Αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα: ένα πρώτο, σοβαρό βήμα

Στην αποκαλυψιακή φιλολογία περί Τρίτου Παγκοσμίου, η «σπίθα» που ανάβει στη Μέση Ανατολή ή στον Περσικό Κόλπο παίζει, εδώ και χρόνια, σημαντικό ρόλο. Η σχετική βιβλιογραφία μεγαλώνει, μα ακόμα περισσότερο η συναφής φιλμογραφία και ο χειρισμός του θέματος από την ποπ κουλτούρα. Αυτή η τελευταία, ως γνωστόν, λατρεύει τις καταστροφές και προαναγγέλλει τις κρίσεις, αρκεί να έχει δει κανείς τη σειρά «Homeland» ή μια άλλη που παίζεται αυτόν τον καιρό με τον τίτλο «Μεσσίας» («Messiah»).

Αποκάλυψη, μεσσιανισμοί και κυρίως πρόγνωση του χειρότερου σεναρίου έχουν λοιπόν την τιμητική τους και πώς να μην την έχουν με κρατικές δολοφονίες, πυραύλους και απειλές. Υπάρχει, φυσικά, και το αντίπαλο δέος, το κόμμα των μαχητικά αισιόδοξων και των προφητών του «καλύτερου δυνατού» κόσμου. Από τον Στίβεν Πίνκερ μέχρι τον Ματ Ρίντλεϊ και πολλούς άλλους, η έμφαση δίνεται στις επιτυχίες, στα ιατρικά και επιστημονικά επιτεύγματα και σε στατιστικές που δείχνουν μείωση της ακραίας βίας και άνοδο του επιπέδου ζωής σε μεγάλα τμήματα του πλανήτη.

Αν θέλουμε όμως να σκεφτούμε πολιτικά αυτή την εποχή, δεν χρειαζόμαστε ούτε τις μανιέρες του καταστροφισμού ούτε τις λίστες επιτυχιών και τη διαρκή κολακεία προς τα κεκτημένα του πολιτισμού μας (που είναι ανεκτίμητα και αχάριστη η υποτίμησή τους). Πιο χρήσιμο θα ήταν να σταθούμε στις ανασφάλειες της εποχής και στο πώς θα μπορούσαν αυτές να περιοριστούν και να ελεγχθούν πολιτικά, αν αυτό είναι πλέον δυνατό. Ο καταστροφισμός μπορεί να έχει τη χάρη του με την αισθητική σημασία – άλλωστε, από τη ρομαντική εποχή μέχρι τις σειρές του Netflix, αποτελεί μια σταθερά των τεχνών μας -, όμως δεν προδιαθέτει σε κάποιο ενεργό πολιτικό ενδιαφέρον. Οι «θεατές» και όσοι εισπράττουν τη ρητορική του Ολέθρου αφήνονται έκθετοι σε διάφορες φοβίες, σε εικόνες φρίκης και με ένα αίσθημα συντριπτικής προσωπικής αδυναμίας μπροστά σε ανεξέλεγκτα φαινόμενα. Η πολιτική όμως αρχίζει πάντα όταν πιστεύουμε πως είναι δυνατό το καλύτερο, το να συμβούν δηλαδή διαφορετικά τα πράγματα. Αυτό δεν σημαίνει αγνόηση των δεινών ή την άχρωμη και άγευστη περιγραφή κάποιων μικρών «ελλειμμάτων». Διότι οι πηγές της σημερινής ανασφάλειας είναι όλες ενεργές και πολύ σοβαρές. Διακρίνω τέσσερις που έχουν στο εσωτερικό της ποικίλα επίπεδα κινδύνου:

Ανασφάλεια στη σχέση με τους φυσικούς και ενεργειακούς πόρους, με τη στοιχειώδη υγεία των οικοσυστημάτων.

Ανασφάλεια ως προς την «αναρχία» και την αυξημένη αυθαιρεσία στο διεθνές σύστημα. Κρατικές δολοφονίες, μονομερείς πειρατικές ενέργειες, ακύρωση διεθνών συμφωνιών και πλαισίων.

Ανασφάλεια στο εσωτερικό των εθνικών κοινωνιών. Παράδειγμα: η διείσδυση του οργανωμένου εγκλήματος στις κυβερνητικές και κρατικές δομές (Μάλτα, Βαλκάνια κ.λπ.), η αδυναμία των κυβερνήσεων να ανταποκριθούν στις βασικές υποδομές προστασίας, η όξυνση των διαχωρισμών ανάμεσα σε «φυλετικές (πολιτισμικές) ταυτότητες» που δεν βρίσκουν πια κοινό έδαφος στο δημοκρατικό κράτος δικαίου.

Ανασφάλεια, τέλος, με σαφέστερη και μετρήσιμη υλική βάση. Σε τρεις ημέρες ένα ανώτερο στέλεχος μιας μεγάλης εταιρείας στη Βρετανία έχει κερδίσει ήδη τα χρήματα ενός ολόκληρου χρόνου ενός από τους μισθωτούς υπαλλήλους της (αναλογία 117/1). Η Βρετανία είναι, φυσικά, ένα ακραίο παράδειγμα ταξικής κοινωνίας, ωστόσο η ίδια τάση, με πιο μετριασμένες, όμως και πάλι απαράδεκτες αναλογίες, διαπιστώνεται σε πλήθος εθνικών κοινωνιών και προφανώς σε παγκόσμια κλίμακα.

Το μεγάλο βήμα θα ήταν λοιπόν η σαφής αναγνώριση της πραγματικότητας. Οσο και αν φαίνεται παράδοξο, αυτό που υπονομεύει περισσότερο την πολιτική πράξη δεν είναι οι διαφωνίες στις προτεινόμενες λύσεις όσο το ότι κάποιος αρνείται ή υποτιμά εξαρχής το όποιο ζήτημα του προκαλεί δυσφορία. Μια μικρή βόλτα σε έναν οποιοδήποτε αριστερό ιστότοπο αποκαλύπτει ανθρώπους που δεν παραδέχονται καν ως σοβαρό πρόβλημα την εγκληματικότητα, τον βανδαλισμό και την ανομία. Περιγελούν εξάλλου τις σχετικές ανησυχίες ως μικροαστικό «πανικό», αν όχι ως κάτι αντιδραστικό. Από την άλλη, αν διατρέξει κανείς τρέχοντες φιλελευθερο-δεξιούς λόγους, θα δει πως αναπαράγουν πάντα την ιδέα ότι όλα αυτά τα περί φτώχειας και υλικής μιζέριας στις προηγμένες χώρες είναι «αριστερή προπαγάνδα» ή «λαϊκίστικος σανός». Συχνά, ακόμα και ένα κινηματογραφικό έργο που αναφέρεται σε επιδόματα ανεργίας ή άλλα τέτοια θέματα προκαλεί δυσφορία σαν κάτι παρωχημένα αντικαπιταλιστικό, ενώ απλώς μπορεί να συνιστά ωμό ρεαλισμό.

Είναι λοιπόν πολύτιμη η αναγνώριση της πραγματικότητας δίχως ευφημισμούς, τεχνικές συγκάλυψης και παιχνίδια μετάθεσης των ευθυνών. Η ανασφάλεια, σε καθεμία από τις πηγές και τα πεδία της, δεν προσφέρεται για φτηνά παιχνίδια πολιτικού ανταγωνισμού που σπεύδουν απλώς να αντλήσουν πολιτική υπεραξία από τις προκλήσεις της εποχής.

Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk