• Αναζήτηση
  • Φάκελος Μυθιστόρημα: Εκτιμήσεις και συμπεράσματα μιας συζήτησης

    Μύθους και αλήθειες για το ελληνικό μυθιστόρημα στόχευε να διερευνήσει ο Φάκελος Μυθιστόρημα που ανοίξαμε στο «Βήμα» στις 24 Ιουλίου.

    Μύθους και αλήθειες για το ελληνικό μυθιστόρημα στόχευε να διερευνήσει ο Φάκελος Μυθιστόρημα που ανοίξαμε στο «Βήμα» στις 24 Ιουλίου. Στις εβδομάδες που προηγήθηκαν, κάθε Κυριακή, νεοελληνιστές και θεωρητικοί (Νάσος Βαγενάς, Σοφία Ντενίση, Αγγέλα Καστρινάκη, Ερη Σταυροπούλου, Δημήτρης Αγγελάτος), συγγραφείς (Χρήστος Αστερίου, Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Δημοσθένης Παπαμάρκος), επαγγελματίες από τον χώρο της κριτικής (Ελισάβετ Κοτζιά), των εκδόσεων (Κώστας Σπαθαράκης), της εκπαίδευσης (Γεωργία Πρέκα) και της αγοράς του βιβλίου (Αλεξάνδρα Μπίζη) μετέφεραν τις γνώσεις και την εμπειρία τους με σκοπό να μπουν κάποιες παράμετροι στη συζήτηση, ιστορικές και θεωρητικές, ώστε η συζήτηση να είναι ουσιαστική και εποικοδομητική.
     
    Η κοινότοπη άποψη ότι «ελληνικό μυθιστόρημα δεν υπάρχει» αμφισβητήθηκε. Χρειάζονται «επιχειρήματα ή έστω μια στιβαρή θεωρία για το τι αποτελεί τον μυθιστορηματικό κανόνα» αντί για «αφορισμούς μόνο και την προβολή προσωπικών προτιμήσεων» επισήμανε ο Δημοσθένης Παπαμάρκος. Ο Νάσος Βαγενάς και η Σοφία Ντενίση, βασισμένοι στα νέα στοιχεία της έρευνας, παρουσίασαν το θαλερό τοπίο του ελληνικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, η Ερη Σταυροπούλου το μεταπολεμικό μυθιστόρημα, η Ελισάβετ Κοτζιά τη σύγχρονη παραγωγή.
    Η αμφισβήτηση ωστόσο δεν ήταν ομόφωνη. «Δεν είναι ανυπόστατη φήμη ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε (ή μήπως να πούμε: δεν είχαμε) μυθιστόρημα», έγραψε η Αγγέλα Καστρινάκη, καταλήγοντας πως «Η σημερινή πληθώρα των μυθιστορημάτων δεν σημαίνει ακριβώς ότι κάτι κατακτήσαμε και στο επίπεδο της ποιότητας».
    Δεν διαβάζεται, δεν διδάσκεται
    Από τη συζήτηση αναδείχθηκαν αλήθειες για το ελληνικό μυθιστόρημα. Αληθεύει ότι διήγημα και μυθιστόρημα «επιτελούν διαφορετικό ρόλο: το μυθιστόρημα αποτυπώνει τη ζωή ως μια ολότητα, μια ρέουσα συνέχεια· το διήγημα ως ένα σύνολο θραυσμάτων» (Χ. Α. Γκέζος), όπως ακριβώς γι’ αυτό αληθεύει ότι σήμερα «διαβάζουμε κυρίως μυθιστορήματα, παρά τη γρήγορη και στριμωγμένη, από κάθε άποψη, εποχή μας, νοσταλγοί ίσως μιας, δυσεύρετης στη ζωή, «ενότητας»» (Γ. Πρέκα). Αληθεύει όμως και η πικρή διαπίστωση ότι το μυθιστόρημα που διαβάζουμε δεν είναι ελληνικό: «Τα στοιχεία μας του πρώτου εξαμήνου του 2016 δείχνουν ότι οι πωλήσεις της ξένης λογοτεχνίας είναι υψηλότερες σε ποσοστό 25%» (Αλ. Μπίζη). Στις νεότερες γενιές παρατηρείται μια «αδιάκριτη περιφρόνηση προς το άμεσο παρελθόν της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής», μια τάση που εκφράζει «γενικότερη απόρριψη της ελληνικής λογοτεχνίας: «Δεν διαβάζω Ελληνες»» (Κ. Σπαθαράκης).
    Αληθεύει επίσης ότι ολόκληρα μυθιστορήματα δεν διδάσκονται στη μέση εκπαίδευση. Η μνήμη του είδους δεν μεταδίδεται στη σχολείο. Το γεγονός δεν είναι άμοιρο συνεπειών. Μένοντας μακριά από την ελληνική παραγωγή και έχοντας άγνοια για το μυθιστόρημα που γράφεται στην Ελλάδα εύκολα καταλήγει κανείς στην εκτίμηση ότι ελληνικό μυθιστόρημα δεν υπάρχει. Οσο για τους νέους μυθιστοριογράφους είναι καταδικασμένοι, όσο συμβαίνει αυτό, να παραμένουν σε κατάσταση στασιμότητας: «Αν δεν γνωρίζει κανείς πώς έλυσαν οι προηγούμενοι τα προβλήματα που τους τέθηκαν ή έστω πού απέτυχαν, αρχίζει από το μηδέν και έτσι δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από τα πρώτα απλά βήματα» (Κ. Σπαθαράκης).
    Προτάθηκε και η θεραπεία του προβλήματος: «Κατεπειγόντως, «κάθετη» ανάγνωση του μυθιστορήματος που πάει στο βάθος της οικείας του ειδολογικής παράδοσης» (Δ. Αγγελάτος).
    Mέσοι όροι και ποιότητα
    Το σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα «είναι κατώτερο από το ξένο; Οχι ως προς τους μέσους όρους του» (Ελ. Κοτζιά). Η κριτικός επισήμανε όμως ότι «οι έλληνες συγγραφείς αποφεύγουν τις πολύ μεγάλες, πολυφωνικές, πολυεπίπεδες, πολυπρισματικές συνθέσεις» και ότι «η ελληνική πεζογραφία των ημερών μας δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να απεικονίσει την περιβάλλουσα πραγματικότητα. Χάνει έτσι το δυνάμει αλλοδαπό κοινό που γοητευμένο από τις χάρες της χώρας μας θα ενδιαφερόταν να τη γνωρίσει καλύτερα μέσα από τα λογοτεχνικά έργα της». Ο Χρήστος Αστερίου έκανε λόγο για «ποιοτικό πρόβλημα της μυθιστορηματικής μας παραγωγής», για αδράνεια απέναντι στις εξελίξεις του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος, για την «ύπαρξη μιας θεματικής «πεπατημένης»», αυτής του Εμφυλίου, και αποφυγή της μυθιστορηματικής αναμέτρησης με το πρόσφατο παρόν και με την τεχνολογική επανάσταση.
    Αντιθέτως, για τους συγγραφείς της μεταπολεμικής περιόδου, των οποίων πολλά έργα δεν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό, η Ερη Σταυροπούλου υποστηρίζει «θερμά την άποψη ότι υπάρχουν αξιόλογα ελληνικά μυθιστορήματα» και τόνισε ότι οι συγγραφείς αυτοί «αναστοχάστηκαν το παρελθόν και στάθηκαν κριτικά απέναντι στο παρόν».
    Η προώθηση στο εξωτερικό
    Η προώθηση του ελληνικού μυθιστορήματος στο εξωτερικό αναδύθηκε ως ένα ζητούμενο προς διερεύνηση: «Πού οφείλεται η αδυναμία του να διεισδύσει στις ξένες αγορές – όπως έκανε λόγου χάρη το πρόσφατο weird cinema των Λάνθιμου, Κούτρα και Τσαγγάρη;» (Ελ. Κοτζιά).
