IΣΤΟΡΙΑ

∆εν έκλεισαν οι λογαριασµοί µας µε τον ναζισµό

Τι στάση κρατούσαν άραγε οι απλοί Γερµανοί στη διάρκεια της εξέλιξης των ωµοτήτων της χιτλερικής εξουσίας; Συναινούσαν ή ήταν απλώς αδιάφοροι, παρασυρµένοι στην καθηµερινότητά τους; Η «τελική λύση» – το τελικό ξεκαθάρισµα των εβραίων – ήταν µια απόφαση που είχε εξαρχής στον νου του ο Χίτλερ ή επεβλήθη από τα κάτω, από έναν γραφειοκρατικό µηχανισµό; Ηταν ο ναζισµός κάτι ανάλογο µε τον σταλινισµό και τις εκκαθαρίσεις του Πολ Ποτ ή υπάρχει µια ιστορική µοναδικότητα σε αυτόν; Υστερα …

Τι στάση κρατούσαν άραγε οι απλοί Γερµανοί στη διάρκεια της εξέλιξης των ωµοτήτων της χιτλερικής εξουσίας;

Συναινούσαν ή ήταν απλώς αδιάφοροι, παρασυρµένοι στην καθηµερινότητά τους; Η «τελική λύση» – το τελικό ξεκαθάρισµα των εβραίων – ήταν µια απόφαση που είχε εξαρχής στον νου του ο Χίτλερ ή επεβλήθη από τα κάτω, από έναν γραφειοκρατικό µηχανισµό; Ηταν ο ναζισµός κάτι ανάλογο µε τον σταλινισµό και τις εκκαθαρίσεις του Πολ Ποτ ή υπάρχει µια ιστορική µοναδικότητα σε αυτόν;

Υστερα από 40 χρόνων µελέτες ο βρετανός ιστορικός σερ Ιαν Κέρσοου, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήµιο του Σέφιλντ, στο βι βλίο του Ο Χίτλερ, οι Γερµανοί και η «τελική λύση» (εκδόσεις Πατάκη), αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήµατα. Παράλληλα κάνει µια ανασκόπηση της ζωής του, βλέπει αυτοκριτικά τις ως σήµερα µελέτες του, συγκρούεται µε άλλους ιστορικούς και καταθέτει νέες απόψεις.

Η ιστορία της ναζιστικής Γερµανίας όχι µόνο δεν έχει γραφεί οριστικά, αλλά συνεχώς προστίθενται νέα δεδοµένα στην αποτίµησή της. Τα χρόνια που πέρασαν από τις ναζιστικές ωµότητες δεν είναι τόσο πολλά και τόσο οι εβραίοι όσο και οι µη εβραίοι ιστορικοί δεν κατάφεραν να απεµπλακούν από την ηθική αντίληψη της Ιστορίας και να δουν τα γεγονότα µε µια «χειρουργική» µατιά.

Ηρθε η ώρα, λέει ο Κέρσοου, να αντιµετωπίσουµε τη ναζιστική εποχή ως «κανονικό» κοµµάτι της Ιστορίας και να το προσεγγίσουµε µε «κανονικές» ιστορικές µεθόδους, όπως, για παράδειγµα, θα ανέλυε κάποιος τη Γαλλική Επανάσταση ή τη Μεταρρύθµιση. Κάτι τέτοιο θα σήµαινε ψυχρή λογική, χωρίς συναισθηµατισµούς.

Οι πρώτες κόντρες για το πώς η Ιστορία αντιµετωπίζει τον ναζισµό έχει τις ρίζες της στη δεκαετία του ‘70. Μετά τη δίκη του βασανιστή Αϊχµαν, που έγινε στο Ισραήλ και την οποία παρακολούθησε η φιλόσοφος Χάνα Αρεντ, ξεσηκώθηκε θύελλα διαφωνιών για το βιβλίο της Η κοινοτοπία του κακού, όπου έδινε για τον βασανιστή το στίγµα του καλόκαρδου ανθρώπου που ακολουθεί την τάση της εποχής. Πολύ αργότερα ο Ντάνιελ Γκόλντχαγκεν στα βιβλία του υποστήριξε ότι όλοι οι Γερµανοί µε τον έναν ή τον άλλον τρόπο συµµετείχαν στις ναζιστικές βιαιότητες ή τις δικαιολογούσαν συνειδητά.

Η συναίνεση των Γερµανών

Το ζήτηµα της συναίνεσης ή όχι των Γερµανών στις διώξεις κατά των εβραίων εξακολουθεί να απασχολεί τους ιστορικούς. Ο ψυχολόγος Μίχαελ Μίλερ-Κλαούντιους υποστήριξε ότι οι απλοί Γερµανοί αντιµετώπισαν µε «αδιαφορία» τις ναζιστικές ωµότητες κατά των εβραίων απορροφηµένοι από την καθηµερινότητά τους. Η άποψη αυτή είχε παρασύρει και τον ίδιο τον Κέρσοου. Τώρα όµως, βλέποντας αυτοκριτικά τη στάση του, καταλήγει ότι υπήρχε µια ευµεγέθης µειονότητα Γερµανών που υποστήριζε τα άγρια κατασταλτικά µέτρα των ναζιστών και µια µεγάλη πληθυσµιακή µερίδα που έτρεφε υπόγεια αντισηµιτικά αισθήµατα αλλά τηρούσε παθητική στάση αναλογιζόµενη και το βάρος της προσωπικής ενοχής τους.

Μια άλλη διαµάχη των ιστορικών της Γερµανίας ήταν πάνω στο θέµα των δοµών της ναζιστικής εξουσίας. Οι µισοί υποστήριζαν ότι ο Χίτλερ είχε απόλυτη κυριαρχία σε όλα τα µείζονα θέµατα καθοδηγώντας τις βιαιότητες και οι υπόλοιποι ότι υπήρξε ένα «πολυκρατικό σύστηµα διακυβέρνησης», όπου οι γραφειοκρατικοί θεσµοί καθοδηγούσαν τα ναζιστικά πογκρόµ µε την αφ’ υψηλού ευλογία του δικτάτορα.

Ο Ιαν Κέρσοου ύστερα από χρόνια ερευνών, ειδικότερα στο κρατίδιο της Βαυαρίας, συνδύασε και τις δύο απόψεις και κατέληξε στη θεωρία της «χαρισµατικής κυριαρχίας» του Χίτλερ. Σύµφωνα µε αυτήν ο Χίτλερ «όσο αποκρουστικό κι αν ακούγεται, διέθετε ένα συγκροτηµένο µυαλό που δούλευε µε συνέπεια». Ηταν ταυτόχρονα και ιδεολόγος και προπαγανδιστής, και κατάφερε να µεταδίδει στις µάζες το «εργάζεσθαι υπέρ του Φύρερ», δηµιουργώντας έτσι µια ριζοσπαστική δυναµική που εκδηλώθηκε ως βούληση υλοποίησης του δικού του οράµατος.

Ενα τελικό ζήτηµα που απασχολεί τον Κέρσοου είναι κατά πόσον ο ναζισµός κατέχει µια ιστορική µοναδικότητα ή είναι ένα ανάλογο του Πολ Ποτ και του σταλινισµού. Οπως λέει, το ζήτηµα των γενοκτονιών απαιτούσε µια νέου τύπου ιδεολογία, η οποία απολυταρχικά αξίωνε να καθοριστεί το ποιος θα έπρεπε να δικαιούται να κατοικεί στο ισόγειο του οικοδοµήµατος µιας αµφιλεγόµενης επερχόµενης ουτοπίας. Ο Κέρσοου γράφει ότι «το να είσαι εβραίος στο κράτος του Χίτλερ, κουλάκος στο κράτος του Στάλιν ή διανοούµενος στο κράτος του Πολ Ποτ ισοδυναµούσε µε θανατική ποινή». Σηµειώνει όµως ότι «το ναζιστικό κράτος παρήγαγε την πιο απολυταρχική µορφή ιδεολογίας από όλες τις άλλες, ως προς το ότι ο βιολογικός αποκλεισµός των εβραίων υπήρξε πιο φονικά αδιάλλακτος από τον συχνά βάναυσα αυθαίρετο, κοινωνικά ντετερµινιστικό αποκλεισµό του σταλινισµού».

Η εποχή της βίας

Ο Ιαν Κέρσοου υπενθυμίζει ότι μετά το 1968 όλοι, μελετητές, πολιτικοί και απλοί πολίτες, προσδοκούσαν μια εποχή που δεν θα είχε πια πολέμους, πόσω μάλλον γενοκτονίες. Ολοι προσδοκούσαν έναν κόσμο στον οποίο κινητήριες δυνάμεις θα ήταν η τεχνολογική πρόοδος και η παγκόσμια πολιτική συνεννόηση. uni03A9στόσο μετά το 1990 ξέσπασε ένα νέο κύμα βίας στη Ρουάντα, στη Βοσνία, στο Κοσσυφοπέδιο, στο Κασμίρ, στην Παλαιστίνη, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν. Η Ευρώπη άνοιξε τον 20ό αιώνα με έναν παγκόσμιο πόλεμο και τον έκλεισε με τις μαζικές δολοφονίες στη Βοσνία και στο Κοσσυφοπέδιο, ενώ σε όλον τον κόσμο οι γενοκτονίες τύπου Πολ Ποτ ή Ρουάντας χαρακτήρισαν το τέλος της αυταπάτης της ειρηνικής συμβίωσης των λαών και έδωσαν στον 20ό αιώνα τον χαρακτηρισμό «εποχή της βίας».

Ο Κέρσοου παρατηρεί ότι από την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και μετά, με τον πόλεμο που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ ενάντια στην τρομοκρατία, μπήκαμε σε μια νέα περίοδο όπου οι πόλεμοι μοιάζουν να μην έχουν τέλος, ενώ «η συνεχής και αναπόφευκτη αποσάρθρωση των ατομικών ελευθεριών οδηγεί τους πανικόβλητους πολίτες να τις ανταλλάσσουν με μια φαινομενική περιφρούρηση της ασφάλειάς τους».

Τέλος, στηλιτεύει την αδιαφορία των λαών σε βάρος της δημοκρατίας και της ελευθερίας γράφοντας:

«Ας μείνουμε παραδομένοι στους ρεμβασμούς μας, ένα τεράστιο σμήνος από ιπτάμενους γαϊδάρους περνάει πάνω από το κεφάλι μας».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία