία για το μέλλον είναι πρωτοφανής. Το μέλλον είναι η νέα χιλιετία. Το μέλλον είναι το 2000. Τι απολογισμούς να κάνεις αφού το πιο ισχυρό αίσθημα αυτή τη στιγμή είναι οι προβλέψεις. Το 1998 μάλλον «άκλαυτο» φεύγει.


Στον πειρασμό των προβλέψεων, λοιπόν. Για την πιο άμεση, καθημερινή τέχνη: την ελληνική μουσική, το τραγούδι. Ποια είναι τα πρόσωπα του 2000; ποιες οι τάσεις; ποιες οι μουσικές που θα κυριαρχήσουν τα επόμενα χρόνια. Δεν ρωτήσαμε καλλιτέχνες. Ρωτήσαμε ανθρώπους που είναι δίπλα στο τραγούδι χρόνια τώρα. Συμμετέχουν στη δημιουργία του ή στην προώθησή του. Συμφωνούν σε πολλά οι προβλέψεις τους. Και κυρίως στο γεγονός ότι το μέλλον ανήκει στους τραγουδοποιούς. Αυτούς που γράφουν και τραγουδούν μόνοι τα τραγούδια τους. Οι ανοδικές τάσεις


Υπολογίζοντας τη δύναμη των αριθμών ο Θύμιος Παπαδόπουλος, μουσικός και παραγωγός δίσκων, αφήνει τα ποσοστά να διαμορφώσουν τις τάσεις. Το 1998 το κλασικό ρεπερτόριο ανέβασε το ποσοστό των πωλήσεών του από το 3% που είχε το 1997 στο 4% των συνολικών πωλήσεων των δίσκων. Το ελληνικό ρεπερτόριο παρουσιάζει κάμψη και από το 59% που είχε το ’97 έπεσε στο 57%. Μικρή αύξηση παρουσιάζει και το ξένο ρεπερτόριο, το οποίο από το 38% που είχε το ’97 έφθασε στο 39% των συνολικών πωλήσεων.


«Παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια μια τάση ανόδου του ξένου ρεπερτορίου η οποία πιστεύω ότι θα συνεχιστεί και το 1999» λέει ο κ. Παπαδόπουλος. «Η διαφορά, που δεν θα είναι θεαματική αλλά σαφής, προέρχεται αρχικά από τις προτιμήσεις του κοινού και δευτερευόντως από την ασταθή ­ με τάσεις ανόδου ­ τιμή του δολαρίου. Κύριο μέσο της δισκογραφικής διακίνησης τη νέα χρονιά θα είναι το CD, θα δούμε όμως την παγίωση και την άνοδο του DVD. Το DVD, αν και απευθύνεται κυρίως στον χώρο της κινούμενης εικόνας, προσφέρεται και για καθαρά μουσική χρήση μεγαλύτερης διάρκειας και δυνητικά καλύτερης ποιότητας. Βρισκόμαστε σε μια εξελικτική πορεία των μέσων διακίνησης της ηχογραφημένης μουσικής. Απέχουμε ακόμη αρκετά από την επικράτηση του “εικονικού δισκοπωλείου” (όπου ο μελλοντικός αγοραστής, αφού συνδεθεί με κάποιο διεθνές δίκτυο μέσω του υπολογιστή του, “βολτάρει” μέσα σε άπειρα ηχογραφήματα και τα “δοκιμάζει” προτού αποφασίσει ποια θα “κατεβάσει” αγοράζοντάς τα), δεν αποκλείεται όμως να δούμε το ’99 τις μεγάλες εμπλεκόμενες εταιρείες να καταλήγουν σε συμφωνία για το “πρωτόκολλο” αυτού του νέου τρόπου διακίνησης, πράγμα που θα είναι πολύ ενδιαφέρον μετά την κακή εμπειρία του χώρου (εταιρειών και πνευματικών δικαιούχων) από το τεράστιο ισχύον πρόβλημα της πειρατείας. Τη μυρωδιά αυτού του νέου τρόπου διακίνησης έχουν πάρει ήδη αυτοί που “σερφάρουν” στο Internet».


Αναφερόμενος στο ελληνικό τραγούδι ο κ. Παπαδόπουλος θεωρεί ότι αυτό θα συνεχίσει την καλή πορεία που έχει πλέον παγιώσει τα τελευταία χρόνια. «Βασιζόμενο στην παλιά και αθάνατη ντόπια τέχνη της στιχοπλοκίας, μοιάζει να απευθύνεται σε μια πραγματική ανάγκη του ελληνικού κοινού και κάποτε αγγίζει υψηλά καλλιτεχνικά επίπεδα. Μουσικά είναι πιο “κολλημένο” παρά την ικανότητα των μουσικών να αφομοιώνουν εγχώριες και ξένες επιρροές και μοιάζει να αρκείται στα λίγα». Η «κόπωση» των ακροατών


Παρά το γεγονός ότι εμφανίστηκαν αρκετά νέα πρόσωπα με ενδιαφέρουσες δουλειές την τελευταία πενταετία, τα φαινόμενα «πόλωσης» του χώρου και «κόπωσης» των ακροατών είναι κατά τον κ. Παπαδόπουλο αρκετά εμφανή για να μας δημιουργήσουν την προσδοκία και νέων παρουσιών. «Στον χώρο του λεγόμενου “ποιοτικού” τραγουδιού τα πράγματα μοιάζουν κερδισμένα και η ανανεωτική προσπάθεια θα συνεχιστεί. Αν υπάρχει κάποιος κίνδυνος, αυτός προέρχεται από την οριστική καθιέρωσή του» επισημαίνει. «Το κοινό έρχεται σε επαφή με το “καταναλωτικό” τραγούδι μέσω ειδώλων που συχνά συζητάμε ότι “έχουν μείνει πίσω” σε σχέση με τον μέσο ακροατή. Ηδη αισθάνομαι το επίπεδο να βελτιώνεται. Τα όρια των δύο ειδών (που ούτως ή άλλως υπάρχουν περισσότερο στο μυαλό των ανθρώπων των ΜΜΕ παρά του απλού ακροατή) δεν είναι πάντοτε ευκρινή και μάλιστα γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα. Ομάδες από “περιθωριακούς” νεαρούς εργάζονται σε πιο πρωτοποριακά είδη δεχόμενοι επιρροές από τον διεθνή χώρο. Κάποιοι μένουν στο παλιό, καλό, γνωστό ροκ ενώ άλλοι προχωρούν στη γραμμή νεότερων επιρροών. Μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα δεν ήταν θεαματικά αλλά το μέλλον είναι εδώ». Παρατηρώντας εδώ και χρόνια την τάση των μεγάλων χώρων νυχτερινής διασκέδασης να φθίνει σιγά σιγά και αυτά να καταλήγουν «χορομάγαζα» δίνοντας χώρο σε πιο ευλύγιστα σχήματα, ο κ. Παπαδόπουλος αναφερόμενος στις αντιδράσεις του κοινού τονίζει ότι αυτό έλκεται πρώτα από το επιτυχημένο πρόγραμμα και μετά από το δειγματολόγιο των ειδώλων ενός χώρου. «Η πετυχημένη συνεργασία της Δήμητρας Γαλάνη και του Κώστα Μακεδόνα κάνει ένα ακόμα βήμα πέρα από τη “συναυλία με θεατρικά στοιχεία” στο ενοποιημένο “θέατρο-συναυλία” και σίγουρα δείχνει κάτι για το αύριο» καταλήγει.


Ο Τάσος Φαληρέας, παραγωγός δίσκων, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών, σκιαγραφεί το σημερινό μουσικό τοπίο και τολμάει να προβλέψει το μέλλον του: «Παρά την επίφαση κάποιας παγκοσμιότητας, η κοινωνική αγορά ήχου θα πολυδιασπάται σε πολλές μικρότερες κοινωνικές ομάδες. Οσο πάει θα απομακρύνεται το όραμα κάποιου global product, ενός προϊόντος για όλο τον κόσμο που είχε κάποιες πιθανότητες τη δεκαετία του ’80. Δεν υπάρχει κοινός πόνος. Είναι πασιφανές ότι δικαιώνεται ο Σαββόπουλος, ο οποίος και κλασικοποιείται, ενώ είναι σίγουρο ότι οι τραγουδοποιοί Πυξ Λαξ, Κατσιμίχα, Δεληβοριάς, Πορτοκάλογλου, Μάλαμας, Αλκίνοος Ιωαννίδης κ.ά. θα εξακολουθήσουν να συγκινούν και την καινούργια χιλιετία. Βέβαια θα υπάρξουν και πολλά άλλα καινούργια πρόσωπα. Ο τραγουδιστής, ως ερμηνευτής μόνο, φοβάμαι ότι δεν έχει μέλλον. Ως πρόσωπο όμως που συμπλέκεται με τη δημιουργική πλευρά της έμπνευσης και της κατασκευής του τραγουδιού, είτε ως συνθέτης είτε ως στιχουργός, έχει το μέλλον δικό του. Και αυτό κάνουν τρεις από τους πιο αξιόλογους συγχρόνους: η Αλεξίου, η Γαλάνη και ο Πάριος. Τραγουδοποιία μεροδούλι μεροφάι, λοιπόν. Μουσικά το ελληνικό τραγούδι αναγκαστικά ανοίγεται. Θα απορροφήσει και θα εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες που έχει η γεωγραφία της χώρας μας. Κάθε μουσικό ύφος και τάση θα ενταχθεί και θα ξεπεράσει το παραδοσιακό μας σχήμα. Ελπίζω να χρησιμοποιεί λιγότερο το δωδεκάμετρο, που βρίσκω ιδιαίτερα βαρετό και χρησιμοποιημένο. Την περίφημη λαϊκή μουσική φόρμα, έτσι όπως την ξέρουμε, να την ξεχάσουμε. Κατ’ αρχήν δεν έχει καμία κοινωνική αντιστοιχία με τη ζωή όπως τη ζούμε ή όπως θα τη ζούμε. Δεύτερον, όσο περνάνε τα χρόνια, μου δημιουργείται η εντύπωση ότι οι πολύ σπουδαίοι, ο Τσιτσάνης, ο Ζαμπέτας ή ακόμη και ο Ακης Πάνου, φαντάστηκαν έναν νεοελληνικό λαϊκό πολιτισμό κωδικοποιημένο με ομοιογένεια, τον ενέταξαν σε κάποιο μουσικό σχήμα και τώρα κάνουν πλάκα με τις ασυναρτησίες των νεοτέρων. Το θέαμα του όρθιου μπουζουξή στο τεράστιο μαγαζί της παραλίας έχει πολύ φολκλόρ μέσα του. Προβλέπω στην καλύτερη περίπτωση αυτό το “λαϊκό” να έχει παρόμοια τύχη με το φλαμένκο, μουσική για απληροφόρητους τουρίστες». Τα ονόματα του αύριο