    Γιατί δεν υπάρχει κάποια ελληνίδα μυθιστοριογράφος στο αφιέρωμα
    «Where Are the Women in Translation? Here Are 31 to Read Now» (17.8.2016) του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού www.wordswithoutborders.org αναρωτήθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο ελληνιστής Βασίλης Λαμπρόπουλος από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν στις ΗΠΑ. Στο αφιέρωμα βρίσκουμε την εφετινή νομπελίστρια Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, τη σπουδαία Βραζιλιάνα Κλαρίσε Λισπέκτορ αλλά και τη σαραντάχρονη Τσέχα Μαγκνταλένα Πλατσοβά, όπως και την Ιταλίδα Ελσα Μοράντε, η οποία συστήνεται στο νέο αγγλόφωνο κοινό με λόγια της σύγχρονης ευπώλητης Ελενα Φεράντε.
    Ο Μάικλ Ρέινολντς, εκδότης της Φεράντε στα αγγλικά, σε συνέντευξή του (10.5.2016) στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Literary Hub» εξήγησε πώς έγινε η Φεράντε παγκόσμιο φαινόμενο, με πωλήσεις ενός εκατομμυρίου αντιτύπων στις ΗΠΑ: Ο ιταλικός εκδοτικός της οίκος, Edizioni E/Ο, επένδυσε το 2005 στην ίδρυση της θυγατρικής Europa Editions στη Νέα Υόρκη για την προώθηση των βιβλίων του. «Η ξενόγλωσση λογοτεχνία δεν είναι διαθέσιμη στο αμερικανικό κοινό γιατί δεν ενδιαφέρεται η εκδοτική βιομηχανία στις ΗΠΑ. Οι περισσότεροι εκδότες και επιμελητές εκδόσεων δεν διαβάζουν βιβλία σε άλλες γλώσσες».
    Πέρα λοιπόν από την ευκαιριακή προβολή που δίνει στην Ελλάδα και στα πολιτισμικά προϊόντα της η κρίση, προκύπτει το ζήτημα πώς μπορεί να αναπτυχθεί μεθοδικά ένα κοινό για το ελληνικό μυθιστόρημα στο εξωτερικό. Ποιος ο ρόλος και η ευθύνη των νεοελληνιστών του εξωτερικού; Ποια η ευθύνη της Πολιτείας, του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, των εκδοτών αλλά και των συγγραφέων στην προώθηση του έργου τους; Είναι ερωτήματα στα οποία θα πρέπει να απαντήσουμε, με δεδομένα σε βάθος δεκαετιών, ώστε να μπορέσει να συγκροτηθεί ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα «εξαγωγής» του καλού ελληνικού μυθιστορήματος.
    Ο Φάκελος Μυθιστόρημα δεν κλείνει…
    Ο Φάκελος Μυθιστόρημα δεν κλείνει εδώ. Θα εμπλουτιστεί, σύντομα, με παρουσιάσεις συγκεκριμένων έργων μέσα από τις σελίδες των «Βιβλίων» του «Βήματος». Θα θυμηθούμε ελληνικά μυθιστορήματα που ανήκουν στον κανόνα του είδους, αλλά θα γνωρίσουμε και μυθιστορήματα που προκάλεσαν συζήτηση στην εποχή τους και χάθηκαν αργότερα καθώς και μυθιστορήματα που ανακαλύφθηκαν όψιμα και ανέτρεψαν δεδομένες αντιλήψεις για την ιστορία του είδους, μυθιστορήματα διαφορετικών τεχνοτροπιών και αισθητικών παραδόσεων που εμπεριέχουν πολλές και διαφορετικές όψεις της Ελλάδας των τελευταίων διακοσίων χρόνων.
    Θα εμπλουτιστεί επίσης με τις δικές σας απόψεις, τις οποίες μπορείτε να στέλνετε, σε κείμενα όχι εκτενέστερα των οκτακοσίων λέξεων, στην ηλεκτρονική διεύθυνση tovima-novel@dolnet.gr.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία