Το Χόλιγουντ στον Τίβερη

Η πρόσφατη πυρκαγιά στα στούντιο της Τσινετσιτά, που κατά τραγική ειρωνεία εφέτος γιόρταζε τα 75α γενέθλιά της, δεν είναι η πρώτη που πλήττει τα θρυλικά ιταλικά στούντιο. Πριν από πέντε ακριβώς χρόνια, τον Αύγουστο του 2007, πυρκαγιά είχε ξεσπάσει σε χώρους γυρισμάτων της Πόλης του Κινηματογράφου, όπως μεταφράζεται στα ελληνικά η Cinecitta, καταστρέφοντας υπόστεγο εμβαδού 3.000 τετραγωνικών μέτρων.

Η πρόσφατη πυρκαγιά στα στούντιο της Τσινετσιτά, που κατά τραγική ειρωνεία εφέτος γιόρταζε τα 75α γενέθλιά της, δεν είναι η πρώτη που πλήττει τα θρυλικά ιταλικά στούντιο.

Πριν από πέντε ακριβώς χρόνια, τον Αύγουστο του 2007, πυρκαγιά είχε ξεσπάσει σε χώρους γυρισμάτων της Πόλης του Κινηματογράφου, όπως μεταφράζεται στα ελληνικά η Cinecitta, καταστρέφοντας υπόστεγο εμβαδού 3.000 τετραγωνικών μέτρων. Τότε μάλιστα είχαν καταστραφεί σκηνικά και κοστούμια της τηλεοπτικής σειράς του BBC «Rome» με θέμα την Αρχαία Ρώμη, αν και τα γυρίσματa είχαν ολοκληρωθεί.

Η ιστορία της Τσινετσιτά είναι πραγματικά τόσο μεγάλη όσο απέραντη είναι η έκταση της περιοχής όπου φιλοξενούνται τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά στούντιο της Ευρώπης. «Παιδί» της φασιστικής Ιταλίας, η Τσινετσιτά υπήρξε το αποτέλεσμα του οράματος που είχε ο δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος ήθελε κρατικά στούντιο προκειμένου να γυρίζονται ταινίες προπαγανδιστικού περιεχομένου. Τα στούντιο άρχισαν να χτίζονται λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και εγκαινιάστηκαν το 1937.

Μέχρι και τα πρώτα χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το ιταλικό κράτος ήλεγχε εξ ολοκλήρου τις δραστηριότητες της Τσινετσιτά. Ο χώρος ταυτίστηκε ολοκληρωτικά με τον φασισμό, γεγονός που έπαιξε ρόλο στην παρακμή του τη δεκαετία του 1950. Δεν επρόκειτο να περάσουν πολλά χρόνια ώστε η Τσινετσιτά να αποκτήσει και πάλι τη χαμένη αίγλη της και να γίνει εκ νέου το επίκεντρο της κινηματογραφικής παραγωγής στην Ιταλία.

Σε αυτό συνέβαλε τα μέγιστα το Χόλιγουντ που θεώρησε τον χώρο ιδανικό για τα γυρίσματα επικών ταινιών των δεκαετιών του 1950 και του 1960. Εξ ου και το παρατσούκλι «Το Χόλιγουντ στον Τίβερη» που η Τσινετσιτά πήρε εκείνη την περίοδο. Βέβαια το ενδιαφέρον του Χόλιγουντ δεν οφειλόταν μόνο στη βολική χωροταξία αλλά κυρίως στην οικονομία. Εκείνη την εποχή τα εργατικά χέρια στην Ιταλία ήταν πολύ πιο φτηνά σε σύγκριση με τα αμερικανικά. Συνεπώς το κόστος γυρισμάτων μιας λαμπρής υπερπαραγωγής όπως π.χ. το «Κβο Βάντις» (1951) του Μέρβιν Λιρόι μειωνόταν αισθητά αν η ταινία γυριζόταν στην Ευρώπη, όπως και έγινε. Στην Τσινετσιτά γυρίστηκε επίσης ο θρίαμβος των 11 Οσκαρ «Μπεν Χουρ» (1959) του Γουίλιαμ Γουάιλερ αλλά και ταινίες που δραματουργικά τοποθετούνταν σε εξωτερικές τοποθεσίες όπως π.χ. το Βιετνάμ στον «Ησυχο Αμερικανό» του Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς.

Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950 η Ιταλία άρχισε να αντιγράφει με τον δικό της τρόπο τις επικές αμερικανικές παραγωγές και στην Τσινετσιτά αρχίζει να ανθεί η ιταλική «ταινία-χλαμύδα», τα peplum. Ακόμη και οι πιο ελαστικοί ιστορικοί της εποχής πάθαιναν σοκ όποτε άκουγαν ότι ο Ηρακλής μάχεται (για μία ακόμη φορά) στο σελιλόιντ, ενώ η φαντασία δεκάδων τσαπατσούληδων σκηνοθετών (τα ονόματα των οποίων σύντομα ξεχάστηκαν) οργίαζε και η αταλαντοσύνη διαττόντων αστέρων «ηθοποιών» – από τον Στιβ Ριβς στην καλύτερη περίπτωση ως τον Κερκ Μόρις στη χειρότερη – υπήρξε κάτι παραπάνω από κραυγαλέα. Από την άλλη μεριά, βέβαια, ο «Κολοσσός της Ρόδου» ήταν η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Σέρτζιο Λεόνε και γυρίστηκε επίσης στην Τσινετσιτά, που αργότερα άρχισε να φιλοξενεί τα γυρίσματα των σπαγκέτι γουέστερν, ανάμεσα στα οποία και η θρυλική τριλογία του Ανθρώπου Χωρίς Ονομα (Κλιντ Ιστγουντ) του Λεόνε «Για μια χούφτα δολάρια», «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος» και «Μονομαχία στο Ελ Πάσο».

Η Τσινετσιτά όμως υπήρξε επίσης χώρος φιλοξενίας καλλιτεχνικών ταινιών, η καλλιτεχνική πατρίδα του Φεντερίκο Φελίνι. Οι περισσότερες ταινίες του γυρίστηκαν εκεί, ενώ σε δύο, το «8 ½» και η «Ιντερβίστα», η ίδια η Τσινετσιτά παίζει σχεδόν ρόλο πρωταγωνιστικό. Στο αυτοβιογραφικό «8 ½» ο Φελίνι την παρουσιάζει ειδυλλιακή, σχεδόν εξωτική, στις πραγματικές δόξες της εν έτει 1963. Αντιθέτως, στην «Ιντερβίστα» η αέναη φαντασία του Φελίνι ταυτίζεται με τη σκληρή πραγματικότητα της εποχής: η Τσινετσιτά είναι πια είναι ένας παρακμιακός ερημότοπος που υπολειτουργεί και φυτοζωεί. Οντως τη δεκαετία του ’80 η Τσινετσιτά έζησε τη δεύτερη περίοδο κρίσης της, από την οποία κατόρθωσε να ξεφύγει και για μία ακόμη φορά να σταθεί στο ύψος της.

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι μνημειώδεις ταινίες των τελευταίων 25 χρόνων, από το «Κάποτε στην Αμερική» του Λεόνε ως το «Ονομα του Ρόδου» του Ζαν-Ζακ Ανό αλλά και τις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» του Μάρτιν Σκορσέζε, είχαν γυρίσματα στη θρυλική Τσινετσιτά.
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk