Το ερώτημα διατρέχει όλο τον ευρωπαϊκό Τύπο και τον δημόσιο διάλογο από την περασμένη Κυριακή.
Αποτελούν οι εκλογές στην Ουγγαρία σημείο καμπής για την Ευρωπαϊκή Ενωση;
Κατ’ αρχάς τα προφανή.
Πρώτον, οι ψηφοφόροι στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες ψηφίζουν πρώτα και κύρια για τους εαυτούς τους, τις οικογένειες και το μέλλον τους. Δεν κρίνουν γεωπολιτικά ζητήματα.
Μια εκλογή φυσικά μπορεί να έχει ευρύτερες επιπτώσεις. Αλλά ως συνέπεια ή ως αποτέλεσμα. Οχι ως σχέδιο.
Δεύτερον, οι ουγγρικές εκλογές κεντρίζουν το ενδιαφέρον όχι τόσο για τον νικητή, όσο για τους χαμένους. Ορμπαν, Τραμπ, Πούτιν, Βανς, Λεπέν και διάφοροι δικοί μας που συνήθως δεν ξέρουν ούτε πού πέφτει η Βουδαπέστη πήγαν κουβά.
Μια χαρά!
Τρίτον, σε μια κρίσιμη στιγμή και σε μια περιοχή λεπτών ισορροπιών το παραμικρό γεγονός μπορεί να προκαλέσει δράση και αντίδραση.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ορμπαν, φιλορώσος και φιλοαμερικανός ταυτόχρονα, ήταν ένα αγκάθι στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Της οποίας το μέλλον, όπως είπε κι ο νικητής των εκλογών, «δεν γράφεται ούτε στη Μόσχα, ούτε στην Ουάσιγκτον» (δηλώσεις Πέτερ Μαγιάρ, 13/4).
Συνεπώς η αποχώρηση του Ορμπαν είναι προς όφελος της ευρωπαϊκής συνοχής. Και μιας ομαλής λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης όπου μας είχε ζαλίσει στην γκρίνια.
Τέταρτον, ξέρουμε καλά ή περίπου εκείνους που νίκησαν. Αλλά ποιοι ηττήθηκαν; Φυσικά μπορούμε να επικεντρωθούμε στην ακροδεξιά καρικατούρα του καθεστώτος Ορμπαν.
Δεν νομίζω ότι θα μας βοηθήσει.
Διότι ο Ορμπαν εκπροσώπησε σε ανώτατο επίπεδο όχι μόνο ακροδεξιούς, διεφθαρμένους ή ψεκασμένους. Αλλά ένα «εθνικό – λαϊκό ρεύμα» που ενισχύεται σε όλη την Ευρώπη και απειλεί τις βάσεις του πολιτικού πολιτισμού της.
Το έχουμε ζήσει και στην Ελλάδα, όπου η απειλή δεν έχει ακόμη εξαλειφθεί. Από τον Βελόπουλο ή τον Πολάκη έως την κυρία Καρυστιανού η ρητορική είναι ταυτόσημη, εξίσου ισοπεδωτική και εχθρική.
Φυσικά αυτό το αλλοπρόσαλλο ρεύμα δεν είναι ελληνικό δημιούργημα. Εκδηλώνεται σχεδόν παντού στην Ευρώπη, άλλοτε με έντονα χαρακτηριστικά γραφικότητας κι άλλοτε με το πρόσωπο μιας πιο ορατής απειλής.
Στη Γαλλία, η Εθνική Συσπείρωση βρίσκεται στον προθάλαμο του προεδρικού μεγάρου. Στη Γερμανία, το AfD διαγκωνίζεται με τους Χριστιανοδημοκράτες για την πρώτη θέση.
Σε μερικές ευρωπαϊκές δημοκρατίες, διάφορες εκδοχές του «εθνικο-λαϊκισμού» μετέχουν ήδη στην κυβέρνηση.
Ενώ σύμφωνα με όλες τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, το Reform του Νάιτζελ Φάρατζ είναι πλέον μακράν πρώτο κόμμα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην κοιτίδα του κοινοβουλευτισμού, παρακαλώ.
Και χωρίς να υπολογίζουμε ότι εν τω μεταξύ ενισχύθηκε από την porn star και πρώην Onlyfans Μπόνι Μπλου που διώχθηκε από το site όταν αποκάλυψε ότι πήγε με χίλιους άνδρες! (The Economist, 4/4).
Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, «ένα τέρας πλανιέται πάνω από την Ευρώπη» – ίσως να το διαπίστωναν κι ο Μαρξ με τον Ενγκελς, αν ζούσαν στην εποχή μας…
Επί της ουσίας αποτελεί το αποκρουστικό αμάλγαμα δύο (κατά τα άλλα…) αξιομνημόνευτων πολιτικών χαρακτηριστικών. Του «εθνικού» και του «λαϊκού».
Και τα δύο έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Είναι βαθιά εχθροπαθή.
Το «εθνικό» εχθρεύεται όσους δεν ανήκουν στον εθνικό κορμό. Το «λαϊκό» όσους ξεχωρίζουν από τη λαϊκή πλειονότητα.
Και τα δύο έχουν διαμορφωμένους εχθρούς.
Το «εθνικό» τους άλλους που δεν είναι σαν εμάς ή που, ακόμη χειρότερα, αντιστρατεύονται αυτό που είμαστε εμείς. Το «λαϊκό» εκείνους που υπερέχουν, τις «ελίτ», και δεν συμμερίζονται ή περιφρονούν τις συμπεριφορές, τα συμφέροντα ή τις δοξασίες του απλού λαϊκού κόσμου.
Η ζεύξη αυτών των δύο ρευμάτων δεν είναι καινούργιο φαινόμενο.
Εκκολάφθηκε ήδη από τον 19ο αιώνα. Αλλά τις τελευταίες δεκαετίες με την αποδυνάμωση των μεγάλων ιδεολογιών του 20ού βρήκε περισσότερο χώρο. Η «αποξένωση» και η «περιθωριοποίηση» που γεννούν οι σύγχρονες κοινωνίες είναι βούτυρο στο ψωμί τους.
Μπορεί λοιπόν ο Ορμπαν να ηττήθηκε. Αλλά όσα συγκρότησαν και υποβοήθησαν το ρεύμα που εκπροσωπεί παραμένουν παρόντα στην Ουγγαρία και αλλού.
Το αυτάρεσκο καταγγελτικό ύφος των «Κωνσταντόπουλων» (πατέρας και κόρη) έχει αποφοιτήσει από το ίδιο σχολείο. Εστω κι αν δεν συνάντησε την αποδοχή που είχε για πολλά χρόνια ο απερχόμενος ούγγρος πρωθυπουργός. Ευτυχώς, θα λέγαμε…
Η θεωρία όμως ότι είμαστε περιστοιχισμένοι από «εχθρούς» ή «διεφθαρμένους» ή «συνωμότες» ή «παρακρατικούς» αποτελεί ένα θελκτικό προϊόν που έχει αποδείξει την αποτελεσματικότητά του στη διάρκεια των αιώνων.
Και το οποίο κυκλοφορεί ξανά στην αγορά με αυξανόμενη επιτυχία.
Δεν υπάρχει αμφιβολία λοιπόν ότι η ήττα του Ορμπαν λειτουργεί ως ανάχωμα.
Που δεν μπορεί όμως να κρύψει ότι η ευρωπαϊκή δημοκρατία είναι μια δημοκρατία που σαπίζει. Και η οποία θα συνεχίζει να σαπίζει όσο εξακολουθεί να οργώνεται από το αποκρουστικό αμάλγαμα του «εθνικού» και του «λαϊκού».
Η ανθεκτικότητά της όμως δεν θα κριθεί από μια ξεπερασμένη ρητορική περί «δικαιωματισμού» ή από κάποια αρρωστημένη τυπολατρία.
Δεν θα τη βοηθήσει η βλακώδης υποστήριξη μιας ανεξέλεγκτης μετανάστευσης.
Δεν θα κριθεί από έναν αναιμικό αντίλογο παρωχημένων στερεοτύπων, ιδεοληψιών και προκαταλήψεων.
Αλλά από τη δυνατότητα αυτής της ίδιας της δημοκρατίας να προσαρμοστεί στους καιρούς που την περιβάλλουν και να αναδείξει τους θεσμούς και τα πρόσωπα που θα διασφαλίσουν όχι μεροκάματα σε φλύαρους δικηγόρους αλλά την ουσιαστική στήριξη των πολιτών.
Κρατώ την κατακλείδα ενός κλασικού δεξιού, του Μπρουνό Ρεταγιό.
Το βράδυ του δεύτερου γύρου των γαλλικών δημοτικών εκλογών, ο πρόεδρος των Ρεπουμπλικανών ολοκλήρωσε τη δήλωσή του λέγοντας «για τη δημοκρατία που υπηρετούμε και για τη Γαλλία που αγαπάμε» (22/3).
Στη θέση της Γαλλίας βάλτε Ελλάδα.
