Ταχύτερους ρυθμούς στον εκσυγχρονισμό των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ζητεί η ανώτατη διοίκηση του ΝΑΤΟ. Ο SACEUR, ο συμμαχικός στρατιωτικός διοικητής, στο Σχέδιο της απόρρητης Ετήσιας Εκτίμησης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων (αντίγραφο της οποίας διαθέτει «Το Βήμα») εστιάζει την προσοχή του σε αυτήν ακριβώς την παράμετρο και επανειλημμένα επιδιώκει να παροτρύνει και να ενθαρρύνει την Ελλάδα στην προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων.


Ενας ακόμη παράγοντας ανησυχίας για τον SACEUR φαίνεται να είναι η μεγάλη εξάρτηση των ελληνικών προγραμμάτων από το ειδικό χαμηλής απόδοσης σύστημα των Απαιτήσεων Στρατιωτικής Βοήθειας που χρησιμοποιεί το ΝΑΤΟ για την ενίσχυση των πτωχότερων χωρών – μελών και το οποίο πρακτικά ισοδυναμεί με σύστημα δωρεάν παραχώρησης χρησιμοποιημένων όπλων. Ο SACEUR φτάνει στο σημείο μάλιστα να παροτρύνει την Ελλάδα να αναθεωρήσει και να βελτιώσει πολλά από τα σημερινά σχέδια εκσυγχρονισμού και αναδιοργάνωσης του στρατού. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι στο σημείο αυτό επικεντρώνονται και οι γραπτές ερωτήσεις που έχουν υποβληθεί από το επιτελείο της Συμμαχίας προς την ελληνική στρατιωτική διοίκηση.


Το Σχέδιο της Ετήσιας Εκτίμησης έχει μια ειδική σημασία καθώς σε αυτό αποτυπώνονται κάθε φορά οι πραγματικές τεχνοκρατικές αξιολογήσεις της ανώτατης διοίκησης του ΝΑΤΟ, οι οποίες στη συνέχεια διαφοροποιούνται στον έναν ή στον άλλο βαθμό για να προσαρμοστούν στις ειδικές πολιτικές συνθήκες κάθε χώρας – μέλους. Είναι μάλιστα η πρώτη φορά που το ΝΑΤΟ αποφασίζει να θέσει τόσο έντονα το πρόβλημα του εκσυγχρονισμού των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς στις προηγούμενες αξιολογήσεις πάντοτε μνημονευόταν αλλά με μικρότερη έμφαση. Η προσεκτική και συνήθως υπαινικτική γλώσσα που έχει διαμορφωθεί στο ΝΑΤΟ δεν κρύβει τη διαπίστωση ότι τα ελληνικά προγράμματα εκσυγχρονισμού και αναδιοργάνωσης έχουν καθυστερήσει πολύ σοβαρά.


Τόσο η γενική προσέγγιση όσο και τα επιμέρους στοιχεία θα γίνουν αντικείμενο ειδικής διαβούλευσης ανάμεσα σε επιτελικούς αξιωματικούς. Η τριμερής συνάντηση, που είναι το σύνηθες πεδίο διαπραγματεύσεων, έχει προγραμματιστεί για τη 19η Σεπτεμβρίου. Μετά την ολοκλήρωσή της θα φανεί και η κατεύθυνση που θέλει να δώσει η ελληνική κυβέρνηση και το υπουργείο Αμυνας.


Ο SACEUR περιλαμβάνει στις εκτιμήσεις του μερικές ιδιαίτερα κρίσιμες διαπιστώσεις, ξεκινώντας από τον Στρατό Ξηράς: «Ο εκσυγχρονισμός του ελληνικού στρατού συνεχίζεται. Εν τούτοις στηρίζεται κυρίως στις Απαιτήσεις Στρατιωτικής Βοήθειας (MAREQs) όπου η ανταπόκριση υπήρξε ελάχιστα ικανοποιητική. Αυτό είναι αιτία για μεγάλη ανησυχία καθώς μπορεί να μειώσει τη μαχητική αποτελεσματικότητα των δυνάμεων ξηράς. Η ACE (σ.σ.: Allied Command Europe – Συμμαχική Διοίκηση Ευρώπης) συνιστά και πάλι στην Ελλάδα να επανεξετάσει το σχέδιο αναδιοργάνωσης και εκσυγχρονισμού εξαιτίας της περιορισμένης ανταπόκρισης στις MAREQs. Η συνεισφορά στις δυνάμεις των ARRC (σ.σ.: ACE Rapid Reaction Corps – Σωμάτων Αμεσης Αντίδρασης της ACE) υποστήριξης μάχης και στις μονάδες υποστήριξης μάχης, περιλαμβανομένης της υποστήριξης για επιχειρήσεις φύλαξης της ειρήνης, είναι μια ευπρόσδεκτη διεύρυνση των δυνατοτήτων των δυνάμεων αντίδρασης, αν και ανησυχία προκαλεί το έλλειμμα που αφορά την εταιρεία αποθήκευσης καυσίμων. Η έλλειψη ελληνικής υποστήριξης για τις ανάγκες αρκτικού και ψυχρού καιρού μειώνουν την ευελιξία σχεδιασμού και περιορίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης των ελληνικών δυνάμεων αντίδρασης. Η συνολική ελληνική δέσμευση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ACE και είναι πολύτιμη συμβολή στη νότιο περιοχή».


Ολα αυτά τα στοιχεία αποβλέπουν πάντοτε στην τελική εκτίμηση της μαχητικής ικανότητας ενός στρατού. Ο SACEUR γράφει τα εξής: «Η μη ικανοποιητική ανταπόκριση στις MAREQs θα έχει σοβαρή επίδραση στη μαχητική ικανότητα. Ο εκσυγχρονισμός των αρμάτων μάχης που μεταφέρθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος TLE (σ.σ.: Treaty Limited Equipment – μεταφορά υλικού στο πλαίσιο της Συνθήκης Περιορισμού των Συμβατικών Οπλων) είναι ζωτικής σημασίας για να διατηρηθεί η μαχητική αποτελεσματικότητα. Η ακύρωση του προγράμματος αναβάθμισης των Μ60Α1 είναι αιτία μεγάλης ανησυχίας και θα υποβαθμίσει την ικανότητα επιβίωσης και την αντοχή των δυνάμεων. Η αντιαρματική ικανότητα έχει βελτιωθεί σημαντικά από την προμήθεια σύγχρονων αντιαρματικών όπλων μικρού βεληνεκούς και συστημάτων παντοειδούς καιρού – νυκτερινής σκόπευσης για τα αντιαρματικά πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς δεύτερης γενεάς και από τον σχηματισμό δύο ιλών αντιαρματικών ελικοπτέρων. Η προμήθεια των 18 MLRS (σ.σ.: πολλαπλών εκτοξευτών πυραύλων) για τον σχηματισμό μιας ταξιαρχίας σε επίπεδο σώματος στρατού συνδυασμένη με την αντικατάσταση των ρυμουλκούμενων οβιδοβόλων των 105 mm με οβιδοβόλα των 155 mm, η προμήθεια ραντάρ εντοπισμού πυροβολικού και η εισαγωγή του αυτοματοποιημένου συστήματος εγκλωβισμού στόχων πυροβολικού είναι μείζων βελτίωση στην ικανότητα έμμεσης βολής. Τα μη ικανοποιητικά επίπεδα του NBC (σ.σ.: πυρηνικού, βιολογικού, χημικού) εξοπλισμού προκαλούν μεγάλη ανησυχία και θα μειώσουν τη βιωσιμότητα των δυνάμεων ξηράς. Η ACE προτρέπει ισχυρά την Ελλάδα να δώσει υψηλότερη προτεραιότητα σε αυτά τα προγράμματα προμηθειών».


Το Ναυτικό είναι το όπλο που φαίνεται να προχώρησε αρκετά τα προγράμματα εκσυγχρονισμού του και γι’ αυτό οι παρατηρήσεις του SACEUR είναι πιο ευνοϊκές. Η Συμμαχία περιορίζεται σε πολύ ειδικές προτάσεις, .


