Η έκτακτη σύγκληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, την περασμένη Πέμπτη στις Βρυξέλλες, πραγματοποιήθηκε στον απόηχο της κρίσης ανάμεσα στον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τους ηγέτες των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, με αντικείμενο τη Γροιλανδία και το μέλλον της. Παρότι μια περαιτέρω κλιμάκωση απεφεύχθη, μετά την υπαναχώρηση του Τραμπ και τη μεσολάβηση του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, το τετ α τετ των πολιτικών επικεφαλής ευρωπαϊκής ηπείρου δείχνει ότι η ιδέα μιας Ευρώπης χειραφετημένης από τον μεγάλο διατλαντικό σύμμαχο αρχίζει να ωριμάζει.

Η δύσκολη εξίσωση

Εξαρχής, οι ηγέτες κυβερνήσεων και θεσμών της ΕΕ βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια δύσκολη διπλωματική εξίσωση: την ανάγκη να εξισορροπηθεί η στοίχιση των ευρωπαϊκών κρατών πίσω από την εθνική κυριαρχία Δανίας και Γροιλανδίας με τη διάθεση να αφεθούν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας με τις ΗΠΑ. Οσα είπε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, μετά το πέρας της συνόδου είναι αποκαλυπτικά.

«Ευρώπη και ΗΠΑ μοιράζονται κοινά συμφέροντα ασφαλείας στην Αρκτική, συνεργαζόμενες μέσα από το ΝΑΤΟ» δήλωσε, τονίζοντας παράλληλα ότι «η ΕΕ θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της, τα κράτη-μέλη, τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της απέναντι σε κάθε μορφή εξαναγκασμού». Στο ίδιο μήκος κύματος, η  πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, που είπε οκτώ φορές τη λέξη «ανεξαρτησία» στην ομιλία της στο Νταβός, γνωστοποίησε πως ανάμεσα στα τέσσερα κύρια θέματα που τέθηκαν επί τάπητος στις Βρυξέλλες περιλήφθηκαν τόσο «ο μη κλιμακωτός διάλογος με τις ΗΠΑ» όσο και ο «καθορισμός των εμπορικών αντιμέτρων και των μη δασμολογικών μέσων της ΕΕ».

Με τον όρο αντίμετρα εννοεί τη χρήση μιας σειράς οικονομικών αντιποίνων με αποκορύφωμα το περιβόητο «trade bazooka (εμπορικό μπαζούκα)», το οποίο επιτρέπει την ταυτόχρονη στόχευση πολλαπλών τομέων της οικονομίας και θα δρομολογούσε την επιβολή ανταποδοτικών δασμών ύψους 93 δισ. ευρώ ετησίως κατά των ΗΠΑ.

Ρήγμα εμπιστοσύνης

Η διαχείριση της αβεβαιότητας στις ευρωατλαντικές σχέσεις υπήρξε φαινόμενο που συνόδευσε την επάνοδο του Τραμπ στον Λευκό Οίκο καθ’ όλη τη διάρκεια του περασμένου έτους αλλά η κρίση της Γροιλανδίας, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας μέλος της απειλήθηκε εμμέσως πλην σαφώς με εισβολή από άλλο μέλος, συνιστά άνευ προηγουμένου ρήγμα στην εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο πλευρές.

«Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της επίτευξης μιας κάποιας συμφωνίας στις Αλπεις [σ.σ.: στο θέρετρο του Νταβός, που πραγματοποιήθηκε το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ] ανάμεσα στους ευρωπαίους νομοθέτες δεν κυριαρχεί πια η ανακούφιση» επισημαίνουν αναλυτές της δεξαμενής σκέψης Atlantic Council. Και συμπληρώνουν: «Λίγοι γιορτάζουν την αποκλιμάκωση, καθώς αντιλαμβάνονται ως άσκοπη και απερίσκεπτη αυτή την τελευταία δοκιμασία της αξιοπιστίας και της συνοχής της Συμμαχίας. Και επειδή γνωρίζουν ότι πιθανότατα είναι μόνο μια προσωρινή ανάπαυλα και όχι η τελευταία διατλαντική κρίση που μπορούν να περιμένουν από αυτή την κυβέρνηση των ΗΠΑ».

Την ίδια αίσθηση αναγκαιότητας για την υιοθέτηση από την ΕΕ μιας ενιαίας και ανεξάρτητης στρατηγικής στην τωρινή διεθνή συγκυρία αναδεικνύουν ευρωπαίοι διπλωμάτες: «Αυτή είναι η στιγμή της διέλευσης του Ρουβίκωνα» δήλωσε ένας εξ αυτών, μιλώντας στον ιστότοπο Politico, προσθέτοντας ότι «η Ευρώπη δεν μπορεί να επιστρέψει σε ό,τι ήταν πριν. Το πώς ακριβώς θα μοιάζει η νέα πορεία παραμένει, όπως συνήθως, θέμα για μια άλλη μέρα».

Δεσμοί και επιλογές

Οι πρόσφατες εξελίξεις (ιδίως οι απειλές του Τραμπ για στρατιωτική κατάκτηση της Γροιλανδίας) έφεραν στην επιφάνεια το ώριμο αίτημα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης. Αλλά και ένα δεύτερο ερώτημα, κρίσιμο να απαντηθεί, έκανε την εμφάνισή του: μέχρι πού είναι διατεθειμένες να φτάσουν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες στην υπεράσπιση της Γροιλανδίας ή σε ανάλογες περιπτώσεις;

«Παραμένει αβέβαιο πώς θα εξελιχθούν οι διαπραγματεύσεις σχετικά με την οριστικοποίηση ενός σχεδίου για τη Γροιλανδία. Δεν είναι ακόμη σαφές σε ποιον βαθμό ο πρόεδρος Τραμπ έχει εγκαταλείψει τις ελπίδες του για προσάρτηση του νησιού, την ίδια στιγμή που οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι εξακολουθούν να επιμένουν ότι η κυριαρχία της πρέπει να προστατευθεί» τονίζει δημοσίευμα των «New York Times», αποτυπώνοντας την αστάθεια των διμερών σχέσεων.

Η ανταποκρίτρια της «Wall Street Journal» στις Βρυξέλλες Κιμ Μακρέιλ σημειώνει ότι «το κεντρικό ερώτημα που αντιμετωπίζουν τώρα οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι αν μπορούν να φτάσουν μέχρι το τέλος της θητείας Τραμπ μέσα από ένα εναλλασσόμενο μείγμα συμβιβασμού και αντιποίνων ή αν η Ευρώπη μπορεί να οικοδομήσει κάποια πραγματική ανεξαρτησία που θα απαιτούσε μειωμένη αμυντική εξάρτηση από την Ουάσιγκτον, πιο δυναμικές οικονομίες και διαφοροποιημένες αγορές εξαγωγών».

Οι συνέπειες των αποφάσεων που πρέπει να ληφθούν αναφορικά με το μέλλον της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ βάζουν επιμέρους διλήμματα στις πρωτεύουσες των κρατών-μελών. Η ευθεία επίθεση στον γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τον βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, οι συνεχείς αναφορές σε «αδύναμους ευρωπαίους ηγέτες», η υποτίμηση κάθε έννοιας Διεθνούς Δικαίου και η συνολικότερη συμπεριφορά του αμερικανού προέδρου προς τους πιο αφοσιωμένους συμμάχους των ΗΠΑ δημιουργούν αντικειμενικές δυσκολίες.

Από την άλλη πλευρά, αποτελεί κοινό τόπο ότι η ενίσχυση μιας αμυντικής βιομηχανίας αποκλειστικά ευρωπαϊκής προϋποθέτει το κλείσιμο του τεχνολογικού χάσματος μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, εις βάρος των κοινωνικών δαπανών. Δέον να σημειωθεί ότι σήμερα το 64% των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών κατευθύνεται στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία. «Αν οι ενέργειες του Τραμπ τις τελευταίες εβδομάδες δείχνουν κάτι, είναι ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να λογίζονται για πάντα ως η ραχοκοκαλιά της άμυνας του ΝΑΤΟ. Αλλά αν η αμυντική πολιτική της Ευρώπης δείχνει κάτι με τη σειρά της, είναι ότι οι Βρυξέλλες δεν είναι έτοιμες να ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο όσον αφορά την ασφάλεια» αφού ακόμη εξαρτώνται από την αμερικανική ισχύ, παρατηρεί ο αμυντικός αναλυτής του «Eurointelligence» Τζακ Σμιθ.

Μπροστά στα διλήμματα για τις κρίσιμες επιλογές του μέλλοντος, η ΕΕ και οι πολιτικές ηγεσίες της δεν είναι έτοιμες για μια συνολική ρήξη με τις ΗΠΑ αλλά η εμπειρία της Γροιλανδίας συνιστά ανεπίστρεπτο σημείο καμπής για την Ευρώπη, τις ηγεσίες και τους λαούς της. Η φράση του βρετανού πρωθυπουργού του 19ου αιώνα Λόρδου Πάλμερστον ότι «τα έθνη δεν έχουν σταθερούς φίλους ή εχθρούς», για πολλούς στις Βρυξέλλες ηχεί πια ως οδυνηρή αλήθεια.