Ο Πασχάλης Μουχταρίδης, διευθυντής προγράμματος του ραδιοφωνικού σταθμού Σταθμός 101,3, ακούει ό,τι δισκογραφείται προτού το παρουσιάσει από τα ερτζιανά. Ομολογεί ότι κάθε φορά όταν του ζητάνε προβλέψεις και ονόματα του μέλλοντος νιώθει αμηχανία. Συνήθως ή δεν λέει κανέναν ή λέει 40 ονόματα. Τώρα, όμως, αισθάνεται ασφαλής για τις επιλογές του. Επιλέγει τον Ορφέα Περίδη, τον Γιάννη Κότσιρα, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, τον Φοίβο Δεληβοριά και την Ευανθία Ρεμπούτσικα. Εξηγεί το γιατί: «Ο Περίδης έχει το μαγικό ραβδάκι και κάνει τα τραγούδια του σπουδαία. Είναι ο καλύτερος τραγουδοποιός που έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια και από τους ελάχιστους που ηχογραφεί δίσκους με 12 τραγούδια καλά, όχι τρία. Ο Ιωαννίδης είναι επίσης ένας εξαιρετικός τραγουδοποιός. Δεν έχω την ίδια αίσθηση που έχω για τον Περίδη, ποντάρω όμως σε αυτόν. Είναι έξυπνος, έχει παιδεία ­ πράγμα σπάνιο γι’ αυτό τον χώρο ­ και, τέλος, το πιο φανερό, έχει λάμψη. Είναι σίγουρος σταρ. Ο Κότσιρας έχει εξασφαλισμένη τη δεκαετία. Είναι πολύ δυνατή φωνή. Θα μείνει στην αγορά με υψηλές προϋποθέσεις. Πέρα από τα φωνητικά του προσόντα, είναι πειθαρχημένος, γνωρίζει τι θέλει να κάνει και πώς να το κάνει. Και στον Δεληβοριά ποντάρω. Δεν ξέρω πού μπορεί να φθάσει. Μπορεί να τελειώνει εδώ, μπορεί να αρχίζει. Πέρα από το ταλέντο του, έχει χιούμορ, φαντασία και φρεσκάδα. Η Ρεμπούτσικα μου έχει δώσει την εντύπωση ότι ανοίγει ένα δρόμο που μπορεί να τον περπατήσει. Εχει όρεξη για κάτι παραπέρα».


Το ρίσκο των προβλέψεων παίρνει και ο Νίκος Στεφανίδης, γενικός διευθυντής και ιδιοκτήτης του «Μύλου» Θεσσαλονίκης. «Η διαδοχή στην Ελλάδα είναι λίγο-πολύ οικογενειακή υπόθεση» λέει. «Οι πολιτικοί ορίζοντες είναι ανοιχτοί για τα παιδιά των πολιτικών, οι επιστημονικοί για τα παιδιά των επιστημόνων και ακολουθούν όλα τα συναφή επαγγέλματα. Ο καλλιτεχνικός υβριδισμός θα δώσει τη λύση στους “29 κατασκευαστές τέχνης” και θα ζήσουν αυτοί καλά. Οσο για μας, ας ελπίσουμε στην αυτοφυή ανάπτυξη και όχι στη μονοκαλλιέργεια. Και όσοι περάσουν αλώβητοι από τον πάγκο του προκρούστη των ΜΜΕ θα μας πουν το πιο όμορφο τραγούδι που “δεν μας έχουν πει ακόμα”, που λέει και ο ποιητής. Και σαν ποιους θα μοιάζουν; Μα τραγουδοποιοί θα είναι σαν τον Σωκράτη, τον Αλκίνοο, τον Ορφέα, τον Φοίβο (Δεληβοριά), σαν τον Κότσιρα, τον Ζερβουδάκη, και δημιουργικές παρέες όπως οι Πυξ Λαξ, οι Τρύπες, τα Ξύλινα Σπαθιά, ο Τσακνής με τον Μαχαιρίτσα. Και δημιουργικές οικογένειες όπως οι αδελφοί Κατσιμίχα».