Η εκδημία της Άννας Ψαρούδα – Μπενάκη (12 Δεκεμβρίου 1934 – 15 Φεβρουαρίου 2026) αποτελεί για τους πολλούς την αφορμή για να υπογραμμίσουν ότι έφυγε από τη ζωή η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων και η πρώτη γυναίκα η οποία διετέλεσε Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών. Ο θάνατος, ωστόσο, της διακεκριμένης νομικού, πολιτικού και ακαδημαϊκού, αποτελεί μια καλή ευκαιρία για αναδρομή σε μια εποχή κατά την οποία η πολιτική προσείλκυε προσωπικότητες που είχαν ήδη ξεχωρίσει για τη διαδρομή τους στον επαγγελματικό στίβο.
Ούσα καθηγήτρια του Ποινικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών και με σπουδές σε ξένα Πανεπιστήμια, ξεκίνησε την πολιτική της καριέρα το 1981 από το ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας στο οποίο την τοποθέτησε ο Γεώργιος Ράλλης. Αν και στη μεταπολιτευτική περίοδο οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί που μπήκαν από αυτό το «παράθυρο» στην πολιτική δεν μακροημέρευσαν στα κοινοβουλευτικά έδρανα, η Άννα Ψαρούδα – Μπενάκη κατάφερε να κερδίσει επανειλημμένα τη μάχη του σταυρού στην εκλογική περιφέρεια της πρωτεύουσας, στην Ά Αθηνών.
Χωρίς να ανήκει στην κατηγορία με τους κλασσικούς ψηφοθήρες, καθιερώθηκε με την κοινοβουλευτική της δράση και ανταμείφθηκε από τους ψηφοφόρους του κόμματός της με επανειλημμένες επανεκλογές. Ίσως συνέβαλε σε αυτό και το ότι γεννήθηκε στα Εξάρχεια και συνέχισε να μένει εκεί με τον σύζυγό της Λίνο Μπενάκη ακόμη και όταν ανέβηκε στα ψηλότερα σκαλιά της πολιτικής. «Διεκδικώ και πάλι την ψήφο των Αθηναίων, όπως κάνω από το 1989, και πιστεύω ότι και αυτοί θα με τιμήσουν εκ νέου, όπως κάνουν επί επτά συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις», δήλωνε σε μια συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο «Βήμα» τις παραμονές των εκλογών του 2007.
«Να είναι η ίδια η Βουλή μια φωτεινή εξαίρεση»
Στο ερώτημα του υπογράφοντος για το τι την οδήγησε να επιμείνει στον σταυρό και να μην καταφύγει στην ασφάλεια της σίγουρης επανεκλογής από τη λίστα Επικρατείας, η απάντησή της ήταν απόλυτη: «Η βαθιά μου πεποίθηση ότι το πρόσωπο που καταλαμβάνει αξιώματα όπως αυτό του Προέδρου της Βουλής πρέπει να έχει την εμπιστοσύνη του λαού και όχι μόνο του αρχηγού του κόμματος».
Μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την ίδια εκείνη συνέντευξη είναι τα ακόλουθα:
Ερώτηση: «Θεωρείτε ότι επί των ημερών σας στην έδρα (σ.σ.: της Προέδρου του Κοινοβουλίου) κέρδισε ο πολιτικός διάλογος στο Κοινοβούλιο;»
Απάντηση: «Άλλοι θα το κρίνουν αυτό. Εγώ πάντως έδωσα όλες τις ευκαιρίες που μου επέτρεπε ο Κανονισμός, ώστε όλοι να έχουν ελευθερία λόγου. Τήρησα τις πολύ δύσκολες ισορροπίες μεταξύ των κομμάτων και προάσπισα με όλες μου τις δυνάμεις το κύρος του βουλευτή. Μέσα στη γενικά απαξιωτική ατμόσφαιρα που καλλιεργείται κατά της πολιτικής και των πολιτικών, φρόντισα να είναι η ίδια η Βουλή μια φωτεινή εξαίρεση».
Ερώτηση: «Στελέχη της αντιπολίτευσης ωστόσο διατύπωναν συχνά επικρίσεις ότι δεν τηρούσατε πάντοτε την πολιτική “ουδετερότητα”, υπακούοντας σε εντολές, νεύματα και επινεύσεις της κυβέρνησης. Τι απαντάτε;».
Απάντηση: «Ποτέ δεν πήρα εντολή από την κυβέρνηση να κάνω κάτι αντίθετο από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό. Ακολούθησα πάντα τη νομιμότητα και ιδίως τη διαμορφωμένη κοινοβουλευτική παράδοση. Γνωρίζετε πολύ καλά ότι εκτός από τις γνήσιες εντάσεις που προκύπτουν στην αίθουσα της Ολομέλειας, υπάρχουν και αυτές που εξυπηρετούν σκοπιμότητες. Αυτές που γίνονται για λόγους εντυπωσιασμού ή στο πλαίσιο της γενικότερης πολιτικής του κάθε κόμματος. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι επικρίσεις στις οποίες αναφερθήκατε. Μπορώ να πω ότι οι σχέσεις μου με όλους τους συναδέλφους ήταν εγκάρδιες και η συνεργασία μου με τα κόμματα αποδοτική».
«Δεν με τρομάζει η αποχώρηση»
Ερώτηση: «Με τη μακρόχρονη και αδιάλειπτη παρουσία σας στη Βουλή, πώς ακούτε τα περί ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού;»
Απάντηση: «Η ανανέωση δεν έχει πάντοτε σχέση με την ηλικία. Ο καθένας μπορεί να προσφέρει διαφορετικά πράγματα, να βοηθήσει από διαφορετικές θέσεις ανάλογα με την εμπειρία και τα προσόντα του. Και η ανανέωση κυρίως αφορά το πόσο οι πολιτικοί μπορούν να ακολουθήσουν τις επιταγές της κάθε εποχής, να προσαρμοστούν στις ανάγκες της, να διατηρούν μια ανοικτή και “φρέσκια” σκέψη».
Ερώτηση: «Έχετε σκεφθεί την ώρα της δικής σας αποχώρησης από την πολιτική;»
Απάντηση: «Ασφαλώς. Δεν με τρομάζει η αποχώρηση αυτή καθαυτή, απλώς δεν θα ήθελα να γίνει όσο ακόμη μπορώ να προσφέρω. Επειδή όμως είναι σπάνιο να είμαστε αντικειμενικοί σε ό,τι αφορά τον εαυτό μας και τις ικανότητές μας, γι’ αυτό πολλές φορές αυτές τις αποφάσεις τις παίρνουν εκτός από εμάς και άλλοι, όπως οι αρχηγοί των κομμάτων ή ο ίδιος ο λαός. Αυτό που έχει σημασία είναι, όταν φθάσει η ώρα της αποχώρησης, να νιώθει κανείς ότι ήταν πάνω από όλα έντιμος απέναντι στον εαυτό του και σε αυτούς που τον εμπιστεύθηκαν. Και πιστεύω ότι όταν θα φτάσει και η δική μου ώρα να αποχωρήσω από την ενεργό πολιτική σκηνή, αυτό θα το έχω επιτύχει».
Πολύ περισσότερο, πάντως, από όσα (μου) είχε πει σε εκείνη τη συνέντευξη η Άννα Ψαρούδα – Μπενάκη, (μου) έχουν μείνει ανεξίτηλα στη μνήμη ότι ουδέποτε εξέφρασε το παραμικρό παράπονο για την -συχνά αυστηρή- κριτική που της ασκούσαμε από το «Βήμα». Η προσωπική και θεσμική ευπρέπεια, ο σεβασμός στους κανόνες του κοινοβουλευτικού διαλόγου και το παραδειγματικό ήθος ήταν πολύτιμα στοιχεία που χαρακτήριζαν αρκετούς -ανεξαρτήτως παράταξης- πολιτικούς εκείνης της γενιάς. Και οι οποίοι στις μέρες μας -δυστυχώς- σπανίζουν όλο και περισσότερο.
Καλό ταξίδι Άννα Ψαρούδα – Μπενάκη.







