Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Σε πλήρη υιοθέτηση της πρόσφατης απόφασης του Αρείου Πάγου για τους δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη προχωρά τελικά η κυβέρνηση, εγκαταλείποντας την αρχική γραμμή σύμφωνα με την οποία θα εξέταζε τα περιθώρια και τον τρόπο εφαρμογής της δικαστικής κρίσης.

Η επίσπευση του κυβερνητικού σχεδιασμού ήρθε μετά το κύμα αντιδράσεων που προκάλεσαν οι πρώτες τοποθετήσεις κυβερνητικών στελεχών, αλλά και υπό το βάρος της κοινωνικής διάστασης του ζητήματος, καθώς η απόφαση αφορά περισσότερους από 100.000 δανειολήπτες που αναμένουν οριστική διευθέτηση των υποθέσεών τους.

Προς αποφυγή μετωπικής σύγκρουσης με τους δανειολήπτες

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η νομοθετική παρέμβαση που αποφασίστηκε σήμερα θα ενσωματώνει πλήρως το πνεύμα και το περιεχόμενο της απόφασης του Αρείου Πάγου, βάζοντας τέλος στην αβεβαιότητα που είχε δημιουργηθεί τις προηγούμενες ημέρες. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την επιλογή του Μεγάρου Μαξίμου να αποφύγει μια μετωπική σύγκρουση με μια ιδιαίτερα ευρεία κοινωνική ομάδα, η οποία σε μεγάλο βαθμό έχει βρεθεί αντιμέτωπη με τις συνέπειες της πολυετούς οικονομικής κρίσης.

Το πολιτικό κόστος

Στο κυβερνητικό επιτελείο αντιλήφθηκαν ότι η διατήρηση οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την εφαρμογή της απόφασης θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρό πολιτικό κόστος. Η προοπτική να βρεθούν απέναντι δεκάδες χιλιάδες δανειολήπτες, αλλά και η αρνητική απήχηση που θα είχε μια τέτοια στάση στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, σε μια περίοδο όπου ο πολιτικός σχεδιασμός έχει ήδη αρχίσει να στρέφεται προς τις εκλογές του 2027, λειτούργησε καταλυτικά στις τελικές αποφάσεις.

Η νέα τροπολογία αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς τόσο η αντιπολίτευση όσο και ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς υποστηρίζουν ότι η ρύθμιση θα πρέπει να επεκταθεί και σε δανειολήπτες που έχουν ήδη ολοκληρώσει ή έχουν απολέσει τις ρυθμίσεις τους στο παρελθόν.

Πίεση και από το μέτωπο Σαμαρά

Ξεχωριστό ενδιαφέρον αλλά και πίεση στο Μαξίμου παρουσιάζει η στάση του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος όταν εκδόθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου είχε παρέμβει δημόσια προειδοποιώντας την κυβέρνηση να μη μετατρέψει σε πεδίο πολιτικής διαπραγμάτευσης μια αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Μετά τη σημερινή ανακοίνωση της κυβερνητικής πρωτοβουλίας, ο πρώην πρωθυπουργός τόνισε ότι οι θέσεις του δικαιώθηκαν, επισημαίνοντας πως τελικά η κυβέρνηση ακολούθησε τον δρόμο της πλήρους συμμόρφωσης με τη δικαστική κρίση. Πρόσθεσε όμως ότι θα πρέπει η κυβερνητική ρύθμιση να περιλαμβάνει και όσους είτε ολοκλήρωσαν είτε έχασαν τη ρύθμιση που είχαν.

Τι απαντά η κυβέρνηση

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση απορρίπτει τις αιτιάσεις περί καθυστέρησης ή υπαναχώρησης, υποστηρίζοντας ότι η νομοθετική παρέμβαση είχε ως στόχο να διασφαλιστεί η ορθή και καθολική εφαρμογή της απόφασης χωρίς νομικά κενά.

Παράλληλα, διαμηνύει ότι εξετάστηκαν όλες οι παράμετροι του ζητήματος, ενώ ως προς τα αιτήματα για επέκταση της ρύθμισης σε όσους έχουν ήδη ολοκληρώσει ή απωλέσει τις ρυθμίσεις τους, τονίζει ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μη δημιουργηθούν νέα νομικά και δημοσιονομικά ζητήματα. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές οι λόγοι για τους οποίους η απόφαση δεν μπορεί να διευρυνθεί λαμβάνεται γιατί :

Είτε η οφειλή έχει αποπληρωθεί και η κύρια κατοικία έχει ήδη διασωθεί (συνήθως με εφάπαξ αποπληρωμή του υπόλοιπου κεφαλαίου),

-Είτε έχουν ήδη παραχθεί νομικά αποτελέσματα και για τις δύο πλευρές εξαιτίας της μη καταβολής δόσεων για σειρά μηνών η ετών. Η αναδρομική επανεξέταση αυτών των υποθέσεων θα δημιουργούσε σοβαρή νομική και συστημική αβεβαιότητα, καθώς θα απαιτούσε να ανοίξουν ξανά χιλιάδες παλιές υποθέσεις, πολλές από τις οποίες βασίζονται σε δικαστικές αποφάσεις δεκαετίας. Επιπλέον, στις περιπτώσεις όπου ο οφειλέτης έχει εκπέσει από τη ρύθμιση, σημαίνει ότι δεν έχει καταβληθεί σημαντικός αριθμός δόσεων. Άρα, εξηγούν από την κυβέρνηση, δεν τίθεται θέμα αναδρομικής επιστροφής για ποσά που δεν πληρώθηκαν ποτέ.

Με ορίζοντα το 2030

Την ίδια ώρα, η υπόθεση των δανειοληπτών εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, καθώς η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει από τώρα το αφήγημα με το οποίο θα οδηγηθεί στις εθνικές εκλογές της άνοιξης του 2027.

Το στίγμα της στρατηγικής αυτής έδωσε εκ νέου ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη συζήτησή του για την πορεία του Κτηματολογίου, παρουσιάζοντας τη μεταρρύθμιση ως ακόμη ένα παράδειγμα της προσπάθειας να αντιμετωπιστούν χρόνιες παθογένειες του κράτους, η γραφειοκρατία, η αδιαφάνεια και οι εστίες διαφθοράς που συσσωρεύτηκαν επί δεκαετίες.

Το σύνθημα σε ενεστώτα

Η συνεχής αναφορά του πρωθυπουργού στον ορίζοντα του 2030 μόνο τυχαία δε θεωρείται στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Αντιθέτως, αποτελεί το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο επιχειρεί να συνδέσει τη σημερινή κυβερνητική θητεία με την ανάγκη πολιτικής συνέχειας και σταθερότητας μετά τις εκλογές του 2027. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η αλλαγή της χώρας δεν αποτελεί έργο μίας τετραετίας αλλά μια διαρκή διαδικασία που απαιτεί χρόνο και πολιτική συνέπεια.

«Το είπαμε, το κάνουμε»

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το σύνθημα «Το είπαμε, το κάνουμε», το οποίο έχει μετατραπεί σε κεντρικό επικοινωνιακό εργαλείο της ΝΔ. Η επιλογή του ενεστώτα δεν είναι τυχαία, καθώς αποσκοπεί στο να υπογραμμίσει ότι το κυβερνητικό έργο βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν έχει ολοκληρωθεί.

Το συγκεκριμένο μήνυμα έχει ήδη περάσει στις περιοδείες υπουργών και βουλευτών, ενώ αποτελεί βασικό στοιχείο του υλικού που διανέμεται στα κομματικά στελέχη ανά την Ελλάδα.

Παράλληλα, στο Μέγαρο Μαξίμου βρίσκεται σε εξέλιξη η επεξεργασία του νέου κυβερνητικού προγράμματος με τίτλο «Ατζέντα 2030», υπό τον συντονισμό του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη. Πρόκειται για ένα νέο συμβόλαιο με τους πολίτες που θα στηρίζεται σε ρεαλιστικές δεσμεύσεις και θα επιχειρεί να συνδέσει την οικονομική ανάπτυξη με τη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.

Κυβερνητικό σχεδιασμός σε τέσσερις κοινωνικούς άξονες

Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, ο βασικός κορμός του προγράμματος θα στηρίζεται σε τέσσερις κοινωνικούς άξονες: την ενίσχυση της οικογένειας, την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος, τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως τόπου κατοικίας και την ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης, με ιδιαίτερη έμφαση στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Το πολιτικό δίλημμα

Ταυτόχρονα, η ΝΔ επιχειρεί να οικοδομήσει το κεντρικό εκλογικό δίλημμα της επόμενης αναμέτρησης γύρω από τις έννοιες της σταθερότητας και της ασφάλειας.

Κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια περίοδο γεωπολιτικών και οικονομικών προκλήσεων, όπου η πολιτική συνέχεια αποτελεί προϋπόθεση για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Στον αντίποδα, το κυβερνητικό αφήγημα απέναντι στην αντιπολίτευση θα συνεχίσει να εστιάζει στην ανάδειξη στοιχείων που, κατά την κυβέρνηση, παραπέμπουν σε τοξικότητα, λαϊκισμό και έλλειψη αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης. Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι το αίτημα της «αλλαγής», το οποίο παραδοσιακά προβάλλουν οι αντιπολιτεύσεις, δεν μπορεί σήμερα να υποστηριχθεί πειστικά από τους πολιτικούς αντιπάλους της ΝΔ.

Με αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδυάσει τη διαχείριση των καθημερινών κοινωνικών ζητημάτων – όπως η υπόθεση των δανειοληπτών – με ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο για την οικονομία και το κράτος, έχοντας ως βασικό στόχο να προσέλθει στις κάλπες του 2027 με κεντρικό επιχείρημα τη συνέπεια, τη συνέχεια και την αποτελεσματικότητα του κυβερνητικού έργου.