Ολα όσα θα θέλατε να ξέρετε


Τα τελευταία χρόνια ακούμε για ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα στην εκπαίδευση, τη δυσλεξία. Πολλές απόψεις, πολύς λόγος για τα παιδιά που δεν μπορούν να μάθουν στο σχολείο, πολλοί ειδικοί από πολλούς επιστημονικούς κλάδους και τελικά οι γονείς παραμένουν μπερδεμένοι… Αναζητώντας σαφείς απαντήσεις σε βασανιστικά για τους γονείς ερωτήματα, «Το Βήμα» συνομίλησε με την κυρία Μαρία Σαββάκη (φωτογραφία), γιατρό, εκπαιδευτικό και ψυχογλωσσολόγο. Υπεύθυνη της Μονάδας Δυσλεξίας και διαταραχών του Λόγου στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, η κυρία Σαββάκη, η οποία εξειδικεύθηκε στο Πανεπιστήμιο Harvard των ΗΠΑ, συναντά καθημερινά παιδιά με ιδιαιτερότητες, παιδιά που χρήζουν προσοχής, παιδιά πιθανόν σαν τα δικά μας…


Τι πρέπει να προσέξουν οι γονείς για τη δυσλεξία





– Ας αρχίσουμε με τον ορισμό. Τι είναι η δυσλεξία;


«Είναι μια ειδική δυσκολία στη μάθηση νευρολογικής αιτιολογίας. Χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην ακριβή και απρόσκοπτη αναγνώριση των λέξεων και από πτωχή απόδοση στην ορθογραφία και στην αποκωδικοποίηση της έννοιας των λέξεων. Αυτές οι δυσλειτουργίες προέρχονται από τυπικό έλλειμμα στη φωνολογική συνιστώσα της γλώσσας και αξιολογούνται σε σχέση με άλλες γνωστικές ικανότητες (για την ηλικία του παιδιού) και ασφαλώς σε σχέση με την αποτελεσματική διδασκαλία μέσα στην τάξη. Αυτό οδηγεί σε προβλήματα κατανόησης κατά την ανάγνωση και αυτό με τη σειρά του μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη του λεξιλογίου και των βασικών γνώσεων του παιδιού εν γένει».


– Είπατε «νευρικής αιτιολογίας». Είναι δηλαδή μια ασθένεια η οποία μπορεί να θεραπευθεί;


«Δεν είναι ασθένεια. Σε αυτό θέλω να είμαι πάρα πολύ σαφής. Αρα δεν μιλούμε με όρους «θεραπείας». Γνωρίζουμε ότι έχει νευροβιολογική και γενετική προέλευση, και γνωρίζουμε επίσης ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιτυχία».


– Τι άλλες μαθησιακές δυσκολίες υπάρχουν εκτός από τη δυσλεξία;


«Διάφορες, κυριότερες των οποίων είναι η δυσκολία στη γραφή, κατά την οποία μερικά παιδιά δυσκολεύονται να γράψουν σωστά τα γράμματα, και η δυσκολία στα μαθηματικά, οπότε αδυνατούν ή δυσκολεύονται να κατανοήσουν διάφορες μαθηματικές έννοιες όπως η αρίθμηση ή άλλες περισσότερο σύνθετες».


– Διαβάζουμε συχνά για διαταραχές της προσοχής, για την υπερκινητικότητα και άλλα. Αυτά τι σχέση έχουν με τη μάθηση;


«Αυτά συνιστούν διαταραχές της συμπεριφοράς. Από σύγχρονα ερευνητικά δεδομένα ξέρουμε ότι μπορούν να συνυπάρχουν σε πολλά παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες αλλά δεν συνιστούν κατ’ ανάγκην αίτιο τα μεν για τα δε».


– Πόσο συχνές είναι οι μαθησιακές δυσκολίες;


«Δυστυχώς, αρκετά συχνές. Ενα 15%-20% των παιδιών δυσλειτουργεί κατά έναν ή άλλο τρόπο στο σχολείο λόγω ατελούς ανάπτυξης των γλωσσικών δομών, δηλαδή της άρθρωσης, της σύνταξης κτλ. Το 80% περίπου των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες έχει ειδική δυσκολία στην ανάγνωση».


