Ελλάδα

που φέρνεις στους γαλάζιους ατμούς

την πίσσα της ανησυχίας

δεν σε ακούω πια

Ούτε τις χάλκινες σφυρίχτρες

Μόνο φρένα ασυνάρτητα

Ύαινες σπαρασσόμενες

και επιθετικά ανθρώπινα πορτρέτα

Σε βλέπω, θα ήθελα να πω, Λευκή Ελλάδα

όπου αντιοξειδωτικά λευκαίνουν χρήματα

τα κρίματα, τα ελληνικά σου

Ακόμη δεν σου επιβλήθηκαν τα αγγλικά;

Let them continue as is meet (Joyce, The Holy Office, 1905)

Στην κρίσιμη στιγμή σου

ούτε η γη ούτε τίποτα

δεν θ’ ανοίξει κάτω από τα πόδια σου

Και δεν θα καταλάβεις

ποιός έσπασε τα γόνατά σου

και πώς τα θλιβερά οστά σου

ξεπρόβαλαν στα διάφανα χαρτιά της νυχτερίδας

σε μια σβησμένη αποστροφή

στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

Πάντα, Ελλάδα, έρχεσαι μετά

μαζί, εσύ κι εσύ

*

Αλμπίνα Ελλάδα

Αρνιά για τη λευκότητά σου

Υπήκοοι αμνοί

συγχέουν αλμπινισμό με τον αλπινισμό

και εκδράμουν στη Δευτέρα Παρουσία

Είναι οι συμπτωματικοί αθάνατοι

οι αναγκαίοι ήρωες

οι χρήσιμοι νεκροί

εκεί που εκφωνούνται οι πανηγυρικοί

Αλλά η βασιλεία ανήκει στα παιδιά

Ρόδινη ίριδα

Τούφα λευκή στην κεφαλή

Λεύκη στα στήθη

και ιδού ο χάρτης σου

της κεντρικής Μακεδονίας

Είσαι η λειψή βιοσύνθεση

της μελανίνης

Και περιορίζομαι στα νεύρα

καθώς αρχίζω να ρωτώ

τί γράφω και για ποιόν;

Για τη μεταθανάτιά σου αδερφή;

Τη Doppelgänger σου;

Για ’μένα, ήδη διπλός;

Χάνω τον εαυτό μου

όπως τουλάχιστον εγώ τον εννοώ

και όπως τον ανέσυρα, σιδεροδέσμιο

απ’ το ναυάγιο του «Χειμάρρα»

«Μη με ρωτάς», μου απαντάς

«Όπως το ξύλο, στέγνωσε

αφήσου πρόθυμα στην πλάνη

σα να  επέτρεπε διασκελισμό

σα να ’τανε απέναντι νησί

σα να σου έγνεφε απ’ τη σημαία μου

η Αριάδνη

Ποιον χρόνο μου επέλεξες να ζεις;

Ποιο τάγμα στη Μακρόνησο;

Ποτέ δεν ήμουν ίδια

καθότι το αποτέλεσμα

Οδεύω μέσα σου

εκεί που μας χωρίζει ο πατριωτισμός

Αλλιώς πηγαίνουμε στα επανειλημμένα

Αλλιώς τα φέρνουμε

ενώ, πάνω κάτω

μία είναι η οδός»

*

Με εξαγριώνεις

και του θηρίου μου την τάση επιτείνεις

και μπουσουλάω σαν μωρό στα τέσσερα

Από την παλιά σου ευωδία

–πριν το αμάρτημα του Αδάμ–

σε οσμίζομαι αμαρτωλή

Σκύβω και γλύφω

παραίσθηση και πόδια

απ’ όπου κρέμομαι και εκμετρώ

Τα ελληνικά του ονόματός σου

θαρρείς και μου έγιναν σκοπός

Έχεις ακόμα το δικαίωμα

να λες τη λέξη «ομορφιά»;

Να λιάζεσαι σ’ ένα παγκάκι πέτρινο

με τις αλκυονίδες;

Και το δελφίνι σου

–ανάμεσα Αίγινα και Μονή–

να καμαρώνεις;

Να γράφεις με μπογιά

ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ;

Μαργαριτάρια-γράμματα ρίχνεις στους χοίρους

Γουρούνια που κρεμούν απ’ το καρφί τη ρεντιγκότα

ενώ Μαυρομιχάλη και Ακρίτα Διγενή

το Γκράφιτι

Έχουμε πόλεμο με την Ελλάδα.*

* Από την ποιητική συλλογή «Λευκή Ελλάδα», εκδόσεις Περισπωμένη, 2019.