Την έντονη ανησυχία τους για την κατάσταση της επάρκειας φαρμάκων στην Ελλάδα, εκφράζουν για ακόμη μία φορά οι εκπρόσωποι των φαρμακευτικών εταιρειών. Όπως αναφέρεται στο σχετικό ψήφισμα της γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ), σε μια περίοδο έντονων διεθνών ανακατατάξεων, η ελληνική φαρμακευτική αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες προκλήσεις, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις και η μεταβλητότητα του παγκόσμιου περιβάλλοντος εντείνουν την αβεβαιότητα για την οικονομία και τη δημόσια υγεία.

Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, εφόσον παραταθούν, εκτιμάται ότι θα επιφέρουν σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, επηρεάζοντας άμεσα κρίσιμους τομείς, όπως οι εξαγωγές, ο τουρισμός και οι επενδύσεις.

Την ίδια στιγμή, η αναδιαμόρφωση της διεθνούς οικονομίας, υπό την επίδραση πολιτικών, όπως η αρχή των «Most Favored Nations» (η πρόταση Τραμπ για τις τιμολογήσεις φαρμάκων, με βάση τη χαμηλότερη τιμή που υπάρχει σε κάποια κράτη επιλογής του), δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις και στον φαρμακευτικό κλάδο.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, παρά τις πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις, το χάσμα ανταγωνιστικότητας με τις ΗΠΑ και την Κίνα παραμένει, με την Ευρώπη να μην έχει ακόμη προσαρμοστεί πλήρως στις νέες συνθήκες.

Ανισορροπία στη χρηματοδότηση και αυξανόμενο βάρος για τη βιομηχανία

Σύμφωνα με το ΣΦΕΕ, στην Ελλάδα, η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο πιεστική. Η δημόσια χρηματοδότηση της φαρμακευτικής δαπάνης αυξάνεται με σημαντικά χαμηλότερο ρυθμό, σε σχέση με τη συνολική δαπάνη (3,65% έναντι 10,9% την περίοδο 2019–2024), οδηγώντας σε εκρηκτική αύξηση των υποχρεωτικών επιστροφών (clawback).

Οι επιστροφές αυτές αυξάνονται κατά περίπου 20% ετησίως και έχουν πλέον ξεπεράσει το 58%, κατά μέσο όρο, με αποτέλεσμα –όπως επισημαίνεται– η συνεισφορά της φαρμακοβιομηχανίας να υπερβαίνει εκείνη της Πολιτείας, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, καταγράφοντας ένα πρωτοφανές φαινόμενο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Παράλληλα, το χρηματοδοτικό κενό περιορίζει την πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία, καθώς μόλις ένα στα πέντε νέα φάρμακα καθίσταται διαθέσιμο στη χώρα. Η Ελλάδα καταγράφει, την ίδια στιγμή, τις χαμηλότερες τιμές πρωτοτύπων φαρμάκων, αλλά και τις υψηλότερες επιστροφές στην Ευρώπη.

Ανεπαρκείς μηχανισμοί ελέγχου και προβλέψεις για περαιτέρω επιβάρυνση

Η απουσία αποτελεσματικού ελέγχου στη συνταγογράφηση και η έλλειψη πλαισίου συνυπευθυνότητας επιδεινώνουν την κατάσταση, περιορίζοντας τα κίνητρα για εξορθολογισμό της δαπάνης.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις μελέτης της Deloitte, η συνολική φαρμακευτική δαπάνη στη χώρα ενδέχεται να φτάσει τα 10,5 δισ. ευρώ, έως το 2028, με περαιτέρω αύξηση των επιστροφών, εφόσον δεν υπάρξουν παρεμβάσεις στη χρηματοδοτική πολιτική.

Αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για τη βιωσιμότητα

Παρά τα θετικά βήματα, όπως η ενίσχυση επενδυτικών εργαλείων και η αξιοποίηση πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης, οι φορείς του κλάδου τονίζουν την ανάγκη άμεσων μεταρρυθμίσεων.

Μεταξύ των βασικών προτάσεων περιλαμβάνονται:

  • Σταδιακή αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης και αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων για καλύτερο έλεγχο της δαπάνης.
  • Θέσπιση ανώτατου ορίου στις επιστροφές και υιοθέτηση μοντέλου συνυπευθυνότητας μεταξύ κράτους και φαρμακοβιομηχανίας.
  • Ενίσχυση κινήτρων για επενδύσεις, έρευνα και ανάπτυξη, καθώς και για συνεργασίες με διεθνείς και ακαδημαϊκούς φορείς.

Κρίσιμη καμπή για το σύστημα υγείας

Το 2026 εκτιμάται, σύμφωνα με το ψήφισμα του ΣΦΕΕ, ως έτος-ορόσημο για τον φαρμακευτικό τομέα, με τις αποφάσεις που θα ληφθούν να καθορίζουν τη μελλοντική πορεία του συστήματος υγείας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύνδεση της καινοτομίας με την εγχώρια παραγωγή και τη χρήση γενοσήμων και βιοομοειδών φαρμάκων.

Παρά τις πιέσεις, ο φαρμακευτικός κλάδος παραμένει σημαντικός πυλώνας της οικονομίας, με περίπου 119.000 θέσεις εργασίας και συμβολή 3,1% στο ΑΕΠ.

Οι εκπρόσωποι του κλάδου υπογραμμίζουν ότι η Πολιτεία καλείται να θέσει την υγεία σε προτεραιότητα, προχωρώντας σε ουσιαστικές παρεμβάσεις, που θα διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του συστήματος και την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες.

Το βασικό δίλημμα που τίθεται είναι σαφές: επένδυση σε ένα σύγχρονο και βιώσιμο σύστημα υγείας ή διατήρηση των υφιστάμενων στρεβλώσεων, που υπονομεύουν την αποτελεσματικότητά του. Οι εξελίξεις των επόμενων μηνών αναμένεται να δώσουν την απάντηση.