– Θα λέγατε ότι το φύλο, η φυλετική προέλευση, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση παίζουν ρόλο στην εμφάνιση της δυσλεξίας;


«Παίζουν σημαντικό ρόλο. H δυσλεξία είναι αρκετά πιο συχνή στα αγόρια, όταν όμως τη συναντάμε στα κορίτσια έχει κάποια πιο έντονα συμπτώματα. Οσον αφορά την κοινωνικοοικονομική κατάσταση ασφαλώς παίζει κάποιο ρόλο όπως και στην εκδήλωση κάθε ανθρώπινης δυσπραγίας. Με αυτό εννοώ ότι τα παιδιά που προέρχονται από μορφωμένους γονείς έχουν όχι μικρότερη πιθανότητα να έχουν δυσλεξία αλλά, λόγω του πλούσιου γλωσσικού περιβάλλοντος του σπιτιού, η δυσκολία στη γλώσσα καθεαυτή εκδηλώνεται με πιο ήπιους τρόπους. Τέλος, την συναντούμε το ίδιο συχνά σε όλες τις φυλές και στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες».


– Μαθαίνουν τελικά τα δυσλεκτικά παιδιά να διαβάζουν;


«Καταλαβαίνετε ότι βάσει των όσων είπαμε η απάντηση θα είναι σχετική. Αν το παιδί διαγνωστεί νωρίς και με σαφήνεια και μπορέσει να πάρει στο νηπιαγωγείο και στην πρώτη τάξη του Δημοτικού αποτελεσματική φωνολογική βοήθεια, θα έχει πολύ λιγότερα προβλήματα από ό,τι αν η δυσκολία του περάσει απαρατήρητη ως την Γ’ δημοτικού».


– Τι εννοείτε να διαγνωστεί με σαφήνεια;


«Κάθε δυσλεκτικό παιδί είναι πολύ ιδιαίτερο. Πολύ διαφορετικό από κάθε άλλο δυσλεκτικό παιδί. H σωστή διάγνωση πρέπει να περιέχει: α) τι ακριβώς συμβαίνει, β) γιατί ακριβώς συμβαίνει, γ) πώς και πότε ακριβώς διορθώνεται. Αν δεν τα περιέχει όλα αυτά, δεν είναι διάγνωση».


– Εννοείτε ότι η δυσγραφία ή η δυσαναγνωσία ή δυσαριθμησία, όπως διαβάζουμε, δεν είναι διαγνώσεις;


«Οχι! Είναι περιγραφικοί όροι, περιγράφουν μόνο το «σύμπτωμα», δεν περιγράφουν το πλέγμα των αιτίων που ποικίλλει σημαντικά από παιδί σε παιδί».


– Αλήθεια, αν το παιδί δεν έχει διαγνωστεί ως τη B´ ή την Γ’ δημοτικού, έχει χαθεί το τρένο;


«Ποτέ δεν είναι αργά για παρέμβαση και θέλω να δώσω έμφαση στο ποτέ, αρκεί το παιδί και η οικογένειά του να μπορούν να συνεργαστούν, να λάβουν σωστές και εφικτές οδηγίες, και ει δυνατόν να συνεργαστεί και το σχολείο, προκειμένου να στηριχθεί το παιδί συνολικά».


– Τι πρέπει να προσέξουν οι γονείς στο παιδί ώστε να αντιληφθούν ότι πρέπει να συμβουλευθούν έναν ειδικό;


«Ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, μπορεί και πρέπει να χτυπήσει κάποιο κουδουνάκι. Ο παιδίατρος οφείλει να είναι ευαισθητοποιημένος και να παίξει ένα ρόλο σε αυτό. Αρχίζοντας από την προσχολική ηλικία επισημαίνονται προβλήματα στον λόγο και στην πράξη. Τα παιδιά που αργούν πολύ να μιλήσουν, που δεν μαθαίνουν εύκολα καινούργιες λέξεις, που δεν έχουν καλή άρθρωση, κάνουν συνέχεια αναγραμματισμούς, δεν μαθαίνουν τραγουδάκια, δεν θυμούνται τι οδηγίες που τους δίνουμε, δεν μπορούν να διηγηθούν μια μικρή ιστοριούλα, πέφτουν συνέχεια ή έχουν κακή σχέση με τα αντικείμενα γενικώς, δεν μπορούν να κρατήσουν το μολύβι να αντιγράψουν πολύ απλά σχήματα κ.ο.κ. πρέπει να προσεχθούν».


– Αργότερα;


«Αργότερα ως περίπου την Δ’ δημοτικού δεν μπορούν να συσχετίσουν τα γράμματα (σύμβολα) με τους ήχους τους, δεν αποκωδικοποιούν απλές εν σειρά λέξεις, που δεν συνιστούν δηλαδή πρόταση, δεν συλλαβίζουν εύκολα, η ανάγνωσή τους έχει πολλά λάθη, υποκαταστάσεις, αναστροφές ή αντικαταστάσεις λέξεων, παραλείψεις λέξεων, αδυναμία ανάκλησης των προσήμων στην αριθμητική, κακή οργάνωση στον χρόνο τους, μεγάλη δυσφορία και άρνηση για το σχολείο κτλ., για να αναφέρω μια πλειάδα συμπτωμάτων τα οποία συνυπάρχουν σε διαφορετικούς συνδυασμούς και άλλοτε με άλλης βαρύτητας νευροκινητική δυσπραγία».


– Στη συνέχεια;


«Από περίπου την Δ´ δημοτικού ως το τέλος του γυμνασίου αρχίζει να φαίνεται η σημαντική υστέρηση ως προς τη σχολική τους ηλικία. Επονται περίπου 2-3 χρόνια της σχολικής τους ηλικίας. Αποφεύγουν να διαβάσουν δυνατά, αρνούνται να γράψουν, δεν έχουν τη δυνατότητα να γράψουν έκθεση, δεν θυμούνται τι άκουσαν, δεν καταλαβαίνουν τα προβλήματα της αριθμητικής, δεν αντιλαμβάνονται εύκολα την ετυμολογία, τα αστεία, τις παροιμίες, έχουν πρόβλημα στην αναδιήγηση κ.ο.κ., πάλι σε άλλοτε άλλους συνδυασμούς όπως είπαμε πριν».


– Υπάρχει «αργότερα» σε αυτήν τη φάση; Δηλαδή μπορούν να έχουν σχολικό/ πανεπιστημιακό μέλλον;


«Ναι, αν το σύνολο των συμπτωμάτων διαγνωστεί και εκτιμηθεί σωστά, αν η παρέμβαση είναι κατάλληλη, αν οι διάφορες επιμέρους λειτουργίες δεν είναι ιδιαίτερα διαταραγμένες… Στο λύκειο και στο πανεπιστήμιο η προβληματική ανάγνωση και η ανορθογραφία μπορεί να συνεχίζονται, να συνοδεύονται από σχετική αδυναμία στη σύμπτυξη των νοημάτων και στην εξαγωγή συμπερασμάτων, το λεξιλόγιο να εξακολουθεί να μην είναι επαρκές, έχουν ίσως μια γενική δυσκολία στις ξένες γλώσσες, προβλήματα με τον χρόνο τους κτλ. Ακόμη μία φορά επισημαίνω ότι κάθε δυσλειτουργικός ενήλικος είναι διαφορετικός από έναν άλλο και αναπτύσσει άλλους τρόπους προσαρμογής στο περιβάλλον του, συχνά πολύ αποτελεσματικούς».


– Πιστεύετε ότι τα δυσλεκτικά παιδιά έχουν ιδιαίτερα συναισθηματικά ή κοινωνικά προβλήματα;


«Τα τελευταία 20 χρόνια πολύ σημαντικά ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι οι συναισθηματικές και κοινωνικές αντιδράσεις των παιδιών μπορεί να συνιστούν καθεαυτό μέρος του προβλήματος αλλά και να δημιουργούνται και να εντείνονται από το μεγάλο στρες που βιώνουν προκειμένου να διεκδικήσουν την επαγγελματική/εργασιακή τους ταυτότητα, εν προκειμένω τη μαθητική τους ταυτότητα. Είναι πιο εύκολο για τους αναγνώστες να καταλάβουν την αλληλεπίδραση της αδυναμίας καθεαυτής με την κοινωνική συμπεριφορά αν σκεφθούν ότι τα δυσλεκτικά νήπια δεν είναι συνήθως δυστυχισμένα, μπορούν να είναι έξυπνα και ενεργητικά και έτσι οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί να έχουν υψηλές προσδοκίες από αυτά, ενώ το παιδί να αντιμετωπίσει απότομα και άμεσα τη δυσκολία να διαβάσει και να γράψει. Οι γονείς και οι δάσκαλοι το πιέζουν να προσπαθήσει και άλλο! Ποτέ κανένας μας δεν μπορεί να καταλάβει πόσο ακριβώς προσπαθεί το δυσλεκτικό παιδί. Συχνά αντιδρούν εστιάζοντας στη λεπτομέρεια, γίνονται τελειοθηρικά, δεν προλαβαίνουν, γεμίζουν συναισθήματα ανεπάρκειας. Αυτά μπορεί να ενισχύονται από μια νευροκινητική ανωριμότητα που τα κάνει συχνά να μην τα καταφέρνουν στα αθλήματα ή στις κοινωνικές συναναστροφές γιατί έχουν δυσκολία να επανέλθουν άνετα σε ένα διάλογο, μπορεί να τραυλίζουν για κάποιο διάστημα, να μην μπορούν να εκφραστούν χωρίς σιωπές ή περιφράσεις ιδίως στην εφηβεία, όπου αρχίζει να είναι σημαντική η φραστική επικοινωνία προκειμένου να ερμηνευθεί και να κατανοηθεί όλος ο κατακλυσμικός καινούργιος κόσμος που ανακαλύπτουν».





– Πιστεύετε ότι μπορεί να οδηγούνται έτσι σε κάποια απομόνωση;


«H απάντησή μου θα είναι ξανά σχετική. Ανάλογα με το πόσο έχει βοηθηθεί ένα παιδί στο σχολείο και στο σπίτι, από το πόσο δηλαδή το έχουν στηρίξει ή όχι οι δομές, και ανάλογα με τη δομή της προσωπικότητάς του και τη συνεργία των ανωτέρω, μπορεί να οδηγηθεί σε άλλοτε άλλου τύπου κοινωνική απομόνωση. H αδυναμία τους να διεκπεραιώσουν συγκεκριμένους στόχους, να αλληλουχήσουν μέσα στη μνήμη τους τα γεγονότα, συν η κατωτερότητα που πιθανόν να αισθάνονται, τα εμφανίζουν στα μάτια των γονέων ως παθολογικούς ψεύτες ή τεμπέληδες, με αποτέλεσμα να τα εκβάλλει και να τα περιθωριοποιεί η οικογένεια ή το εκπαιδευτικό σύστημα».


– Αρα η οικογένεια πρέπει από νωρίς να έχει συγκεκριμένες οδηγίες για το πώς θα στηρίζει το παιδί. Ποια νομίζετε ότι είναι τα κυριότερα προβλήματα της οικογένειας ως προς το δυσλεκτικό παιδί;


«Να συνειδητοποιήσει την ιδιαιτερότητά του. Να καταλάβει ότι η τεράστια ανθρώπινη πολυμορφία μπορεί να εκφράζεται και σε αυτούς. Να ενημερωθεί ότι πάρα πολύ μεγάλη διακύμανση στη συμπεριφορά και στην απόδοσή του στο σχολείο είναι συστατικό μέρος του προβλήματος και εκφράζεται με θετικούς ή αρνητικούς τρόπους ανάλογα με τη συγκυρία. Μια κακή ή προσβλητική ημέρα για το παιδί στο σχολείο μπορεί να προκαλέσει μια αλυσιδωτή αντίδραση με τη συμπεριφορά του παιδιού στο σπίτι. Αυτό μπορεί να είναι απάθεια, αναίδεια, υπερβολική εχθρότητα, θυμός, οτιδήποτε ακραίο το οποίο προκαλεί έντονο άγχος στους γονείς οι οποίοι δεν γνωρίζουν τι συνέβη και αντιδρούν, ατυχώς, εκφράζοντας με τη σειρά τους το ίδιο άγχος».


– Σε ποια ηλικία αρχίζουν αυτά να φαίνονται έντονα;


«Οταν φανεί η αργοπορία στο σχολείο. Συνήθως στην ηλικία των δέκα ετών, οπότε θεωρούμε ότι πρέπει να έχει εγκατασταθεί στο μυαλό και στην ψυχή του παιδιού μια καλή εικόνα για τον εαυτό του. Αν η απόδοσή του στο σχολείο υστερεί σημαντικά τα προβλήματα αυξάνονται. Στην εφηβεία επιτείνονται, οι γονείς εισπράττουν ακέραιο σχεδόν τον θυμό που οι έφηβοι, και πιο πολύ ίσως οι δυσλεκτικοί έφηβοι, έχουν για το σχολείο (τους θεσμούς) και την κοινωνία. Ιδιαίτερα οι μητέρες που είναι εκ φύσεως και εξ ορισμού πιο κοντά στα παιδιά τους. Μερικές φορές τα παιδιά τους τους φέρνουν σε πραγματική απελπισία, η οποία οδηγεί σε έλλειψη ψυχραιμίας και είναι πολύ κακός σύμβουλος».


– Τι μπορεί να γίνει; Ολα αυτά ακούγονται κάπως δύσκολα θα ομολογήσετε!


«Εγώ είμαι αρκετά αισιόδοξη. Πιστεύω ότι αν η οικογένεια και το σχολείο καθοδηγηθούν σωστά, μπορούν να στηρίξουν το παιδί».


– Πώς ακριβώς;


«Κατανοώντας ότι δεν είναι τεμπέλης, ψεύτης, αντάρτης ή ό,τι άλλο κακό, ενισχύοντας και επιβραβεύοντας τις δυνατότητές του και όχι εστιάζοντας στις αδυναμίες του και ακολουθώντας όσο μπορούν καλύτερα την εκάστοτε εκπαιδευτική αγωγή που παίρνουν από τους ειδικούς. Μαθαίνοντάς τα από νωρίς να μιλούν για τον εαυτό τους, τις ανησυχίες τους, τα συναισθήματά τους…».


– Μήπως αυτό είναι ανεδαφικό, ιδίως για το σχολείο; Πού να βρουν χρόνο οι εκπαιδευτικοί να εξατομικεύσουν το ενδιαφέρον τους σε ένα παιδί;


«Ο καλός και τρυφερός δάσκαλος είναι αδύνατον να μη βρει μισή ώρα μέσα στην εκπαιδευτική χρονιά για να μιλήσει με ένα παιδί και να το αποφορτίσει, να το κάνει να μη φοβάται, να το ενθαρρύνει, να του πει ότι αυτός θα βραβεύει την προσπάθειά του και όχι μόνο το αποτέλεσμα. Δεν είναι όλα τα παιδιά που δυσλειτουργούν μέσα στην τάξη. Τα 5-6 που δυσκολεύονται σε κάθε τάξη μπορεί νομίζω να τα βοηθήσει, έστω και ψυχολογικά».


– Ουσιαστικά, μπορεί;


«Θίγετε τώρα ένα μεγάλο θέμα. Συχνά οι εκπαιδευτικοί δεν είναι ενημερωμένοι για τα παιδιά με τέτοια προβλήματα. Ενα ερωτηματολόγιο που μοιράσαμε σε 1.000 εκπαιδευτικούς μέσης εκπαίδευσης σε αστικές, ημιαστικές και αγροτικές περιοχές των νομών μας, μας έδειξε ένα μάλλον απογοητευτικό ποσοστό. 1,8% θεωρεί ότι είναι αρκετά ενημερωμένο για το πρόβλημα, 17% μέτρια ενημερωμένο και το υπόλοιπο 81% δεν θεωρεί ότι ξέρει τίποτε για το πρόβλημα, ούτε ότι μπορεί να χειριστεί τους γονείς ή το παιδί…».


– Οι γονείς που προσέρχονται στη μονάδα σας τι λένε;


«Σχεδόν απαρεγκλίτως ότι δεν ενημερώθηκαν ποτέ από τους δασκάλους, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια του σχολείου. Το παράπονο αυτό όμως μπορεί να είναι και πλασματικό, με την έννοια ότι δεν θέλουν να ακούσουν τον δάσκαλο ή έχουν αμετακίνητα θετική ή αρνητική εικόνα για το παιδί τους».


– Δεν δείχνει να αλλάζει αυτή η μάλλον δυσοίωνη εικόνα;


«Ναι, ευτυχώς! Τα τελευταία χρόνια πολλοί καθηγητές, ιδίως στη μέση εκπαίδευση, μας παραπέμπουν τα παιδιά τα οποία επισημαίνονται στο γυμνάσιο να μην μπορούν καμιά φορά ούτε να συλλαβίσουν ούτε να θυμηθούν παρά ελάχιστη από την πληροφορία ή τη γνώση που παίρνουν από το σχολείο».


– H πολιτεία τι κάνει για αυτό; Ξέρουμε ότι υπάρχει το σύστημα του πιστοποιητικού απαλλαγής από τις εξετάσεις. Αυτό δεν βοηθάει; Ή ποια άλλα μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται και πότε;


«Και αυτό είναι ένα μεγάλο, μέγιστο θέμα. H επίσημη στάση της πολιτείας είναι ασαφής και μεταβαλλόμενη, εν μέρει γιατί υπάρχει σε όλα τα πολιτειακά συστήματα μια αδράνεια 10-20 ετών μεταξύ συνειδητοποίησης και θεσμικής αντιμετώπισης των προβλημάτων. Το πρόβλημα δηλαδή δεν είναι ή ήταν μόνο δικό μας».


– Απαντήστε μου όμως για τα πιστοποιητικά και τα άλλα μέτρα αντιμετώπισης…


«Τα πιστοποιητικά απαλλαγής είναι ένας θεσμός που ξεκίνησε με απολύτως καλές προθέσεις επί υπουργίας του A. Τρίτση, και στον δρόμο εμφάνισε και εμφανίζει πολλές αδυναμίες. Συχνά απαλλάσσουν γονείς και εκπαιδευτικούς από το καθήκον τους να βοηθήσουν αποτελεσματικότερα τον δυσλεκτικό έφηβο. Συχνά επίσης οδηγούν το παιδί σε έκπτωση του ηθικού του πλαισίου, σπάνια αλλά αναπόφευκτα μπορούν να είναι διαβλητά αντικατοπτρίζοντας την γκρίζα πλευρά της κοινωνίας μας. Ούτως ή άλλως είναι αμφίσημα, κατ’ εντολήν του καθ’ ύλην αρμόδιου γραφείου του υπουργείου Παιδείας, αφήνοντας έτσι τον τρόπο εξέτασης στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε εξετάζοντος».


– Δεν αντιλαμβάνομαι τι θέλετε να πείτε με αυτό το τελευταίο…


«Τα πιστοποιητικά περιέχουν αναγκαστικά την πρόταση «η επίδοση του μαθητή δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί μόνο με γραπτές εξετάσεις, λόγω δυσλεξίας…» και οι εκπαιδευτικοί αναπόφευκτα ερμηνεύουν κατά το δοκούν το πώς θα εξετάσουν τα παιδιά. H ειρωνεία είναι ότι όλα αυτά γίνονται πάντα με τις καλύτερες προθέσεις!».


– Μα λέει μια παροιμία ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις!


«Ακριβώς! Τουλάχιστον συχνά».


– Ολοκληρώνοντας, ποιο νομίζετε ότι θα ήταν ένα σημαντικό μέτρο για την πρόληψη, σε θεσμικό βέβαια επίπεδο, της δυσλεξίας αλλά και των δυσκολιών στη μάθηση;


«Ριζική ενίσχυση του γλωσσικού μέρους στο νηπιαγωγείο (προνήπιο και νήπιο), καθώς και στις δύο πρώτες τάξεις του δημοτικού, με ευρεία αναπροσαρμογή του αναλυτικού προγράμματος σε αυτά τα τρία πολύ σημαντικά χρόνια και πολύ συγκεκριμένες οδηγίες στους νηπιαγωγούς και στους δασκάλους της A´ δημοτικού. Είναι χαρακτηριστικό ότι το αναλυτικό πρόγραμμα του νηπιαγωγείου προτρέπει τους νηπιαγωγούς να δίνουν έμφαση στη γλώσσα, αλλά υπάρχει μόνο ένα συγκεκριμένο παράδειγμα 5-6 σειρών για το πώς να το κάνουν! H φωνολογική κατάρτιση του παιδιού πρέπει οπωσδήποτε να γίνεται με σύστημα και επιμονή σε αυτή την τριετία 4-7 ετών. Εχουμε τότε το πρώτο μεγάλο αναπτυξιακό άλμα και πρέπει να το εκμεταλλευόμαστε».