Η Αεροπορία επίσης ελκύει ιδιαίτερα την προσοχή του SACEUR, ο οποίος επιλέγει μια πολύ διπλωματική οδό για να υπογραμμίσει την ανάγκη βελτίωσης των πυραυλικών συστημάτων αεράμυνας. Ετσι θεωρεί δεδομένη την προμήθεια των αναγκαίων συστημάτων από την Ελλάδα, ενώ είναι γνωστό πως αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν προγραμματισμένες πιστώσεις γι’ αυτόν τον σκοπό, όπως αναφέρεται και σε άλλο έγγραφο του ΝΑΤΟ, στο Country Chapter του 1997… Μια σχετικά αυξημένη δόση ανησυχίας για τα σχέδια της Αθήνας υπάρχει και στις γραπτές ερωτήσεις, όπου οι επιτελείς του ΝΑΤΟ ζητούν να πληροφορηθούν αν οι ρωσικής κατασκευής πύραυλοι S-300 εξακολουθούν να θεωρούνται υποψήφιοι για αγορά από το ελληνικό υπουργείο Αμυνας.


Το θέμα της μελλοντικής δομής των δυνάμεων τοποθετείται λοιπόν ως εξής: «Η δέσμευση από την Ελλάδα μιας μοίρας F-16 AWX στη Δύναμη (άμεσης) Αντίδρασης και δύο μοιρών Α-7 FBA στις δυνάμεις ενίσχυσης είναι μια σημαντική συνεισφορά στις αεροπορικές δυνάμεις της ACE. Οι ελληνικές Δυνάμεις Αντίδρασης θα πρέπει να έχουν την ικανότητα να αναπτύσσονται και να επιχειρούν υπό συνθήκες ψυχρού καιρού για να διασφαλίζεται η πλήρης ευελιξία στον σχεδιασμό της ACE. Η ACE καλωσορίζει τη σχεδιασμένη προμήθεια 6 HSAM (σ.σ.: πυραύλων εδάφους – αέρος) Μονάδων Πυρός που θα εγκαινιαστεί το 2000 και το οποίο αντιπροσωπεύει ένα θεμελιώδες συστατικό για την επίτευξη TMD (σ.σ.: άμυνα κατά τακτικών πυραύλων) ικανότητας στη νότιο περιοχή. Η αναμενόμενη προμήθεια 44 αεροσκαφών F-16 κατά το 1998 θα συμβάλει στην ορθολογικοποίηση του στόλου των αεροσκαφών και θα βελτιώσει σημαντικά την ευελιξία της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας».


Η εκτίμηση της μαχητικής ικανότητας συνδυάζεται επίσης με τα συστήματα όπλων που θα έχει στη διάθεσή της η Αεροπορία: «Η προμήθεια μικρού βεληνεκούς αεράμυνας θα αυξήσει πολύ τη βιωσιμότητα των αναπτυγμένων δυνάμεων. Η ελληνική Πολεμική Αεροπορία έχει πραγματοποιήσει αξιοσημείωτες προσπάθειες να εκσυγχρονίσει τον στόλο, εν τούτοις η έλλειψη σύγχρονων όπλων εμποδίζει τη δυναμικότητα όσον αφορά αυτές τις ευέλικτες και ισχυρές πλατφόρμες όπλων. Υψηλή προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην ικανότητα επιβίωσης αυτών των αεροσκαφών με την απόκτηση παθητικών και ενεργητικών EW (σ.σ.: έγκαιρης προειδοποίησης) συστημάτων. Η ACE αποδίδει υψηλή προτεραιότητα στην απόφαση για πιστοποίηση αεροσκάφους DCA για να μειωθεί το κενό στις υποστρατηγικές πυρηνικές δυνάμεις της νοτίου περιοχής. Η Ελλάδα παροτρύνεται να εξετάσει τη δέσμευση δύο μοιρών F-16 αντί για δύο μοίρες Α-7 FBA».


Η έκθεση αναφέρεται και στις υποδομές που εξασφαλίζουν τη μαχητική ικανότητα όλων των δυνάμεων, με πρώτη εκείνη της διοίκησης και του ελέγχου. Ο SACEUR διαπιστώνει: «Η Ελλάδα έχει προοδευτικά βελτιώσει τις ικανότητες διοίκησης και ελέγχου. Προσπάθειες ιδιαίτερα στην περιοχή των μεταφερόμενων τηλεπικοινωνιών προσφέρουν μια καλή βάση για εκπλήρωση των απαιτήσεων C-2 (σ.σ.: διοίκησης και ελέγχου). Στην Ελλάδα συνιστάται έντονα να επανεξετάσει τη θέση της στις C-2 ικανότητες που μπορούν να αναπτυχθούν, παρά το γεγονός ότι η εφαρμογή των μεταφερόμενων τηλεπικοινωνιών είναι μια σημαντική βελτίωση. Η κατάλληλη ικανότητα σε αυτό το πεδίο είναι ζωτική ώστε να επιτευχθεί η διεπιχειρησιακή ικανότητα των δυνάμεων αντίδρασης…». Στην Ετήσια Εκτίμηση υπάρχει και σειρά συγκεκριμένων προτάσεων από το επιτελείο του ΝΑΤΟ για τη βελτίωση των τηλεπικοινωνιών και των συστημάτων διοίκησης και ελέγχου.


Τα γενικά συμπεράσματα που αφορούν τη συνδυασμένη αξιολόγηση επαναφέρουν μερικές από τις κύριες ανησυχίες του SACEUR: «Ο εκσυγχρονισμένος ελληνικός στρατός προσφέρει μια πολύτιμη συνεισφορά στις δυνάμεις αντίδρασης και στη νότιο περιοχή. Συνιστάται η Ελλάδα να αναθεωρήσει τα σχέδια εκσυγχρονισμού και αναδιοργάνωσης ώστε να καταστεί λιγότερο εξαρτημένη από τις MAREQs. Η Ελλάδα προτρέπεται να βελτιώσει την ικανότητα επιβίωσης των δυνάμεών της με την απόδοση υψηλότερης προτεραιότητας σε προγράμματα προμήθειας NBC υλικού. Πολλά ναυτικά προγράμματα αντικατάστασης και εκσυγχρονισμού είναι σε εξέλιξη, άλλα σχετίζονται με τις MAREQs και θα γίνουν εφικτά μόνο με τη συμμαχική βοήθεια. Οι ισχυρές εθνικές στρατηγικές ικανότητας μεταφοράς διά θαλάσσης είναι μεγάλης αξίας για το ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα ενθαρρύνεται να αναθεωρήσει τα σχέδιά της να συμπεριλάβει ένα πλοίο διοίκησης και ελέγχου αντιμέτρων κατά ναρκών για να βοηθήσει την ανάπτυξη της ικανότητας του ΝΑΤΟ σε αντίμετρα κατά ναρκών. Η ελληνική συμμετοχή στις δυνάμεις αντίδρασης και ενίσχυσης συνιστά σημαντική συμβολή στην αεροπορική δύναμη του ACE. Η Ελλάδα προτρέπεται να δώσει υψηλή προτεραιότητα στην επίλυση του θέματος της πιστοποίησης DCA». Το «όχι» του Νόιμαν στην Αγκυρα


Απέρριψε η Στρατιωτική Επιτροπή του ΝΑΤΟ την πρόταση της Τουρκίας για την κατανομή των στρατηγείων της νοτίου περιοχής στο πλαίσιο της νέας δομής της Συμμαχίας. Το προηγούμενο τριήμερο οι αρχηγοί επιτελείων των χωρών – μελών του ΝΑΤΟ συναντήθηκαν στον Καναδά και συζήτησαν, μεταξύ άλλων θεμάτων της νέας δομής, την εισήγηση του στρατηγού κ. Κλάους Νόιμαν, προέδρου της Στρατιωτικής Επιτροπής της Συμμαχίας, στην οποία αξιολογείται ενδελεχώς η πρόταση του στρατηγού κ. Αχμέτ Χακί Καρανταγί και αντίγραφο της οποίας έχει «Το Βήμα». Οι αντιρρήσεις και οι αντιπροτάσεις της Αγκυρας είναι ένα από τα ελάχιστα εμπόδια που έχουν μείνει για την τελική έγκριση της νέας δομής, η οποία ­ σύμφωνα με τον προγραμματισμό της Συμμαχίας ­ πρέπει να εγκριθεί ως τον ερχόμενο Δεκέμβριο.


Το κείμενο των συμπερασμάτων του στρατηγού κ. Νόιμαν αναφέρει: «Μετρούμενη στη βάση των κριτηρίων αξιολόγησης η πρόταση της Τουρκίας για δύο JSRC στη νότιο περιοχή, παρ’ ότι προσφέρει πιθανή οικονομία στο προσωπικό και στο κόστος οργάνωσης και συντήρησης, δεν παρέχει περιοχική ισορροπία ούτε επαρκώς ισχυρή ικανότητα C2 (διοίκησης και ελέγχου) και κατάλληλο εύρος ελέγχου σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από πολλαπλές πιθανές απειλές και ενδογενείς κινδύνους. Παρ’ ότι διαθέτει την ικανότητα να δημιουργήσει αρχηγεία CJTF, αν και περιορισμένη, όπως και κάποιο δυναμικό να διαρρυθμίσει επέκταση της σταθερότητας και των στόχων του ESDI, αυτό το μέρος της τουρκικής πρότασης κατά πάσα πιθανότητα δεν μπορεί να εξασφαλίσει μια στρατιωτικά αποτελεσματική και λειτουργική δομή διοίκησης για τη Νότιο Διοίκηση Περιοχής».


Ενα από τα σημαντικότερα στοιχεία της τουρκικής πρότασης ήταν η επιλογή νέων τοποθεσιών για την εγκατάσταση των στρατηγείων, με στόχο να αποτρέψει την ομαλοποίηση της δομής στη νότιο περιοχή, ομαλοποίηση που θα περιλάβει ­ εκ των πραγμάτων ­ και την Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά το 1974. Ο κ. Νόιμαν όμως σημειώνει: «Οσον αφορά την πιθανή μεταφορά των στρατηγείων CC στη Νότιο Διοίκηση Περιοχής, καμιά επιχειρησιακά σημαντική αιτία δεν υποστηρίζει την πτυχή της πρότασης της Τουρκίας καθώς τα κριτήρια αξιολόγησης επηρεάζονται περισσότερο από τον αριθμό μάλλον των αρχηγείων SRC παρά από τη θέση των CC. Ούτε η περιοχική ισορροπία ή η δυνατότητα C2, η ικανότητα να δημιουργηθούν αρχηγεία CJTF, ούτε η υποστήριξη του ESDI και οι αποστολές Επέκτασης της Σταθερότητας καθορίζονται από την τοποθεσία. Επιπλέον οι επιπλοκές της μεταφοράς ενός ή δύο CC μπορούσαν να είναι απαγορευτικές για τη Συμμαχία και τα έθνη που έχουν άμεσο ενδιαφέρον, ειδικότερα όταν δεν προβλέπεται καμιά βελτίωση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας. Επίσης, αν και δεν ήταν προϋπόθεση, υπάρχουν αρκετά επιχειρησιακά πλεονεκτήματα στη διατήρηση της συνύπαρξης των στρατηγείων CC με το περιοχικό στρατηγείο του Νότου».


Το γενικό στρατηγικό συμπέρασμα της εισήγησης του στρατηγού κ. Νόιμαν είναι: «Σε ό,τι αφορά τις αποστολές και τους ρόλους που διαγράφονται στον MC 400/1 η πρόταση της Τουρκίας για τη δομή διοίκησης της νοτίου περιοχής είναι κατάλληλη για να εκπληρώσει συνηθισμένες απαιτήσεις ειρηνικής περιόδου και έχει μειωμένη δυνατότητα να διευθετήσει δραστηριότητες κατά της Διάδοσης (σ.σ.: κρίσεων) και αποστολές Επέκτασης της Σταθερότητας. Στη βάση των απαιτήσεων για στιβαρότητα, επάρκεια, αντοχή και δυνατότητα διαπεριοχικής ενίσχυσης ένα μοναδικό στρατηγείο JSRC στο ανατολικό τμήμα της Νοτίου Περιοχικής Διοίκησης με την πλειονότητα των κινδύνων και εν δυνάμει απειλών δεν θα ήταν κατάλληλο ούτε για μεγάλης κλίμακας συλλογικές αμυντικές επιχειρήσεις ούτε για τις απαιτήσεις που θα ανέκυπταν από εν δυνάμει PSO».