Ανηλεής και καυστική σάτιρα για την πολιτική και για την κοινωνία, για τον άνθρωπο που μπορεί να γίνει τέρας ή για το τέρας που μπορεί να κρύβει κάποιος άνθρωπος μέσα του, «Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχαγκόννυ» των Κουρτ Βάιλ και Μπέρτολντ Μπρεχτ παίχτηκε για πρώτη φορά στη Λειψία το 1930. Έπειτα από μερικά χρόνια, η ναζιστική κυβέρνηση απαγόρευσε τη μουσική του Βάιλ στη Γερμανία. Σήμερα κάθε παρουσίαση της όπερας αναβιώνει με τρόπο συγκλονιστικό τη σκοτεινή εκείνη εποχή αλλά και προφητεύει, θαρρείς, τη νέα σκοτεινιά που φέρνει το μέλλον.

Μιλάει αφοπλιστικά για την καταστροφική μανία του κέρδους και μας βάζει μπροστά σε έναν καθρέφτη που αποκαλύπτει την ωμή πραγματικότητα: τη διαχρονική τραγωδία της ύπαρξής μας. Την αγωνία και τους αγώνες του (πάντας επιρρεπούς στην αμαρτία και τη διαφθορά) ανθρώπου, σε έναν κόσμο που διαψεύδει τα όνειρα που οδηγείται στο απόλυτο χάος. Η παρουσίαση ανεβαίνει στην Εθνική Λυρική Σκηνή στις 12 Απριλίου για σειρά παραστάσεων έως τις 25 του μήνα, σε μουσική διεύθυνση Μίλτου Λογιάδη και σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. Οι Βασίλης Καβαγιάς, Χρήστος Κεχρής, Τάσος Αποστόλου, Γιάννης Καλύβας, Χάρης Ανδριανός και Γιάννης Γιαννίσης ερμηνεύουν τους ανδρικούς ρόλους. Τις δύο ταλαιπωρημένες από τις δυσκολίες της ζωής αλλά και αδίστακτες πρωταγωνίστριες της παράστασης, την Τζέννυ Σμιθ και την Λεοκάντια Μπέγκμπικ, ζωντανεύουν οι μεσόφωνοι Μαρισία Παπαλεξίου και Άννα Αγάθωνος, οι οποίες λίγο προτού βγουν στη σκηνή μιλούν για τους ρόλους τους και μας δίνουν μια ιδέα των όσων θα παρακολουθήσουμε.

Μαρισία Παπαλεξίου

«Είμαι καλά γιατί στέκομαι ευτυχώς στα πόδια μου και κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ στη ζωή μου μέρα με τη μέρα» λέει η Μαρισία Παπαλεξίου στην αρχή της κουβέντας μας, συμπληρώνοντας: «Γιατί έτσι όπως έχει γίνει η κατάσταση, δεν μπορούμε πια να κάνουμε πολλά σχέδια και όνειρα. Οπότε, αν βγει καλά η εβδομάδα είμαστε σε καλό δρόμο (σ.σ.: γελάει) – έτσι δεν είναι;». Μιλώντας γενικά για τις ζωές μας, για τον καθημερινό αγώνα όλων μας, και σχολιάζοντας αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, το μάλλον δυσχερές περιβάλλον των τελευταίων ετών, περνάμε με μεγάλη ευκολία, με σχεδόν φυσικό, θα έλεγα, τρόπο στο «Μαχαγκόννυ». Και ξαφνικά η φανταστική πόλη της διαφθοράς και της αμαρτίας που έστησαν ο Βάιλ και ο Μπρεχτ δεν μας φαίνεται τόσο φανταστική. Όπως επισημαίνει και η συνομιλήτριά μου, «το έργο είναι τόσο επίκαιρο, τόσο «to the point», που ώρες-ώρες νομίζω πως οι δημιουργοί του μας έβλεπαν όταν το έγραφαν».

Ήμουν έτοιμος να σας ρωτήσω τι, κατά τη γνώμη σας, έχει να πει το «Μαχαγκόννυ» στον σύγχρονο ακρoατή…

Με έναν τρόπο, του δείχνει τον κόσμο στον οποίο ζει. Κάθε φορά που έρχομαι σε επαφή με το έργο, ανατριχιάζω. Γιατί, ναι, είναι πολύ σοβαρά αυτά που θα πούμε στον κόσμο με την παράστασή μας. Το λιμπρέτο είναι προφητικό, «έβλεπε» πολύ μπροστά από την εποχή στην οποία γράφτηκε. Δυστυχώς για όλους μας, ήδη από τη δεκαετία του ’30, περιέγραφε τα χρόνια που θα έρχονταν, τον κόσμο που θα ερχόταν, τον κόσμο μας.

Πώς το εννοείτε;

Σε κάποιο σημείο του έργου η χήρα Μπέγκμπικ, την οποία ερμηνεύει η Αννα Αγάθωνος, λέει ότι το χειρότερο αμάρτημα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος και το χειρότερο έγκλημα ταυτόχρονα είναι να μην έχει λεφτά! Αυτό δυστυχώς το βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα. Οταν δεν υπάρχει το χρήμα, δεν μπορείς ούτε να ζήσεις με αξιοπρέπεια ούτε να αρρωστήσεις και να νοσηλευτείς με αξιοπρέπεια ούτε να σπουδάσεις με αξιοπρέπεια. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Το χρήμα είναι η απόλυτη ισχύς. Τίποτα, μα τίποτα, δεν μετράει περισσότερο από αυτό. Η ανθρώπινη ζωή; Είναι αστείο να λέμε ότι αξίζει παραπάνω από το χρήμα με όλα αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας σε όλον τον κόσμο.

Ο Βάιλ και ο Μπρεχτ απεικονίζουν μια φρικτή διαχρονική πραγματικότητα χωρίς να την ωραιοποιούν ούτε στο ελάχιστο. Πόσο εύκολα μπορεί ένας λυρικός καλλιτέχνης που έχει συνηθίσει να κινείται σε ένα πιο ονειρικό και εξωραϊστικό περιβάλλον, αυτό της όπερας, να προσεγγίσει και να αποδώσει τον αφόρητα ρεαλιστικό κόσμο τους;

Πράγματι, εδώ δεν υπάρχει καμία ωραιοποίηση, λιμπρετίστας και συνθέτης δεν στρογγυλεύουν τίποτα. Η αλήθεια είναι ωμή. Το «Μαχαγκόννυ» είναι ένα πολύ σκληρό έργο. Ομολογώ πως μου ήταν αρκετά δύσκολο να το πλησιάσω και να μπω στην ατμόσφαιρά του προτού έρθω σε επαφή με τον Γιάννη Χουβαρδά. Ο σκηνοθέτης μας μάς εξήγησε με ακρίβεια την ιδέα του, και μας οδήγησε με τρόπο αποκαλυπτικό στον κόσμο που περιγράφει.

«Το λιμπρέτο είναι προφητικό, «έβλεπε» πολύ μπροστά από την εποχή στην οποία γράφτηκε. Δυστυχώς για όλους μας, ήδη από τη δεκαετία του ’30, περιέγραφε τα χρόνια που θα έρχονταν, τον κόσμο που θα ερχόταν, τον κόσμο μας».

Ο χαρακτήρας που ερμηνεύετε;

«Μα και με αυτόν τα βρήκα λίγο σκούρα (σ.σ.: γελάει). Προτού συζητήσω και αρχίσω να δουλεύω με τον κύριο Χουβαρδά, είχα και εγώ ωραιοποιήσει κάποιες καταστάσεις. Ομως ο χαρακτήρας της Τζέννυ Σμιθ είναι πολύ συγκεκριμένος. Πρόκειται για μία πόρνη η οποία φτάνει στη νεοϊδρυθείσα πόλη Μαχαγκόννυ με έξι ακόμα συναδέλφους της αναζητώντας μία καλύτερη ζωή. Αλλά και κουβαλώντας μαζί της την προηγούμενη ζωή της, τα προηγούμενα τραύματα. Η γυναίκα αυτή είναι ένας καρχαρίας – όπως και άλλοι συνοδοιπόροι της – που προσπαθεί να επιβιώσει. Είναι ένας καρχαρίας που έρχεται για να φάει, για να δαγκώσει, για να αρπάξει ό,τι μπορεί. Αυτό που την κρατά ζωντανή είναι το ένστικτο της επιβίωσης».

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, τα κλειδιά της ερμηνείας του ρόλου και κατ’ επέκταση του έργου;

«Όλα τα βρίσκουμε αν ανατρέξουμε στην εποχή κατά την οποία γράφτηκε. Το «Μαχαγκόννυ» είναι μια πολύ σκληρή κριτική προς την αμερικανική κοινωνία αλλά και προς την κοινωνία της Γερμανίας, της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Υπήρχε τρομερή ανέχεια τότε, οι άνθρωποι εκπορνεύονταν για ένα κομμάτι ψωμί, ίσως και για λιγότερο από ένα κομμάτι ψωμί, για το τίποτε. Έκαναν τέρατα μόνο και μόνο για να επιβιώσουν. Αυτό ακριβώς απεικονίζεται στο έργο. Η ανάγκη για επιβίωση ξεπερνά κάθε άλλη ανάγκη, μπροστά σε αυτή την ανάγκη δεν υπάρχει ούτε συναίσθημα ούτε φιλία ούτε έρωτας. Δεν υπάρχει τίποτα».

Στην πραγματική ζωή, όσο δύσκολα και αν περνάς, υπάρχει ευτυχώς η ελπίδα. Στο «Μαχαγκόννυ» υπάρχει ελπίδα;  

Πρέπει να ψάξεις πολύ για να τη βρεις, υπάρχουν όμως ψήγματα ελπίδας στο κείμενο και στη μουσική. Ο Βάιλ είναι ένας πανέξυπνος συνθέτης, μια ιδιοφυΐα. Σου δίνει λοιπόν με τον τρόπο του και την αίσθηση της ελπίδας. Αυτό συμβαίνει π.χ. στην ερωτική σκηνή ανάμεσα στην Τζέννυ και στον Τζίμμυ Μάχονυ, τον πρωταγωνιστή του έργου, τον οποίο ερμηνεύει ο Βασίλης Καβάγιας. Εκεί που βλέπουμε άνδρες να κάνουν ουρά στις πόρτες των πορνείων περιμένοντας τη σειρά τους για να μπουν, ξαφνικά, από το πουθενά, ξεφυτρώνει ένα ντουέτο όπου ένας άνδρας και μία γυναίκα μιλάνε για τους γερανούς. Οι γερανοί είναι μονογαμικά πτηνά, μένουν με το ταίρι τους μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αυτό το τρυφερό και ποιητικό σημείο παρεμβάλλεται σε μία σκηνή όπου ο έρωτας παρουσιάζεται ως δοσοληψία. Και ξαφνικά μάς γεννά μια ελπίδα, ότι ίσως, κάπου, κάποτε, σε ένα άλλο μέρος, σε μια άλλη ζωή, αν ήμασταν κανονικοί άνθρωποι, θα μπορούσαμε να έχουμε μια κανονική ζωή, μια ειλικρινή σχέση, θα μπορούσαμε να ζήσουμε την αγάπη. Από την άλλη, και το ίδιο το Μαχαγκόννυ είναι η ελπίδα, αφού οι άνθρωποι έρχονται εκεί – σε ένα Λας Βέγκας που υπόσχεται ευτυχία, διασκέδαση, καλοπέραση και περισσότερα χρήματα – αναζητώντας μία καλύτερη ζωή. Αν και στην πορεία διαψεύδονται.

Φωτό: Ανδρέας Σιμόπουλος

Ερμηνεύετε το πιο δημοφιλές τραγούδι του έργου: Το «Alabama Song» το περιμένουν όλοι, το γνωρίζουν όλοι, χάρη στις δεκάδες επανεκτελέσεις του, ακόμα και όσοι δεν έχουν ακούσει τίποτε άλλο από το «Μαχαγκόννυ». Αυτό είναι ωραίο, αναρωτιέμαι όμως μήπως σας δημιουργεί και επιπλέον άγχος.  

Θα μπορούσε, πράγματι, να με αγχώνει, δεν το σκέφτηκα όμως ποτέ έτσι. Ευτυχώς! Ήταν από την αρχή τόσο μεγάλη η χαρά μου που μου δόθηκε ο ρόλος, που ειλικρινά δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Μόνο χαρά και όρεξη για δουλειά.

Είναι δύσκολος ο ρόλος της Τζέννυ;

Για εμένα είναι μια τεράστια φωνητική πρόκληση. Ο ρόλος είναι για υψίφωνο. Εγώ είμαι μεσόφωνος με ευκολία στις υψηλές νότες. Όταν μου ανατέθηκε ήμουν επιφυλακτική. Προτού πω το τελικό «ναι», δοκίμασα τις δυνάμεις μου, αν δηλαδή θα μπορούσα να βγάλω την παρτιτούρα. Βεβαίως μπορώ, αλλιώς δεν θα δεχόμουν. Πάντως κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αυτός ο ρόλος κανονικά πρέπει να τραγουδιέται από δύο τραγουδίστριες: Από μια μεσόφωνο, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του κυμαίνεται στη μεσαία και στη χαμηλή περιοχή, και από μία σοπράνο για τα σημεία που είναι γραμμένα ξεκάθαρα για σοπράνο, για μία φωνή που κρατάει εύκολα την ψηλή γραμμή του τραγουδιού. Όπως και αν έχει, εγώ δεν υπερεκτίμησα τις δυνάμεις μου. Αντιμετώπισα το «Μαχαγκόννυ» ως λευκό χαρτί και δούλεψα σκληρά. Ζόρισα τον εαυτό του και για να κατακτήσω τεχνικά τον ρόλο μου και για να τον καταλάβω και να τον αποδώσω όπως πρέπει. Είχα βεβαίως την τύχη και την ευτυχία να συνεργάζομαι με τον Μίλτο Λογιάδη, που όχι μόνο είναι γνώστης αυτής της μουσικής αλλά και ένας μαέστρος πρόθυμος να σε βοηθήσει με όλη την καρδιά του. Επίσης ο κύριος Χουβαρδάς είναι μεγάλο σχολείο για εμένα, για όλους εμάς. Οφείλω πολλά και στον Νίκο Βασιλείου, που με προετοίμασε, καθώς και στους εξαιρετικούς συναδέλφους που συμμετέχουν στην παραγωγή. Κάνω την προσπάθειά μου και ελπίζω πως θα αποδώσει. Ξέρω πως το «Μαχαγκόννυ» με πηγαίνει μπροστά όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα αλλά και ως άνθρωπο. Σαφώς είμαι κερδισμένη, γιατί έχω πάει πολύ πιο πέρα από εκεί που νόμιζα πως μπορώ να φτάσω.

Τι να κρατήσουμε φεύγοντας από την παράσταση;

Ας μη μείνουμε στη μαυρίλα, ας πούμε κάτι καλό: Την αίσθηση της ελπίδας. Πως ακόμα και αν μας οδηγούν στην καταστροφή, ας μην το βοηθήσουμε, ας μην αφήσουμε να γίνει με τη δική μας συναίνεση και παραίτηση. Πρέπει να έχουμε μια μικρή έστω αντίσταση. Και αυτή η αντίσταση γεννάει την ελπίδα!.

Αννα Αγάθωνος

Αν μου ξεφύγει καμία λάθος λέξη, βοηθήστε με, λείπω πάρα πολλά χρόνια από την Ελλάδα και καμιά φορά όταν μιλάω τα ελληνικά, το μυαλό μπορεί να κολλήσει» λέει με χαριτωμένη συστολή η Αννα Αγάθωνος στην αρχή της συζήτησής μας. Στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται καμία βοήθεια. Αν και βρέθηκε στο εξωτερικό από τα εφηβικά της χρόνια, στη Βιέννη και ακολούθως στη Γερμανία, όπου έχτισε σε μεγάλο βαθμό την καριέρα της, μιλάει πάντα εξαιρετικά τη μητρική της γλώσσα.

Σαν να μη λείψατε ποτέ!

Κι όμως, λείπω πολλά χρόνια! Τόσο πολλά που όταν προσπαθώ να σκεφτώ και να μιλήσω στα ελληνικά, έρχονται στιγμές που ρετάρω (σ.σ.: γελάει).

Ξέρω πως όλα αυτά τα χρόνια έχετε τραγουδήσει (και εξακολουθείτε να τραγουδάτε) πολύ στη Γερμανία, μια χώρα όπου υπάρχουν αρκετές ευκαιρίες για τους λυρικούς καλλιτέχνες αλλά και όπου η δουλειά στις σκηνές της όπερας θεωρείται ιδιαιτέρως απαιτητική…

Πράγματι! Απαιτητική κυρίως επειδή καλούμαστε να κάνουμε συγχρόνως πολλά πράγματα, να ετοιμάζουμε και να τραγουδάμε διαρκώς νέους ρόλους, από τους πιο μικρούς ως τους πιο μεγάλους. Σχεδόν δεν σου φτάνει ο χρόνος για να προετοιμαστείς σωστά, θέλει οργάνωση, πρόγραμμα και αφοσίωση.

«Αν στην αρχαία ελληνική τραγωδία ή και στο κλασικό θέατρο ο συγγραφέας θέλει να κάνει τον θεατή να συμπάσχει με το δράμα των ηρώων του, εδώ συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Ο Μπρεχτ τον θεατή θέλει να τον ταρακουνήσει».

Εσείς ξεκινήσατε από το μπελκάντο και τον Ροσίνι και φτάσατε να λέτε τους μεγάλους δραματικούς ρόλους του Βέρντι. Το «Μαχαγκόννυ» είναι κάτι καινούργιο για το ρεπερτόριό σας;

Είναι η πρώτη φορά που το λέω. Είναι επίσης η πρώτη φορά που τραγουδώ έργο του Κουρτ Βάιλ εκτός από κάποια δημοφιλή τραγούδια του, όπως το «Youkali», που τα είχα τραγουδήσει πολύ νέα. Είναι όμως πολλά χρόνια πίσω. Οπότε, ναι, το «Μαχαγκόννυ» και ο κόσμος του Μπρεχτ και του Βάιλ είναι κάτι πολύ καινούργιο για εμένα. Και πολύ ενδιαφέρον!

Πώς θα το χαρακτηρίζατε; Πώς θα το περιγράφατε;

Διάβασα πολύ για να καταλάβω την ατμόσφαιρα, το ύφος. Θα έλεγα πως αν στην αρχαία ελληνική τραγωδία ή και στο κλασικό θέατρο ο συγγραφέας θέλει να κάνει τον θεατή να συμπάσχει με το δράμα των ηρώων του, εδώ συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Ο Μπρεχτ τον θεατή θέλει να τον ταρακουνήσει. Θέλει να τον ξυπνήσει, να τον βάλει σε σκέψεις. Θέλει να αφυπνίσει το κοινό του. Την ίδια στιγμή, από τεχνικής απόψεως, όσον αφορά τη δομή της όπερας, υπάρχουν, όπως διάβασα, διάφορες καινοτομίες. Πράγματα που σήμερα μπορεί και να τα έχουμε ξαναδεί, αλλά την εποχή που παρουσιάστηκε το έργο ήταν νέα. Ανάμεσα π.χ. στα μουσικά μέρη βάζει λεζάντες ή αφηγητή. Κάποια στιγμή εμφανίζονται άνθρωποι με πανό που γράφουν συνθήματα. Και πολλά άλλα. Αυτό, το νέο, συμβαίνει και στη μουσική. Ας πούμε, ξαφνικά ακούγονται κομμάτια πιθανώς πιο τζαζ, που σε μία πρώτη ακρόαση σου φαίνονται άσχετα. Δεν είναι, όμως! Χρειάστηκε μελέτη για να καταλάβω πως εξυπηρετούν και αυτά εκείνο που ήθελαν από την αρχή οι δημιουργοί του έργου, να αιφνιδιάσουν, να ξυπνήσουν, να ταρακουνήσουν το κοινό».

Τραγουδιστικά, πόσο όπερα είναι το «Μαχαγκόννυ»;

Τότε, στις παλαιότερες εκτελέσεις, είχαν τη Λότε Λένια, η οποία με τον ιδιαίτερο θεατρικό τρόπο που τραγουδάει, ξεχωρίζει. Οι υπόλοιποι, όμως, που την πλαισιώνουν είναι τραγουδιστές της όπερας. Αισθάνομαι πως ώρες-ώρες το έργο ζητάει από τον τραγουδιστή της όπερας να ξεχάσει λίγο ότι είναι τραγουδιστής της όπερας, αλλά την ίδια στιγμή έχει απαιτήσεις όπερας.

Θα μας μιλήσετε λίγο για τον ρόλο σας; Ποια είναι η Λεοκάντια Μπέγκμπικ;

Μια απατεώνισσα είναι. Μια γυναίκα που, για να είμαι δίκαιη, στην πραγματικότητα της τα έφερε η ζωή έτσι. Την ανάγκασε να γίνει απατεώνισσα για να επιβιώσει, για να επιζήσει. Ο Γιάννης Χουβαρδάς μάς υπενθυμίζει διαρκώς πως η Μπέγκμπικ, όπως και άλλοι χαρακτήρες του έργου, είμαστε οι καρχαρίες. Βεβαίως, όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή, και εδώ οι κακοί έχουν μία ιστορία, δηλαδή κάτι τους συνέβη και τους έκανε κακούς – δεν ξέρω αν υπάρχουν και κακοί που απλώς γεννήθηκαν έτσι. Εδώ λοιπόν οι κακοί έχουν μια πορεία που πιθανώς εξηγεί κάποια πράγματα. Για να επιστρέψω στον χαρακτήρα που ερμηνεύω, η Μπέγκμπικ λέει σε ένα σημείο του έργου: «Κάποτε και εγώ καθόμουν κάτω από έναν τοίχο με έναν άνδρα και μιλούσαμε για αγάπη». Δεν ήταν πάντα αυτή η γυναίκα που βλέπουμε στη σκηνή. Πέρασε όμως ο καιρός και με τον καιρό πέρασε και ο ερωτισμός, πέρασε και ο αισθησιασμός.

Με έναν τρόπο, προσπαθώντας να τη γνωρίσετε καλύτερα, τη συμπαθήσατε;

Την κατάλαβα, θα έλεγα. Κατάλαβα πως η ζωή την έκανε έτσι. Είναι μια γυναίκα χειραφετημένη και στιβαρή. Ο κύριος Χουβαρδάς επιμένει σε αυτή τη στιβαρότητα, την οποία την ψάχνω πολύ (σ.σ.: γελάει), γιατί δεν σαν κρύβω πως δεν είναι του χαρακτήρα μου. Την ψάχνω. Και βρίσκομαι μπροστά σε μια γυναίκα που εκμεταλλεύεται τους άλλους για να επιζήσει. Αυτή είναι και η σκληρότητα του έργου. Όλοι ουσιαστικά αυτό κάνουν, εκμεταλλεύονται τον διπλανό τους. Και έχουν αυτή την απερίγραπτη νοοτροπία τού «και τι έγινε; Πάμε τώρα παρακάτω». Γι’ αυτό γίνονται τρομερά πράγματα πάνω στη σκηνή. Πέφτει, ας πούμε, ο ένας νεκρός, τον κοιτάζουν οι άλλοι και λένε: «Οκέι, πάμε τώρα παρακάτω». Σκληρός ρεαλισμός που δυστυχώς υπάρχει και στην πραγματική ζωή, τον βλέπουμε γύρω μας και στην εποχή μας. Και αυτό είναι το συνταρακτικό: Πόσο ένα έργο περίπου εκατό χρόνων παραμένει τόσο ανατριχιαστικά σύγχρονο. Ηταν, τελικά, ένα έργο προφητικό. Αναρωτιέμαι πώς θα αντιδράσει το κοινό. Εχω μεγάλη περιέργεια. Θα το ταρακουνήσει το έργο, θα το ενοχλήσει; Είμαι περίεργη να δω και πώς θα φανεί η μουσική.

Εσάς, έπειτα από τόσα χρόνια θητείας στην κλασική όπερα και σε συνθέτες όπως ο Ροσίνι, ο Βέρντι, ο Μπιζέ, ο Σεν Σανς και τόσοι άλλοι, πώς σας φαίνεται η μουσική;

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Υπάρχουν έντονα στοιχεία όπερας αλλά και πιο τζαζ κομμάτια. Υπάρχει και το «Alabama Song» που είναι το πιο διάσημο τραγούδι του έργου, καθώς έχει ακουστεί σε δεκάδες εκτελέσεις. Κυρίως υπάρχουν πολλά μικρά μυστικά που πρέπει κανείς να ασχοληθεί σε βάθος με το έργο, πρέπει να το ψάξει, για να τα ανακαλύψει. Το «Μαχαγκόννυ» έχει απ’ όλα μέσα του».

Δηλαδή; Μπορείτε να μας φέρετε ένα πρόχειρο παράδειγμα;

«Μελετούσα το έργο στη Γερμανία με έναν εκπληκτικό πιανίστα που είναι και συνθέτης, και που κατέχει πολύ καλά το ρεπερτόριο. Παίζοντας ενώ εγώ τραγουδούσα, ανακάλυψε με έκπληξη πως σε ένα σημείο ο Βάιλ έχει ενθέσει ένα κοράλ του Μπαχ! Με τρόπο διακριτικό και ευφυή. Αυτή είναι μία μόνο από τις πολλές εκπλήξεις που μας περίμεναν. Εννοείται πως ο συνθέτης δεν το έκανε για να αντιγράψει τον Μπαχ, ηθελημένα το είχε βάλει εκεί, γιατί κάτι ήθελε να πει. Hταν συνθέτης πανέξυπνος ο Βάιλ. Είχε μάλιστα και πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία ζωής. Oταν βρέθηκε αναγκαστικά στην Αμερική, στην εξορία, δεν ήθελε να φέρει τίποτε από το παρελθόν του, προσπάθησε να προσαρμοστεί πλήρως στη νέα ζωή του. Γι’ αυτό έγραψε και τραγούδια στην αγγλική γλώσσα. Αξίζει να διαβάσει κάποιος για την πορεία του».

Πώς, λοιπόν, προσεγγίσατε φωνητικά τη μουσική του; Ηταν μια εύκολη διαδικασία;

Δεν θα έλεγα πως ήταν εύκολη, κυρίως λόγω αυτής τη δωρικότητας, της ωμότητας, τολμώ να πω, που ζητάει από τους ερμηνευτές. Είναι κάτι περίεργο για εμένα αυτό που ζητούν συνθέτης και συγγραφέας: Να τραγουδάς, να ερμηνεύεις, με μία αποστασιοποίηση. Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός και να κρατάς από την αρχή ως το τέλος αυτή τη γραμμή. Να μην παρασυρθείς δίνοντας κάποια στιγμή περισσότερη φωνή, όπως πιθανώς θα έκανες στην όπερα. Πρέπει, θα ακουστεί παράξενο αυτό, να τραγουδάς καλά, αλλά και να ξεχνάς για λίγο το τραγούδι. Να στοχεύεις στον πυρήνα του έργου, στο κουκούτσι, και να μένεις απόλυτα πιστός στο μουσικό στυλ της εκάστοτε σκηνής. Και, ναι, είναι ένα έργο με πολλά διαφορετικά στυλ, γεγονός που κάνει το όλο εγχείρημα ακόμα πιο δύσκολο. Καλείσαι, λοιπόν, τελικά να συνδυάσεις όλα αυτά τα πολλά διαφορετικά στυλ.

Τα τελευταία χρόνια, που συνεργάζεστε με τη Λυρική Σκηνή, εμφανίζεστε πιο συχνά στην Ελλάδα παρά το φορτωμένο πρόγραμμά σας στο εξωτερικό. Ήταν κάτι που το επιδιώξατε;

Ήταν κάτι που πάντα το ήθελα. Μακάρι να μου δίνονται ευκαιρίες για να έρχομαι ξανά και ξανά. Για εμένα το να τραγουδάω στην Ελλάδα είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο. Χαίρομαι που έχει γίνει αυτή η συνεργασία με τη Λυρική, μια συνεργασία που είναι αρκετά σταθερή, όσο βεβαίως το επιτρέπει και ο χρόνος μου. Είναι μεγάλη χαρά, σας το λέω πολύ ειλικρινά! Τον μισό χρόνο περιμένω να έρθει η στιγμή που θα τραγουδήσω στην Ελλάδα και τον άλλο μισό ζω με την ανάμνηση της προηγούμενης ελληνικής εμφάνισης και περιμένω με αγωνία να έρθει η επόμενη! (σ.σ.: γελάει).

INFO

«Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχαγκόννυ»: Εθνική Λυρική Σκηνή, Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ), στις 12, 14, 19, 21, 23 και 25 Απριλίου.