Φώτα σκηνής. Σε μια τηλεόραση στη γωνία παίζει την παραμονή Πρωτοχρονιάς στο Σύνταγμα. Οικογενειακό τραπέζι. Πατέρας, μητέρα, νεαρός γιος, ενήλικη κόρη, γιος κόρης (η κόρη πηγαινοέρχεται προσπαθώντας να τον κοιμίσει, αυτός παραπονιέται), χήρος θείος (που όταν έχει πιει, έχει πρακτικά μονίμως κλειστά τα μάτια, και σήμερα έχει πιει), νεαρή κόρη θείου και μια γυναίκα γύρω στα 30, σιωπηλή και νευρική, την οποία στην πραγματικότητα κανείς δεν γνωρίζει.
Ο θείος, χωρίς να την πολυβλέπει, πιστεύει ότι είναι η νέα σύντροφος του ανιψιού του, ο ανιψιός πιστεύει ότι είναι φίλη της ξαδέρφης του, την ενήλικη κόρη δεν την ενδιαφέρει ιδιαίτερα, ο πατέρας και η μητέρα, εξουθενωμένοι απ’ τις ετοιμασίες, θεωρούν ότι είναι φίλη της κόρης τους. Ο πατέρας, μάλιστα, είναι βέβαιος πως την έχει γνωρίσει στο παρελθόν, πράγμα που δεν ισχύει.
Η κόρη του θείου προτείνει να παίξουν ένα παιχνίδι. Πηγαίνοντας με τη σειρά, ο καθένας θα πει ένα πράγμα που δεν θα πάρει μαζί του στη χρονιά που έρχεται, κάτι δηλαδή που θέλει να αφήσει πίσω του. Ο θείος δίπλα της βιάζεται να ξεκινήσει, λέει: Τους ηλίθιους! Η κόρη του, ενοχλημένη, συνεχίζει: Την ανησυχία μου. Η ενήλικη κόρη, περνώντας με το μωρό, λέει: Την αϋπνία.
Ο νεαρός γιος καθυστερεί, δεν θέλει να μιλήσει, τελικά πετάει για να ξεμπερδέψει το «την ακαταστασία μου». Η μητέρα λέει: Τον πόνο στη μέση μου. Και ο πατέρας πάει να πει: Τους πονοκεφ— αλλά τον διακόπτει η άγνωστη γυναίκα, που κατεβάζει με μια γουλιά το κρασί της, το κοπανάει στο τραπέζι και λέει: Δεν έχω ένα, έχω τρία. Προβολέας πέφτει πάνω της, φώτα σκηνής σβήνουν.
1: Τις παύλες
Τρεις χιλιάδες χρόνια προ Χριστού ανακαλύπτουν στη Μεσοποταμία τη γραφή. Γράφουν οι αρχαίοι Ελληνες, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Σαίξπηρ, η Σίλβια Πλαθ, ο Τσάρλι Κάουφμαν, η Λισπέκτορ, γράφει ξέρω ‘γω ο Κάφκα γράμματα στη Μιλένα, γράφει ο Καμί τα σημειωματάριά του. Και μετά έρχεσαι εσύ, και εσύ (δείχνει τα άτομα στο τραπέζι με το δάχτυλο) και κάθε καημένος που μέσα σε δύο χρόνια έχετε χάσει την ικανότητα να παράγετε υποτυπώδη γραπτό λόγο, εκτός αν είναι εντολή στο ChatGPT να παραγάγει εκείνο γραπτό λόγο για εσάς.
Κι απορώ, δεν το καταλαβαίνετε ότι το καταλαβαίνουμε; Δεν σας είναι προφανές ότι γράφετε με την ίδια ακριβώς φωνή που γράφει ένας τριαντάρης εντερπρενέρ στο LinkedIn και μια συνταξιούχος ογδοντάρα με πέντε γάτες στο Facebook;
Τι, φοβάστε μην κάνετε ορθογραφικό στο μέιλ και προτιμάτε να «γράφετε» αδιανόητα βαρετά, κενά περιεχομένου, κενά νοήματος τσιτάτα και bullet points; Που επαναλαμβάνουν πενήντα φορές το σχήμα «δεν είναι τάδε, είναι δείνα» λες και ο μόνος τρόπος που έχετε να ορίσετε ένα πράγμα είναι ως άρνηση ενός άλλου πράγματος, και τις άπειρες, άπειρες, άπειρες παύλες; Δεν βλέπετε τις παύλες; Δεν βλέπετε ότι από εκεί που βάζατε κόμμα, ή τελεία, ή ας είναι, αποσιωπητικά, τώρα παντού υπάρχουν παύλες;
Και πες, πάει στο διάολο, δεν σας νοιάζει να γράφετε. Δεν σας νοιάζει να έχετε φωνή. Είναι όμως δυνατόν να μην αντιλαμβάνεστε την ευθύνη σας απέναντι στην ανθρωπότητα; Καθόμαστε και συζητάμε για το πότε θα γίνει αρκετά καλή η τεχνητή νοημοσύνη – που, παρεμπιπτόντως, δεν είναι «νοημοσύνη», αυτό είναι απλώς το brand name – και θα έχουμε ολόκληρα έργα γραμμένα από AI, θεωρώντας πως το AI σκαρφαλώνει για να μας φτάσει, ενώ ξεκάθαρα εμείς είμαστε που κουτρουβαλάμε για να του ρίξουμε τον πήχη! Ζούμε κυρίως online. Επικοινωνούμε κυρίως με γραπτό λόγο. Δεν ξέρω αν προσπαθείτε να γλιτώσετε χρόνο, ή χρήμα, αλλά αν δεν επικοινωνείτε ατόφιες σκέψεις και συναισθήματα, απλώς δεν θα επικοινωνείτε.
Θα υποδύεστε την επικοινωνία σαν ηθοποιοί στο θέατρο, ενώ μέσα σας κάτι θα σαπίζει, και θα είναι η ικανότητά σας να είστε άνθρωποι. Να συγκινείτε και να συγκινείστε. Στο MIT έκαναν έρευνα, όπου κάποιοι έγραψαν δοκίμια αυτόνομα, κάποιοι με τη βοήθεια μηχανής αναζήτησης, και κάποιοι μέσω AI. Οι τελευταίοι, σε διάστημα τεσσάρων μηνών, είχαν σταθερά τις χειρότερες επιδόσεις σε νευρολογικό, γλωσσικό και συμπεριφορικό επίπεδο. Αφήνω στο 2025 τις παύλες.
Οι υπόλοιποι κοιτάζονται μεταξύ τους. Η γυναίκα βάζει και πίνει κρασί. Ο θείος πάει να της πει «Εσένα πώς σε είπαμ—».
2: Τη μικρή διάρκεια
Συντομεύω. Τα βίντεο μικρής διάρκειας. Δεν ξέρω αν χρειάζεται να πω κάτι περισσότερο. Φέτος, δηλαδή σύντομα πέρσι, βγήκαν οι πρώτες ουσιαστικές μελέτες σχετικά με τις επιπτώσεις τους. Κατάθλιψη, άγχος, γνωστική υπολειτουργία, αδυναμία συγκέντρωσης, αδυναμία ελέγχου παρορμήσεων και τα λοιπά, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Είμαστε όλοι εθισμένοι – μη με κοιτάτε έτσι –, σκρολάρουμε σαν να παίζουμε φρουτάκια και μετά αισθανόμαστε καμένοι, ντροπιασμένοι και δεν θυμόμαστε τίποτα.
Είναι σαν να ταΐζουμε τον εγκέφαλό μας κάθε μέρα ΜακΝτόναλντς. Δεν είναι διασκέδαση – είναι δηλητηρίαση, ή τουλάχιστον έτσι θα έλεγα αν ήμουν γλωσσικό μοντέλο και όχι νοήμων άνθρωπος. Τα πετάμε στο 2025, μαζί με όλα τα άλλα άχαρα πράγματα που μας κυνηγάνε στην κατηφόρα, και φτάνω στο τρίτο.
