Καζαντζάκης καλεί Αγγελάκη

«Η ψυχή μου δεν βρήκε ακόμη τη γαλήνη της. Σαν τη γάτα που θέλει να γεννήσει και τρέχει σε όλες τις γωνιές του σπιτιού, στα συρτάρια, στις ντουλάπες, κάτου από τα κρεβάτια και πουθενά δεν χαίρεται,

Επιστολές του Νίκου Καζαντζάκη
προς την οικογένεια Αγγελάκη
Επιμέλεια-εισαγωγή Θανάσης Αγάθος.
Πρόλογος Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.
Εκδόσεις Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, 2013,
σελ. 160, τιμή 15 ευρώ

«Η ψυχή μου δεν βρήκε ακόμη τη γαλήνη της. Σαν τη γάτα που θέλει να γεννήσει και τρέχει σε όλες τις γωνιές του σπιτιού, στα συρτάρια, στις ντουλάπες, κάτου από τα κρεβάτια και πουθενά δεν χαίρεται, γιατί μέσα της είναι βαριά αγωνία, το ανομολόητο δέος – έτσι τρέχω από βουνό σε βουνό και ψάχνω πού να γεννήσω». Αυτά γράφει, από το Γκρίντελβαλντ της Ελβετίας, ο ανήσυχος νους, ο μοναχικός άνδρας, ο ανικανοποίητος ταξιδευτής Νίκος Καζαντζάκης στον έμπιστο φίλο και δικηγόρο του Γιάννη Αγγελάκη (1881-1969), τον πατέρα, αργότερα, της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ.

