Χρύσα Προκοπάκη: «Ψάχνω τις λέξεις παντού, ακόμη κι όταν μαγειρεύω»

Μια ζωή μετάφραση: ανάμεσα σε βιβλία, λεξικά και σημειώσεις, θέατρο, λογοτεχνία και ποίηση, η Χρύσα Προκοπάκη βρίσκεται στο φυσικό της περιβάλλον. Φιλόλογος και πανεπιστημιακός, στην Αθήνα και στο Παρίσι, είναι εκείνη που έχει μεταφράσει στη γαλλική γλώσσα την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και την τριλογία του Στρατή Τσίρκα. Είναι η ίδια που με τον «Αμφιτρύωνα» παραδίδει στον Λευτέρη Βογιατζή και στο κοινό τον τρίτο έμμετρο Μολιέρο της – μετά τον «Μισάνθρωπο» και «Το Σχολείο Γυναικών». Η πρεμιέρα θα δοθεί το προσεχές Σάββατο στην Επίδαυρο.

Μια ζωή μετάφραση: ανάμεσα σε βιβλία, λεξικά και σημειώσεις, θέατρο, λογοτεχνία και ποίηση, η Χρύσα Προκοπάκη βρίσκεται στο φυσικό της περιβάλλον. Φιλόλογος και πανεπιστημιακός, στην Αθήνα και στο Παρίσι, είναι εκείνη που έχει μεταφράσει στη γαλλική γλώσσα την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και την τριλογία του Στρατή Τσίρκα. Είναι η ίδια που με τον «Αμφιτρύωνα» παραδίδει στον Λευτέρη Βογιατζή και στο κοινό τον τρίτο έμμετρο Μολιέρο της – μετά τον «Μισάνθρωπο» και «Το Σχολείο Γυναικών». Η πρεμιέρα θα δοθεί το προσεχές Σάββατο στην Επίδαυρο.
Λίγες ημέρες νωρίτερα στην Αθήνα της μεγάλης ζέστης η Χρύσα Προκοπάκη μιλάει στο «Βήμα» για την περιπέτεια της μετάφρασης, την αναζήτηση της λέξης, τις δυσκολίες του Μολιέρου και τη ρίμα, το θέατρο και τον Λευτέρη Βογιατζή. Στο επίκεντρο του έργου βρίσκεται ο έρωτας του Δία προς τη νιόπαντρη (με τον Αμφιτρύωνα) Αλκμήνη. Με στόχο να την κατακτήσει και να τη χαρεί ο κορυφαίος των θεών παίρνει τη μορφή του συζύγου της και όταν εκείνος επιστρέφει τα μπλεξίματα αρχίζουν…

Κυρία Προκοπάκη, ποιες είναι οι δυσκολίες στη μετάφραση του Μολιέρου και ειδικότερα στον «Αμφιτρύωνα»;
«Ουσιαστικά, δυσκολίες στην κατανόηση του κειμένου δεν υπάρχουν. Ο Μολιέρος έχει μια στρωτή γλώσσα, με κάποιες λέξεις και εκφράσεις της εποχής βέβαια, με τις οποίες γρήγορα εξοικειώνεσαι. Κάποιες λέξεις του 17ου αιώνα μπορεί να έχουν αλλάξει σημασία ή και να έχουν την εντελώς αντίθετη. Εκεί πράγματι υπάρχουν παγίδες. Προσωπικά πάντως έχω αρκετά εξοικειωθεί με τη γλώσσα του. Τώρα το πόσο εύκολα μπορείς να αποδώσεις τον στίχο του είναι μια άλλη ιστορία».

Πόσο πιστή μπορεί να είναι μια μετάφραση;
«Εξαρτάται τι εννοούμε πιστή. Πολλοί μιλούν για τις ωραίες «άπιστες» μεταφράσεις. Δεν είμαι αυτής της σχολής. Το ιδεώδες βέβαια είναι να μας βγαίνουν πιστές και ωραίες. Αλλά και πάλι, πιστές σε τι; Στο γράμμα, στο πνεύμα, στη μουσικότητα ή και στην πεζότητα, αν χρειάζεται, του χρόνου; Συχνά υποχρεώνεσαι να κάνεις επιλογές, ανάλογα με το τι προέχει σ’ έναν συγγραφέα ή και σε διαφορετικά μέρη του κειμένου. Πάντως βασική προϋπόθεση είναι να μην αλλοιώνεται το ύφος. Μπορεί να έχεις μια απόλυτα πιστή μετάφραση, να μην αλλάξει ούτε λέξη, και αντί για Μολιέρος να σου βγει Τσιφόρος. Λέω ακραία πράγματα, αλλά εννοώ ότι ο συγγραφέας πρέπει να αναγνωρίζεται στο μεταφρασμένο κείμενο και βέβαια να μην αλλοιώνονται τα νοήματα».

Εχετε έναν μπούσουλα όταν μεταφράζετε Μολιέρο; Ο αναγνώστης αναγνωρίζει τον μεταφραστή;
«Δύσκολο ερώτημα. Δεν ξέρω αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Οταν λέω «ύφος» εννοώ κάτι πολύ γενικό. Οχι ισοπέδωση του κειμένου. Αλλιώς αντιμετώπισα τον «Μισάνθρωπο», «Το Σχολείο Γυναικών», τον «Αμφιτρύωνα». Είναι άλλο το περιβάλλον των ηρώων, αλλού είναι άνθρωποι της αυλής, αλλού αστοί, αλλού θεοί. Οι γλώσσες τους αλλάζουν. Και υπάρχει πάντα το θέμα σε ποια απόσταση χρονική κρατάς το κείμενο. Γενικά πάντως για τα παλαιά κείμενα θέλω να υπάρχει κάπως αυτή η πατίνα της παλαιότητας. Η γενικότερη τάση σήμερα είναι ο εκσυγχρονισμός. Να δίνει, δηλαδή, την εντύπωση ότι όλα συμβαίνουν εδώ και τώρα. Πιστεύω, αντίθετα, ότι θα πρέπει να μεταφερόμαστε στο κάποτε και στο αλλού. Το εδώ και τώρα να το βρίσκει ο θεατής μέσα από το καθρέφτισμά του με το παλιό. Να συνειδητοποιεί, δηλαδή, την αντοχή του έργου στον χρόνο και να αναγνωρίζει μόνος του σύγχρονες καταστάσεις. Μου φαίνεται ότι αυτό είναι πιο έντιμο και πιο δραστικό. Σκέφτομαι κάποιες λέξεις τελευταίας κοπής που σε πηγαίνουν όχι στην Αυλή του Λουδοβίκου αλλά στα Εξάρχεια. Γελάς βέβαια, μα τότε καλύτερη είναι η επιθεώρηση. Ασε που οι λέξεις αυτές γερνάνε πολύ γρήγορα και κάνουν και τις μεταφράσεις να γερνάνε πριν την ώρα τους».

Επανέρχονται κάποιες λέξεις στα έργα του Μολιέρου;
«Ναι, ναι. Οπως και ο τρόπος που τις χειρίζεται».

Πόσο πιο απαιτητική είναι η μετάφραση του έμμετρου λόγου;
«Είναι κέντημα. Φυσικά απαιτεί ασύγκριτα περισσότερο χρόνο. Αν μια πεζή μετάφραση χρειάζεται τρεις-τέσσερις μήνες, είναι αδύνατον να βγει σε αυτό το διάστημα ένα έργο όπως ο «Αμφιτρύων». Ειδικά αυτό μου πήρε έναν χρόνο ολόκληρο. Κι όταν λέμε έναν χρόνο, εννοούμε έναν χρόνο και μάλιστα με το κεφάλι κάτω… Τα δύο προηγούμενα είχαν επίσης μεγάλες απαιτήσεις, αλλά πατούσες τουλάχιστον σε έναν ισοσύλλαβο δεκαπέντε συλλαβών με μια ρίμα, όπως μια σειρά δίστιχα. Εδώ τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά».

Δεν σκεφτήκατε να μεταφράσετε το έμμετρο σε πρόζα;
«Τώρα πια ούτε να το διανοηθώ. Η ρίμα, ο ρυθμός είναι συνυφασμένα με το νόημα, είναι νόημα. Το κωμικό ή το τραγικό, όλα περνούν μέσα από τη διαδοχή των στίχων που ομοιοκαταληκτούν με ποικίλους τρόπους. Σαν ένα μπαλάκι που πετιέται και το περιμένεις να σκάσει. Η στιχομυθία, με τη γεωμετρικότητα των ερωταποκρίσεων, ο διάλογος συχνά μέσα σε έναν στίχο, ο ρυθμός… Δεν λέω πως η μετάφραση είναι ποτέ δυνατόν να συγκριθεί με το πρωτότυπό της, αλλά θα έχει κι αυτή τη νομιμότητά της».

Πώς βρίσκετε τις λέξεις;
«Ψάχνω τις λέξεις μου παντού, παντού. Οχι μόνο πάνω στο χαρτί. Τις ψάχνω όταν μαγειρεύω, όταν είμαι στη θάλασσα, ακόμη και στον ύπνο μου. Είναι ένα βάσανο αλλά και μεγάλη αγαλλίαση όταν τις βρεις. Ο «Αμφιτρύων» όμως ήταν το κάτι άλλο, μια σπαζοκεφαλιά. Γιατί εδώ ο αλεξανδρινός δωδεκασύλλαβος στίχος εναλλάσσεται με άλλους ολιγοσύλλαβους, έχουμε διάφορους συνδυασμούς της ομοιοκαταληξίας – ζευγαρωτές, πλεκτές, σταυρωτές ρίμες. Ακόμη, συνεχόμενες ρίμες, δηλαδή η ίδια ομοιοκατάληκτη επαναλαμβάνεται τέσσερις ή περισσότερες φορές. Να σας δώσω ένα παράδειγμα από τον διάλογο ανάμεσα στον Ερμή και στη Νύχτα – όταν ο Ερμής απευθύνεται στη Νύχτα:
Απ’ της Αλκμήνης τα όμορφα τα μάτια λαβωμένος
Κι ενώ στης Βοιωτίας τη γη
Ο Αμφιτρύων ο σύζυγος με σθένος
Το στράτευμα της Θήβας οδηγεί
Ο θεός εκείνου τη μορφή ντυμένος,
Στη φλόγα του ανακούφιση έχει βρει
Σε μέθη ηδονική παραδομένος».


Υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό που συμβαίνει με τη ρίμα στον «Αμφιτρύωνα»;
«Οχι ακριβώς. Αλλά δεν το καθιέρωσε ως σύστημα. Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι με αυτή την καινοτομία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και απέσπασε τον έπαινο των ειδικών. Μεταξύ άλλων ο Βολταίρος είχε γράψει ότι με αυτόν τον τρόπο ο Μολιέρος σπάει τη μονοτονία του αλεξανδρινού στίχου, εκλεπτύνει τον λόγο δίνοντας έναν ρυθμό πολύ πιο εκφραστικό».

Θα λέγατε ότι είναι ένα από τα κορυφαία του;
«Δεν ξέρω, δεν μπορώ να κάνω συγκρίσεις, είναι τόσο διαφορετικό! Αυτή η συνάφεια, η συνεύρεση θεών και ανθρώπων, η διπλή υπόσταση των θεών φτιάχνουν κάτι ανοίκειο, παράξενες ανταποκρίσεις: θεοί – θνητοί, άρχοντες – υπηρέτες, διπλές ταυτότητες, εναλλασσόμενα προσωπεία. Το κωμικό επίσης ενυπάρχει με το δραματικό».

Ως κωμωδία μας προκαλεί γέλιο ο «Αμφιτρύων»;
«Και βέβαια. Το θέμα είναι τι είδους γέλιο. Ο Βολταίρος πάλι έλεγε πως όταν διάβασε το έργο, έντεκα χρόνων, έπεσε κάτω από τα γέλια. Αν δεν είσαι έντεκα, τότε το γέλιο κάπου γρατσουνάει. Πάντα έχω στον νου μου τον Σαρλό που με ένα σήκωμα του φρυδιού, μια γκριμάτσα, σε κάνει να γελάς. Πόση πίκρα όμως εισπράττεις ανάλογα με τη δεκτικότητά σου, τις εμπειρίες σου. Σε όλες τις μεγάλες κωμωδίες υπάρχει αυτό το δίβουλο γέλιο».

Είναι διαχρονικός ο Μολιέρος;
«Η λέξη έχει φθαρεί. Ολα είναι διαχρονικά. Μπλουζάκια, παπούτσια, σακάκια, δεν πάει να χαλάνε; Ας πούμε ότι τα έργα του είναι η πινακοθήκη ή η τοιχογραφία μιας εποχής. Το ότι αντέξανε τόσους αιώνες σημαίνει ότι θίγουν βαθιά κοινωνικά προβλήματα και μεγάλα πάθη. Πείτε μου ποιος από τους τύπους που έχει ζωγραφίσει, σε μεγέθυνση βέβαια, δεν είναι εντελώς σημερινός. Και έχοντας έναν κεντρικό στόχο της σάτιρας, ανοίγει μέτωπα προς όλες τις κατευθύνσεις».

Διαθέτει άλλωστε και μεγάλη φαντασία…
«Σίγουρα, αλλά αν δεν έχεις μέσα σου το σκουλήκι που σε τρώει δεν φθάνει η φαντασία. Αυτός το είχε και με το παραπάνω. Αφήνω το ταλέντο, που είναι και προϋπόθεση».

Εχετε αποκτήσει πλέον μια οικειότητα μαζί του…
«Ναι, ναι. Οχι σαν διάλογο με τους νεκρούς… Αλλά όταν βρίσκομαι πάνω στον στίχο του μουρμουρίζω: «Κοίτα τον άτιμο, γιατί μου το κάνει αυτό;». ‘Η άλλοτε: «Πώς το πέτυχε!». Και γελάω, πολύ γελάω μοναχή μου. Υπάρχει ένα είδος συνομιλίας. Οπως ξέρετε, ήταν σπουδαίος θεατρίνος. Κάποτε τον φαντάζομαι να παίζει μια ατάκα. Φυσικά δεν την έπαιζε έτσι, αλλά βοηθάει για τον ρυθμό, για το ύφος. Οπως φαντάζομαι και τον Λευτέρη να παίζει. Αλλη εμπειρία, ειλικρινά το απολαμβάνω».

Ενα θεατρικό έργο θα λέγατε ότι διαθέτει τρεις ζωές: του συγγραφέα, του μεταφραστή και του σκηνοθέτη;
«Για μένα ως μεταφράστρια η συνεργασία με τον σκηνοθέτη είναι εξαιρετικά πολύτιμη, καθοριστική. Η σκηνοθεσία ακόμη στη φάση της σύλληψής της δίνει έναν προσανατολισμό στη μετάφραση. Προϋποθέτει βέβαια να υπάρχει ένα κοινό γλωσσάρι. Ισχύει και το αντίστροφο: η μετάφραση να είναι μια πρώτη σκηνοθεσία, σε εισαγωγικά. Να δίνει κάποιες ιδέες, να εμπνέει κάτι, έστω μια λέξη. Γενικά μ’ αρέσει η συνεργασία, η κοινή δουλειά, με ζεσταίνει».

Πότε καταλαβαίνετε ότι η μετάφραση είναι σε καλό δρόμο;
«Οταν έχω κατανοήσει τον ψυχικό κόσμο των ηρώων, το δίκιο τους, ακόμη κι όταν είναι αρνητικοί, και όταν πιστεύω ότι έχω συλλάβει την αρχιτεκτονική του έργου. Ξέρω ότι δεν μπορώ να ανταποκριθώ – η γλώσσα μου έχει άλλα χαρακτηριστικά».

Τι κάνετε αν κολλήσετε σε έναν στίχο;
«Αμα κολλήσω κάπου μπορεί να πηδήξω λίγους στίχους και να επιστρέψω.
Καμιά φορά όταν μεταφράζω πάω προς το τέλος του κειμένου, γιατί αισθάνομαι ότι η μετάφραση κουράζεται προς το τέλος και έτσι την κρατάω φρέσκια. Ο στίχος όμως είναι άλλο πράγμα. Δεν σηκώνει αβαρίες».

Τελικά, κυρία Προκοπάκη, πώς συνεργάζεστε με τον Λευτέρη Βογιατζή;
«Ακούστε, ο Λευτέρης σε όλα τα έργα ψάχνει το πίσω μέρος της σελήνης, τη σκοτεινή πλευρά. Τι λέει, τι κρύβει ένας ήρωας, μια σειρά από πολλά δημιουργικά ερωτήματα. Στη διάρκεια της μετάφρασης αρχίζει το κοινό μαρτύριο, το ράβε-ξήλωνε. Ο Λευτέρης διαβάζει, εγώ ακούω, κάπου ερμηνεύει. Δίκαιος ή άδικος, χρειάζονται εξηγήσεις, χρειάζονται αλλαγές. Για ένα λεξίδιο πρέπει να αλλάξουν ρίμες, συλλαβές, να ξηλωθούν κάμποσοι στίχοι. Είναι μια επίπονη μα δημιουργική διαδικασία από την πρώτη εκδοχή της μετάφρασης ως την τελευταία πρόβα. Μηνύματα; Λαμβάνω ακόμη και σήμερα που μιλάμε. Τα θέλω κι εγώ, μεταξύ μας… Σκέφτομαι ότι μια μετάφραση δεν τελειώνει ποτέ, κάπου υπάρχει το καλύτερο όμως…».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
  • Αναβολές και… private clubs Το τεράστιο ροζ, γεμάτο καθρέφτες, δωμάτιο στη βίλα «Ορτανσία», σκαρφαλωμένη στις ψηλότερες και πλέον θεαματικές οροσειρές της Εκάλης, ήταν... ΣΙΒΥΛΛΑ |
Helios Kiosk