Στην τηλεόραση, έρχεται στη σκηνή ο Δήμαρχος. Η ενήλικη κόρη πιάνει το κοντρόλ και το δυναμώνει. Ο γιος της αρχίζει πάλι να κλαψουρίζει. Η ένταση κλιμακώνεται.
3: Την κατηφόρα
Δεν ξέρω αν η ιστορία είναι σπειροειδής και βρισκόμαστε στη λάθος πλευρά της σπείρας, δεν ξέρω αν είναι ημιτονοειδής καμπύλη και πέσαμε σε κοιλία, αν υπήρξε κάποιο ρήγμα στον χωροχρόνο κάπου κοντά στην Πρωτοχρονιά του 2020 κι από τότε ζούμε σε κάποιο ασταθές παράλληλο σύμπαν, αν το πάρτι τελείωσε πριν τα 90s κι από τότε ζούμε μέσα στο χάνγκοβερ και τις ενοχές, αλλά αν όλοι, ή έστω οι περισσότεροι, συμφωνούμε ότι επιταχύνουμε προς κάποιον τοίχο, ή κάποιον γκρεμό, ή κάποια ράμπα που θα μας εκτοξεύσει πάνω από τη θάλασσα ενώ αντί για αεροπλάνο οδηγούμε τη σακαράκα του θείου μας λες και βλέπουμε εφιάλτη, τότε δεν θα ήταν ωραίο κάπου εδώ να σταματήσουμε;
Θέλετε να γράφετε τα μέιλ σας με παύλες; Καλώς. Αλλά δεν θα ‘ταν ωραία αν από αύριο, για παράδειγμα, δεν βομβαρδιζόταν κι άλλο πλοίο στα ανοιχτά της Βενεζουέλας; Αν ο Πρόεδρος δεν χάρασσε το όνομά του σε άλλο ένα ιστορικό μνημείο; Αν δεν είχε τόση απήχηση η επάνοδος του φασισμού; Αν είχαμε λιγότερη δειλία, λιγότερο ναρκισσισμό, λιγότερους παρανοϊκούς πολεμοχαρείς να ξεπετάγονται από κάθε γωνιά της Ευρώπης; Αν είχαμε λιγότερα σκάνδαλα, και για αυτά που είχαμε, να μην κοβόταν τουλάχιστον η ζωντανή μετάδοση των εξεταστικών επιτροπών τους;
Αν δεν είχαμε αντιπολίτευση που πουλάει την αγανάκτηση για ιδεολογία (στην τηλεόραση, ο Δήμαρχος ξεκινάει την αντίστροφη μέτρηση), αν αφήναμε στο 2025 μονοπώλια, αισχροκέρδεια, νεκρούς από βόμβες, drones, σφαίρες, γενοκτονίες, φονταμενταλιστές, συνωμοσίες (τα φώτα σκηνής ανάβουν, όλοι σηκώνονται, η κόρη ετοιμάζεται να κλείσει τον διακόπτη), σφαίρες επιρροής, αποτυχημένους κλιματικούς στόχους, τρισεκατομμυριούχους, data centers, εξαγορές, streaming άρτους και θεάματα, αν αφήναμε στο ’25 την επιτάχυνση (τρία), τον κυνισμό (δύο), την κατηφόρα (ένα)—.
Ολα τα φώτα και η τηλεόραση σβήνουν. Υστερα ανάβουν, και όλοι είναι στη θέση τους εκτός από τη γυναίκα, που έχει εξαφανιστεί. Οι συγγενείς κοιτάζονται μεταξύ τους. Αβολη σιωπή. Ο θείος λέει: Καλά είπα ότι θα αφήσω στο ’25 τους ηλίθιους! Γέλια. Οι συγγενείς φιλιούνται και εύχονται καλή χρονιά. Το μωρό κλαίει.
Ο κ. Φοίβος Οικονομίδης είναι συγγραφέας και τακτικός συνεργάτης του «Βήματος».