Η επιστολή χρονολογείται στις 5 Οκτωβρίου του 1917. Ο Καζαντζάκης βρίσκεται σε ταξίδι-προσκύνημα στα χνάρια του Νίτσε. Είναι μία από τις πρώτες επιστολές του κρητικού συγγραφέα στον Αγγελάκη που περιλαμβάνονται στον τόμο Επιστολές του Νίκου Καζαντζάκη προς την οικογένεια Αγγελάκη (Εκδόσεις Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, 2013) που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια του νεοελληνιστή Θανάση Αγάθου και πρόλογο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, συνολικά 74 ανέκδοτες επιστολές, δελτάρια και καρτ ποστάλ του Νίκου Καζαντζάκη – και από το 1946 και εξής και της Ελένης Καζαντζάκη – προς τον Αγγελάκη και την οικογένειά του. Τις επιστολές δώρισε στο Μουσείο Καζαντζάκη η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, βαφτισιμιά του Καζαντζάκη.
Από τη Σπάρτη η πρώτη, στις 22 Μάρτη του 1917, από την Αντίπολη της Γαλλίας η τελευταία, στις 21 Μάη του 1957, οι επιστολές εφοδιάζουν τον επίδοξο συγγραφέα μιας πλήρους βιογραφίας του Καζαντζάκη με άφθονες πληροφορίες για την καθημερινότητά του: τα ταξίδια του, τις πνευματικές και κυρίως τις οικονομικές ανησυχίες του, τη σχέση του με τους εκδότες του, με τις συζύγους του Γαλάτεια και Ελένη, με τους φίλους του. Μεταγράφονται σύμφωνα με την τρέχουσα ορθογραφία και συνοδεύονται από σύντομα επεξηγηματικά σχόλια, φωτογραφίες και αρχειακό υλικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο σημεία: η σχέση του Καζαντζάκη με το χρήμα και η μεταστροφή των αισθημάτων του για την Ελλάδα.
Οικονομικά ζητήματα αφορούν στην πλειονότητά τους οι επιστολές που έχουν γραφεί πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Καζαντζάκης ταλανίζεται διαρκώς από χρηματικές έγνοιες, έχει έξοδα στο εξωτερικό, χρέη. Εξουσιοδοτεί τον Αγγελάκη στην Αθήνα να πουλήσει το μερίδιό του στο ορυχείο λιγνίτη στην Πραστοβά και να διεκδικήσει με κάθε μέσο από τον Ελευθερουδάκη και τον Δημητράκο τα κέρδη του από μεταφράσεις και από το γαλλοελληνικό λεξικό του Δημητράκου. Εξετάζει την ισοτιμία των νομισμάτων και ποιο συνάλλαγμα είναι συμφερότερο και μηχανεύεται τρόπους για να προσποριστεί χρήματα. Το 1918 κάνει τις απαραίτητες ενέργειες στη Ζυρίχη για τη σύσταση μιας επιχείρησης εισαγωγών-εξαγωγών: θα εισάγει στην Ελβετία καπνά, λάδι και χαρούπια από την Κρήτη και θα εξάγει στην Ελλάδα μηχανές, υφάσματα, φάρμακα, ξυλεία.
Στη διάρκεια των τεσσάρων δεκαετιών που καλύπτουν οι επιστολές αυτές, η νοσταλγία για την πατρίδα των πρώτων επιστολών μετατρέπεται σταδιακά σε δυσαρέσκεια και αποστροφή: «Η Φραγκιά δεν έχει τίποτα να μας δώσει, όλη μου η ψυχή… είναι γυρισμένη κατά την Ανατολή» γράφει τον Δεκέμβριο του 1917. «Από τη στιγμή που έφυγε η μητέρα μου, το χώμα της Ελλάδας μού έγινε ξένο, μια αλλόκοτη δυσφορία να πλησιάσω» εξομολογείται τον Μάιο του 1932. Πριν από τον πόλεμο ονειρεύεται ένα σπίτι στην Αίγινα, θέλει όταν πεθάνει να ταφεί εκεί και ζητεί από τον Αγγελάκη να μεθοδεύσει την αγορά ενός οικοπέδου. Το σπίτι χτίστηκε και ο Νίκος και η Ελένη Καζαντζάκη έζησαν εκεί ως το 1944. Μόλις λίγα χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1951, από την Αντίπολη γράφει του Αγγελάκη: «Ομολογώ δεν έχω καμιά νοσταλγία· προχθές νειρεύτηκα πως ήμουν στην Ελλάδα και τινάχτηκα με τρόμο».
Φως σε ορισμένα σκοτεινά σημεία των επιστολών θα έριχναν οι επιστολές του Αγγελάκη προς τον Καζαντζάκη, οι οποίες δεν είναι γνωστό αν σώζονται και πού βρίσκονται, πάντως όχι στο Μουσείο Καζαντζάκη στην Κρήτη. Εκεί απόκεινται περισσότερες από 7.500 επιστολές από και προς τον Νίκο και την Ελένη Καζαντζάκη που πρέπει στο σύνολό τους να εκδοθούν. Δεδομένου ότι ο Καζαντζάκης ήταν μανιώδης επιστολογράφος, κάθε διμερής επιστολική σχέση που κρυσταλλώνεται με τη μορφή βιβλίου αποτελεί σημαντική συνεισφορά στην κατανόηση του αντιφατικού και πολύπλοκου ανθρώπου και δημιουργού Καζαντζάκη.
«Κλωσσοπούλι του Παρνασσού, μη με ντροπιάσεις»
«Ούτε επτά χρονών δεν ήμουνα όταν έφυγε απ’ την Ελλάδα για να μην ξαναγυρίσει. Δεν κράτησα το χέρι του ποτέ, δεν έψαξα μέσα στο βλέμμα του τη δική του αλήθεια» σημειώνει στον πρόλογό της η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Ενώ ετοιμαζόταν να φύγει στη Γαλλία για σπουδές κοντά στους Καζαντζάκηδες, ο Νίκος πεθαίνει. Για τον Καζαντζάκη η Κατερίνα είναι το «Αγιο Πνεύμα» της «Αγίας Τριάδας» των Αγγελάκηδων. Ρωτά για την υγεία της, στέλνει ευχές, εκφράζει την αγάπη του, αστειεύεται. Τον Σεπτέμβριο του 1948 της στέλνει μια κάρτα με φωτογραφία ενός κινεζικού αγάλματος του Μουσείου του Λούβρου γράφοντας: «Σου στέλω την τελευταία μου φωτογραφία, για να δεις πώς καταντάει τον άνθρωπο η ξενητιά». «Χαριτωμένη, έξυπνη, συναδέλφισσα και βαφτιστικιά μου» την αποκαλεί τον Αύγουστο του 1950 και τον Οκτώβριο του 1956, όταν εκείνη ετοιμάζεται να δημοσιεύσει το πρώτο της ποίημα στο περιοδικό «Καινούρια Εποχή», της γράφει: «Νεαρό κλωσσοπούλι του Παρνασσού, μη με ντροπιάσεις!». Ηταν η σημαντικότερη συμβουλή που πήρα, εξομολογείται η ποιήτρια.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
  • Αναβολές και… private clubs Το τεράστιο ροζ, γεμάτο καθρέφτες, δωμάτιο στη βίλα «Ορτανσία», σκαρφαλωμένη στις ψηλότερες και πλέον θεαματικές οροσειρές της Εκάλης, ήταν... ΣΙΒΥΛΛΑ |
Helios Kiosk