• Αναζήτηση
  • Καλύτερη ποιότητα ζωής με καρδιακή ανεπάρκεια

    Καλύτερη ποιότητα ζωής με καρδιακή ανεπάρκεια | tovima.gr
    Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι μία δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση όπου η καρδιά δεν μπορεί να αντλήσει αρκετό αίμα για τις ανάγκες του οργανισμού. Αυτό συνήθως συμβαίνει γιατί ο καρδιακός μυς, που είναι η αντλία υπεύθυνη για να στέλνει αίμα και οξυγόνο σε όλο το σώμα, εξασθενεί με την πάροδο του χρόνου. Η καρδιακή ανεπάρκεια έχει κάποιες φορές χειρότερη πρόγνωση και από τον καρκίνο, ενώ η θνησιμότητα αυξάνεται όταν συνοδεύεται από συνοδές καταστάσεις, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, οι αρρυθμίες, η αναιμία και η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
    Η καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να οφείλεται σε πολλαπλά αίτια. Ο καρδιακός μυς μπορεί να υποστεί βλάβη μετά από καρδιακή προσβολή (έμφραγμα του μυοκαρδίου) ή άλλες ασθένειες που επηρεάζουν την καρδιά (π.χ. μυοκαρδίτιδα), ή ακόμη και βλάβη που δημιουργείται σταδιακά λόγω της παρουσίας σακχαρώδους διαβήτη, υψηλής αρτηριακής πίεσης, υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ κ.λπ. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχουν διάφοροι τύποι καρδιακής ανεπάρκειας με διαφορετική παθοφυσιολογία αλλά και διαφορετική θεραπεία. Για παράδειγμα, η καρδιακή ανεπάρκεια με ελαττωμένο κλάσμα εξώθησης οφείλεται σε ελάττωση της συστολικής λειτουργίας της αριστερής κοιλίας ως αποτέλεσμα συνήθως προηγουμένου εμφράγματος του μυοκαρδίου. Αντίθετα, στην καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης (διαστολική καρδιακή ανεπάρκεια) η αντλία της αριστερής κοιλίας συσπάται καλά αλλά υπάρχει πρόβλημα στην πλήρωσή της με αίμα κατά τη φάση της διαστολής.
    Η νόσος επηρεάζει περισσότερα από 40 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως, ενώ αποτελεί την πρώτη αιτία νοσηλείας στα άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών. Συνολικά, από καρδιακή ανεπάρκεια πάσχει το 2% του πληθυσμού. Δηλαδή στην Ελλάδα οι πάσχοντες υπολογίζεται ότι φτάνουν τις 200.000-250.000. Ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου αυξάνεται με την ηλικία και είναι συχνότερη στους άνδρες συγκριτικά με τις γυναίκες. Ετσι, κάτω από την ηλικία των 65 ετών καρδιακή ανεπάρκεια έχει περίπου το 1% των ατόμων, ενώ στις ηλικίες 75-84 ετών καρδιακή ανεπάρκεια εμφανίζει το 7% των ατόμων και το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε 15% στα άτομα ηλικίας άνω των 85 ετών. Ομως, σύμφωνα με τις προβλέψεις, τα επόμενα χρόνια αναμένεται σημαντική αύξηση των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής.
    Οι εισαγωγές στα νοσοκομεία λόγω καρδιακής ανεπάρκειας αποτελούν το 4% των συνολικών εισαγωγών. Το 30% των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια πεθαίνουν μέσα σε έναν χρόνο από την έξοδό τους από το νοσοκομείο, ενώ ένας μεγάλος αριθμός ασθενών χρειάζεται πολλαπλές νοσηλείες, κάτι που αυξάνει το κόστος για τα συστήματα υγείας.
    Τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας περιλαμβάνουν δύσπνοια, μεγάλη καταβολή, οιδήματα (πρήξιμο) στα πόδια, ταχεία αύξηση του σωματικού βάρους από κατακράτηση υγρού, ακανόνιστος καρδιακός παλμός (λόγω αρρυθμίας). Η δύσπνοια επιδεινώνεται με την άσκηση και με την κατάκλιση, έτσι ώστε πολλές φορές οι ασθενείς αναγκάζονται να ξυπνήσουν τη νύχτα. Αξίζει να σημειωθεί πως λιγότερα από 1 στα 10 άτομα μπορούν να διακρίνουν τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας, ενώ 1 στα 3 άτομα ερμηνεύει λανθασμένα τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας ως φυσιολογικά συμπτώματα της γήρανσης. Παθήσεις που έχουν παρόμοια συμπτώματα με την καρδιακή ανεπάρκεια και για αυτό τον λόγο πρέπει να γίνει διαφορική διάγνωση είναι η παχυσαρκία, η αναιμία, οι παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα, η νεφρική και η ηπατική ανεπάρκεια. Οι πιο κοινές εξετάσεις για τη διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας είναι η λήψη ιατρικού ιστορικού και κλινική εξέταση, το ηλεκτροκαρδιογράφημα, οι εξετάσεις αίματος (όπως το νατριουρητικό πεπτίδιo NTproBNP), η ακτινογραφία θώρακος και το ηχωκαρδιογράφημα.
    Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι μια σοβαρή πάθηση, για την οποία συνήθως δεν υπάρχει οριστική θεραπεία. Ωστόσο, ακολουθώντας τις συμβουλές του γιατρού και κάνοντας απλές αλλαγές στον τρόπο ζωής, οι ασθενείς μπορούν να νιώσουν καλύτερα και να έχουν μία καλύτερη ποιότητα ζωής. Σε αυτό βέβαια βοηθούν κατά κύριο λόγο τα τροποποιητικά φάρμακα της νόσου, αλλά και οι εμφυτεύσιμες ιατρικές συσκευές (π.χ. βηματοδότες, απινιδωτές) ή και διαφορές επεμβάσεις (χειρουργικές ή διαδερμικές).
    Πάντως οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να έχουν τακτική εξειδικευμένη ιατρική παρακολούθηση.
     
    Ο κ. Γεώργιος Γιαννακούλας, MD, PhD, είναι επίκουρος καθηγητής Καρδιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Καρδιολογική Κλινική, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ.
     
    Αφιερώματα
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk