Η δικηγόρος Ζαχαρούλα Δήμα παραθέτει παραδείγματα όπου περιουσίες θανόντων δημιούργησαν προβλήματα στους ζώντες, εξηγεί τις περιπτώσεις που μπορεί να λύσει το νέο κληρονομικό δίκαιο και αναφέρει τα πιο συνήθη λάθη που μπορεί να κάνει κάποιος που συντάσσει ιδιοχείρως την τελευταία του επιθυμία. Επισημαίνει μάλιστα ότι για να αποφύγει τις συγκρούσεις ο κληρονομούμενος, συχνά αυταπατάται πως μετά θάνατον η περιουσία του «όλο και κάπως θα ρυθμιστεί».

Μεγαλύτερη κληρονομιά σημαίνει συνήθως και μεγαλύτερες διαφωνίες;

«H μεσαία τάξη συνήθως δεν διαφωνεί τόσο έντονα. Ο βασικός παράγοντας για να δημιουργηθούν έριδες είναι το πολύ μεγάλο κέρδος από τα συμφέροντα των κληρονόμων. Για να φθάσει όμως μια κληρονομική διαφορά στα δικαστήρια, βλέπουμε στις μακρινές σχέσεις διαφορετικές οπτικές που δημιουργούν αντιπαραθέσεις, ενώ στις κοντινές σχέσεις μεταξύ τέκνων βλέπουμε αντιπαλότητα. Ο γονιός που έχει μεγαλύτερη αδυναμία στο ένα παιδί μπορεί να αδικήσει το άλλο ή να το αποκλείσει τελείως. Δηλαδή, μια απλή κοινωνική διάσταση των σχέσεων παίρνει τεράστιες διαστάσεις όταν έρχεται να ρυθμιστεί η κληρονομιά. Το κληρονομικό απασχολεί τον κληρονομούμενο καθ’ όλη της διάρκεια της ζωής του και αφήνει κατάλοιπα και έννομες συνέπειες όταν έχει φύγει από τη ζωή. Συνήθως δεν αφήνει κανένα μέλος της οικογένειας ανεπηρέαστο».

Ποιο είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου ο διαθέτης μιας διαθήκης θεωρεί ότι τιμά κάποια πρόσωπα, όμως δημιουργεί αδιέξοδο;

«Στη Χαλκίδα είχαμε, για παράδειγμα, μια περίπτωση με μια ξενοδοχειακή μονάδα όπου ήταν επτά οι κληρονόμοι και έκαναν οι μισοί καπρίτσια ότι δεν την ήθελαν, όμως την ήθελαν κιόλας, γιατί δεν πήγαν να αποποιηθούν, οπότε στην πραγματικότητα όντως το ήθελαν, αλλά ήθελαν και να δημιουργήσουν θέμα σε μια διαδικασία επειδή οι οικογενειακές σχέσεις στο σύνολο δεν ήταν καλές, με αποτέλεσμα να χάνονται τεράστια ποσά από επενδυτές που ενδιαφέρονταν για τη συγκεκριμένη ξενοδοχειακή μονάδα, η οποία ήταν αδύνατο να πουληθεί. Τελικά ανέλαβαν οι δικηγόροι τις διαπραγματεύσεις και αυτές κράτησαν δύο χρόνια. Αυτό είναι πολύ σύνηθες».

Πόσο συχνά θα γίνουν τα πράγματα πολύ πολύπλοκα ακόμα και με μικρή περιουσία;

«Είναι πάρα πολύ συνηθισμένη και η περίπτωση που θα σας αναφέρω. Είχαμε ένα άτομο το οποίο πήγε σε οίκο ευγηρίας και άφησε το 75% της περιουσίας του στον οίκο ευγηρίας. Το υπόλοιπο δεν το ρύθμισε. Ηρθε λοιπόν η σύζυγος που ήταν χήρα και φυσικά πικράθηκε που ο σύζυγος άφησε το 75% από τα δύο καλύτερα ακίνητα της περιουσίας σε κάποιον άλλο. Παρότι ο οίκος ευγηρίας ζήτησε να εξαγοράσει το ποσοστό της, η χήρα δεν το δέχτηκε καθότι ήταν θιγμένη. Κάποια στιγμή πέθανε και εκείνη και επειδή ήταν άτεκνο το ζευγάρι κληρονόμησαν τα ανίψια. Ερχονται τώρα πέντε ανίψια από την πλευρά της θείας για το 25% ο καθένας και φυσικά έχουν δημιουργηθεί άπειρα ζητήματα με αυτό το ποσοστό που είναι εξαιρετικά μικρό. Μπλοκάρονται συνέχεια οι αγοραπωλησίες».

Φαίνεται πως θα υπάρχει πρόβλεψη για αυτό στο μέλλον;

«Με το νέο κληρονομικό θα μπορούσε, για παράδειγμα, πολύ έντεχνα ο νέος θεσμός της κληρονομικής σύμβασης να μη δημιουργεί το άτοπο του να έχουμε συγκληρονόμο τη χήρα ή θα είχαμε ενδεχομένως την περίπτωση να μπορούσε εξαρχής να έχει ζητηθεί από τη χήρα να παραιτηθεί από το δικαίωμά της και να επέλθει μια πιο συμβιβαστική λύση. Να τακτοποιούνται δηλαδή τα θέματα πριν φύγει ο άνθρωπος από τη ζωή – αυτή είναι η διαφορά των νέων θεσμών που εισάγονται: είναι πιο προνοητικές πρακτικές λύσεις και προσπαθούν να προλάβουν διενέξεις ή προβλήματα που μπορεί να δημιουργηθούν μετά θάνατον. Θα τα δούμε βέβαια όταν ανακοινωθούν, αλλά ίσως ο θανών εδώ με τα νέα δεδομένα να είχε καταλάβει τι θα ακολουθούσε στη συνέχεια και να είχε ρυθμίσει την υπόθεση διαφορετικά».

Υπάρχει κατάλληλη στιγμή για να κάνει κανείς μια διαθήκη;

«Οποτεδήποτε. Πρακτικά βέβαια, αν υπάρχει μια συνήθης φυσιολογική ροή στη ζωή ενός προσώπου, γίνεται μετά τα εξήντα. Υπάρχει και δυνατότητα ανάκλησης αν κανείς τη φτιάξει νωρίς, αλλά καλό είναι να γίνεται όταν θα έχει σταθεροποιηθεί η περιουσία του, κινητή και ακίνητη, ως περιεχόμενο της διαθήκης, γιατί αν κάποιο ακίνητο στο μεταξύ έχει μεταβιβαστεί εν ζωή παύει να είναι αντικείμενο της διαθήκης και αυτό θεωρείται νομολογιακά ως ανάκληση της διαθήκης. Ακούμε βέβαια ότι το καθεστώς της ανάκλησης θα αλλάξει και αντί να μπαίνεις σε διαδικασία να ανακαλείς διαθήκη, θα οδηγείσαι πάλι στον θεσμό της κληρονομικής σύμβασης που προωθείται ως λύση. Θα το δούμε αυτό. Μπορείς βέβαια πάντα να κάνεις μια ιδιόχειρη διαθήκη στο σπίτι, την οποία όποτε θέλεις τη σκίζεις και την αλλάζεις και έπειτα τη φυλάς οπουδήποτε στο σπίτι. Βρίσκουμε διαθήκες σε συρτάρια, σε μπαούλα, στο χρηματοκιβώτιο».

Τι λάθη γίνονται συχνά κατά τη σύνταξη μιας ιδιόχειρης διαθήκης;

«Είναι τρία-τέσσερα βασικά στοιχεία που πρέπει να έχει η χειρόγραφη διαθήκη για να είναι έγκυρη και παρ’ όλα αυτά βλέπουμε συνέχεια λάθη. Πρέπει να είναι ιδιοχείρως γραμμένη ολόκληρη και υπογεγραμμένη και να φέρει πλήρη ημερολοχρονολογία, δηλαδή συνηθίζουμε να γράφουμε και τον τόπο όπου έχει συνταχθεί μια διαθήκη. Συμβαίνει όμως να έχουν γράψει κάποιοι το κείμενο σε υπολογιστή και να βάζουν την υπογραφή τους έπειτα σε εκτυπωμένο κείμενο. Είχαμε δηλαδή περίπτωση όπου οι συγγενείς ήταν απολύτως βέβαιοι ότι όλα είχαν ρυθμιστεί και πήγαν σε συμβολαιογράφο ή σε συνάδελφο για να κινηθεί η διαδικασία της δημοσίευσης και η διαθήκη ήταν τελικά άκυρη. Αλλο λάθος είναι που φοβούνται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη θα παραπέσει όσο είναι εν ζωή στα χέρια άλλου συγγενούς, τον οποίο μπορεί να μην τον έχουν τιμήσει, και απευθύνονται στον συμβολαιογράφο για να τη φυλάει στο αρχείο του. Ομως βλέπουμε την περίπτωση να σκεφτεί έπειτα ένας άνθρωπος ότι μπορεί να μη βρίσκουν οι οικείοι του τη διαθήκη αν δεν γνωρίζουν τον συμβολαιογράφο και έτσι την παραλαμβάνει από τον συμβολαιογράφο για να την έχει στο σπίτι και ο συμβολαιογράφος – παρότι αυτό συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα – δεν ενημερώνει ότι η ανάληψη της ιδιόγραφης διαθήκης με το ισχύον δίκαιο λειτουργεί ως ανάκληση. Αυτό είναι κάτι που σκέφτονται να καταργήσουν».

Εσείς έχετε προγραμματίσει τα κληρονομικά σας;

«Δεν έχω κάνει διαθήκη ακόμα, όχι όμως από φόβο θανάτου, αλλά επειδή βρίσκομαι ακόμα σε παραγωγική ηλικία. Δεν είναι δηλαδή ότι το αμελώ, γενικά στην ελληνική κοινωνία δεν έχουμε εικόνα ότι αμελούν να κάνουν διαθήκες. Στατιστικά είναι περισσότεροι οι αιφνίδιοι θάνατοι που έχουν οδηγήσει σε νεότερες ηλικίες στο να πεθάνει κανείς αδιάθετος και να αφήσει τα κληρονομικά του μη ρυθμισμένα. Κάποιος κάτω των 45 ετών θα οδηγηθεί σε σύνταξη διαθήκης μόνο αν υπάρχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας, οπότε γνωρίζει ότι οι πιθανότητες να πεθάνει είναι περισσότερες και θέλει με κάποιον τρόπο να μπορέσει να ρυθμίσει την περιουσία του μετά θάνατον».

Πρέπει να ενημερώνει ο διαθέτης τους κληρονόμους μετά τη σύνταξη της διαθήκης;

«Δεν είναι υποχρεωτικό και ιδανικό θα ήταν να μην πρέπει η αρμονία των σχέσεων να εξαρτάται με τον οποιονδήποτε τρόπο από το πώς θα ρυθμίσει ο κάθε άνθρωπος την περιουσία που θα έχει αφήσει μετά τον θάνατο του, γιατί έτσι καλλιεργείται ιδιοτέλεια και υστεροβουλία. Σίγουρα δεν τον εμποδίζει κανείς πάντως από το να ενημερώσει τα παιδιά ότι τους αφήνει το τάδε και στη σύζυγο το δείνα ή ότι θα μείνουν όλοι ευχαριστημένοι. Καλό είναι, αν όχι, να πει τουλάχιστον ο διαθέτης πως κανένας δεν θα είναι δυσαρεστημένος και ότι τα έχει τακτοποιήσει όλα. Οταν δεν θέλει να ανοίξει εντελώς τα χαρτιά του, θα το πει πιο σφαιρικά, ότι αυτό που έπρεπε να κάνει θα το κάνει. Ομως δεν είναι και εύκολο, αμφιταλαντεύονται γιατί δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν κάποιον ή γιατί δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλωμένη άποψη. Και την τελευταία στιγμή, δηλαδή, έχει συμβεί να καλέσουν συμβολαιογράφο στο νοσοκομείο γιατί επιθυμούν να αλλάξουν τη διαθήκη τους».

Ποια είναι η συνήθης συμπεριφορά ως προς τη ρύθμιση των περιουσιών, κάνουν οι Ελληνες διαθήκες;

«Ναι, στην επαρχία κιόλας υπάρχει μεγάλη πληθώρα και δημόσιων διαθηκών, διαθήκη δηλαδή που συντάσσεται σε συμβολαιογράφο ενώπιον μαρτύρων, το οποίο είναι και πλέον αντικείμενο αναθεώρησης με το νέο κληρονομικό. Στην Αθήνα, λόγω του φόρτου των εργασιών των συμβολαιογράφων, δεν είναι τόσο εύκολο να κλείσει πρακτικά ένας πολίτης ραντεβού, να βρει χρόνο για να φτιάξει τη μυστική ή δημόσια διαθήκη του. Είναι πιο σύνηθες να κάθεται σπίτι του, να τη γράφει μόνος του και εκ των υστέρων να δημοσιεύεται με την όποια διαδικασία».

Πώς υποδέχτηκε ο κλάδος σας την ανακοίνωση των επερχόμενων αλλαγών στο κληρονομικό δίκαιο;

«Το κληρονομικό δίκαιο δεν έχει αλλάξει εδώ και ογδόντα χρόνια και είναι φυσικό να θέλουν να αντανακλά τις νέες μορφές σχέσεων που δημιουργούνται στην πράξη, όπως οι σύμβιοι και τα άτομα που τελούν σε ελεύθερη ένωση. Τιμάς ένα πρόσωπο σαν κληρονόμο σου γιατί κάτι σε συνδέει με αυτό και κάτι θέλεις να του αφήσεις ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Παράλληλα, βέβαια, έχουμε ζαλιστεί τόσο πολύ με όλες τις αλλαγές που έχουν γίνει στους υπόλοιπους κώδικες, που πλέον υπάρχει μια καχυποψία στο πώς θα λειτουργήσουν στην πράξη αυτές οι αλλαγές, γιατί, ας πούμε, στον κώδικα πολιτικής δικονομίας και στον ποινικό κώδικα έχουμε δει από το ’19 τόσες αλλαγές που η μία στην ουσία αναθεωρεί την προηγούμενη γιατί στην πράξη δεν λειτουργεί. Είναι λοιπόν τόσο πολλά τα αντικείμενα αλλαγών τα οποία έχουν υποστεί πολλαπλές διορθωτικές αλλαγές, που μένει να τα δούμε».

Ποιοι βρίσκονται συχνά χαμένοι στο κληρονομικό δίκαιο;

«Είχαμε, για παράδειγμα, την πολύ συνηθισμένη περίπτωση όπου δεν υπήρχε διαθήκη, αλλά με την αποδοχή της κληρονομιάς το ένα από τα τρία τέκνα ήθελε να αποκτήσει το ακίνητο, γιατί στο μεταξύ οι άλλοι δυο είχαν αποκτήσει ένα περιουσιακό στοιχείο. Ηταν όμως όλοι συγκληρονόμοι και συγκύριοι στο συγκεκριμένο ακίνητο. Σύμφωνα λοιπόν με το ζήτημα της νόμιμης μοίρας, θα έπρεπε να μπουν σε διαδικασία να μεταβιβάσουν τα δύο παιδιά το δικό τους ποσοστό στον τρίτο είτε μέσω δωρεάς είτε με πώληση. Αν δεν μπορεί όμως ο ένας από τους τρεις να εξαγοράσει το μερίδιο των άλλων ελλείψει ρευστότητας, αναγκαστικά θα οδηγηθεί το ακίνητο σε δικαστική διανομή. Αυτό συνεπάγεται πάλι έξοδα και δημιουργείται και ένα άτοπο όπoυ το άτομο που ενδιαφέρεται και έχει μεγάλη ανάγκη λόγω έλλειψης ρευστότητας να μην μπορεί να αποκτήσει αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη. Ισως η λύση της κληρονομικής σύμβασης που είναι υπό συζήτηση ή το δικαίωμα παραίτησης που θα δίνεται στα άλλα δυο παιδιά να λύσουν πολύ εύκολα το συγκεκριμένο πρόβλημα».

Τι συμβαίνει συνήθως σε μια υπόθεση όπως αυτή με τα τρία αδέρφια;

«Επειδή λοιπόν αυτούσια διανομή δεν μπορεί να γίνει, σε τέτοια περίπτωση οδηγούμαστε στη δικαστική διανομή μέσω εκούσιου πλειστηριασμού – υπάρχει τότε δυνατότητα να “χτυπήσει” το ακίνητο σε αυτού του είδους τον σχεδιασμό ο ενδιαφερόμενος, αλλά δεν διασφαλίζεται κιόλας, μπορεί δηλαδή να βρεθεί πλειοδότης στον συγκεκριμένο πλειστηριασμό που να διαθέτει περισσότερα και να τον πάρει. Ετσι συνέβη στην περίπτωση που συζητούμε και αυτό είναι κάτι που μας έχει τύχει ακόμα και με θέσεις πάρκινγκ στην Αθήνα, ειδικά τώρα που έχουν γίνει ανάρπαστες. Υπάρχει, δηλαδή, ζήτημα με τους χώρους στάθμευσης σε μια πολυκατοικία όταν είναι αντικείμενο κληρονομιάς και μπορεί να οδηγηθεί η θέση πάρκινγκ σε πλειστηριασμό. Στο παράδειγμα που συζητούμε εμφανίστηκε ένας επενδυτής που έδωσε τα τριπλάσια χρήματα».

Συνηθίζεται να έρχονται συμβουλευτικά για υποθέσεις κληρονομιάς και να καταλήγουν έπειτα σε δικαστική διαμάχη;

«Συνήθως, όταν έρθουν συμβουλευτικά, θα θέσουμε όλες τις παραμέτρους με σκοπό το να μη δημιουργηθούν έριδες. Δεν είναι όμως στη νοοτροπία του Ελληνα το να απευθυνθεί σε δικηγόρο για συμβουλευτική νομική δικηγορία. Οταν δημιουργείται κάποιο κληρονομικό πρόβλημα, έρχονται εκ των υστέρων για να δουν πώς και αν μπορούν να το διευθετήσουν. Πολλές φορές αυτό δεν είναι εφικτό και είναι κρίσιμη η συμβουλευτική, γιατί προσπαθείς εξαρχής να τους δώσεις την εικόνα που θα δημιουργηθεί εκ των υστέρων, δρώντας προληπτικά. Πάντα ρωτάς για τις οικογενειακές σχέσεις, που είναι και τα πραγματικά σου δεδομένα, και αυτό που μπορείς να κάνεις συμβουλευτικά γύρω από τις κληρονομιές είναι το να εξηγήσεις ότι υπάρχει ο πυρήνας της νόμιμης μοίρας και επειδή καλό θα είναι να μην καταλήξουν τα αδέρφια στα δικαστήρια, θα πρέπει να τον σέβεται και ο κληρονομούμενος γονέας. Αυτή είναι μια λογική κατεύθυνση ώστε να εξομαλύνονται οι μελλοντικές σχέσεις των τέκνων, όταν θα πρέπει να μοιραστούν τρία ή τέσσερα ακίνητα – γιατί για τα ακίνητα ουσιαστικά γίνεται όλος ο χαμός. Αν όμως υπάρχει ένα ακίνητο, είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα ως προς το πώς θα το χωρίσουν. Το τιμιότερο εδώ είναι, αν είναι δύο τα αδέρφια, το 50-50, όπου γίνεται όμως στη συνέχεια μονόδρομος η πώληση. Μπορεί να είναι συμφέρουσες οικονομικά για έναν δικηγόρο οι πολύχρονες δικαστικές διαμάχες, θέλεις να βγάλεις μια οικογένεια από πολύ μεγάλη ταλαιπωρία με συγκρούσεις και έξοδα. Δεν γνωρίζεις βέβαια ποτέ προκαταβολικά αν είναι κάτι που θα το εκτιμήσουν».