• Αναζήτηση
  • Ελληνοαμερικανικό ταμπλόιντ

    Ο πατέρας του ήταν περήφανος για το οικογενειακό επώνυμο. Η μητέρα του, σε στιγμές εκνευρισμού, έλεγε στον σύζυγό της ότι κάποιος πρόγονός του είχε προφανώς πιαστεί στα πράσα κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης. Το εικαζόμενο επεισόδιο δεν εμπόδισε στο ελάχιστο την καριέρα του κυρίου Αβρακώτου, με καταγωγή από τη Λήμνο, μετανάστη πρώτης γενιάς σε μια μικρή πόλη της Πολιτείας της Πενσυλβανίας, η οποία άκουγε στο όνομα Αλικουίπα. Με τον γνώριμο στους Ελληνοαμερικανούς συνδυασμό πολιτισμικών στοιχείων και από τις δύο χώρες, ο πατήρ Αβρακώτος συνέβαλλε επιχειρηματικά στην ανάπτυξη των ΗΠΑ, εισβάλλοντας στον κλάδο των αναψυκτικών – ονομάζοντας μάλιστα το προϊόν του «Apollo Cola». Ελλείψει πλεοναζόντων οικονομικών πόρων, αυτός που ανέλαβε τον σύνθετο ρόλο της διανομής και της προώθησης του προϊόντος στα τοπικά παντοπωλεία ήταν ο γιος του, Γκούσταβ Λάσκαρης Αβρακώτος, γνωστός ως «Γκαστ».

    Ο Γκαστ Αβρακώτος γεννήθηκε το 1938 και μεγάλωσε στις εθνοτικά διαχωρισμένες γειτονιές της Αλικουίπα της Πενσυλβανίας, όπου η ταξική αλληλεγγύη δεν σήμαινε και πολλά πράγματα και οι συγκρούσεις μεταξύ Ιρλανδών, Ιταλών, Ελλήνων, Πολωνών και Αφροαμερικανών αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο. Με την πώληση της «ελληνοαμερικανικής κόλα» κατάλαβε ότι ο ορθός τρόπος να προσεγγίζεις τους ανθρώπους αυτούς είναι να μιλάς στη γλώσσα του καθενός – έστω σπαστά, έστω με ανακρίβειες, αλλά με τα βρώμικα ανέκδοτα που συνιστούσαν τον κοινό συνδυασμό ειρωνείας και συντροφικότητας. Αν για όλους τους νέους της πόλης, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, υπήρχε μια συλλογική επιδίωξη, αυτή ήταν η απόδραση – και δεν υπήρχαν και πολλοί δρόμοι ανοιχτοί. Ο Χένρι Μανσίνι τα κατάφερε παίζοντας μουσική στους πολιτικούς συλλόγους των Ιταλοαμερικανών. Οι Σικελοί κάνοντας καριέρα στη Μαφία. Ο Γκαστ Αβρακώτος αρχικά με το πανεπιστήμιο και τελικά με τη CIA.

    Η μαθητεία στην Ελλάδα των συνταγματαρχών

    Η σύσταση του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Πενσυλβανίας προς τον νεαρό φοιτητή του να σκεφτεί την περίπτωση της CIA ως εναλλακτική λύση σε μια δουλειά γραφείου βρήκε τον σωστό αποδέκτη. Ενας νέος, πτυχιούχος οικονομικών, με εμπειρική γνώση της σκληρής πραγματικότητας και περιπετειώδη διάθεση αποτελούσε σημαντικό κεφάλαιο για τις μυστικές υπηρεσίες της εποχής. Ο Αβρακώτος, ένθερμος αντικομμουνιστής, όπως κάθε δηλωμένος αμερικανός πατριώτης της ψυχροπολεμικής περιόδου, και γνώστης της ελληνικής γλώσσας εκ καταγωγής, τοποθετήθηκε στην Ελλάδα αμέσως μετά τη λήξη της εκπαίδευσής του. Θα παρέμενε στη χώρα από το 1963 ως το 1978, περίοδο κρίσιμη και καθοριστική για τη διαμόρφωση της σύγχρονης φυσιογνωμίας της ελληνικής κοινωνίας. Αν εξαιρέσει κανείς μια σειρά από στιγμιότυπα τα οποία έχει ο ίδιος εξιστορήσει μετά τη συνταξιοδότησή του στον αμερικανό δημοσιογράφο Τζορτζ Κράιλ, πρώην παραγωγό της εκπομπής «60 minutes» και συγγραφέα του βιβλίου «Charlie Wilson’s War» (εκδ. Grove Press), η δράση του κατά τη διάρκεια της δεκαπενταετίας αυτής είναι εν πολλοίς άγνωστη. Ο δημοσιογράφος Μιχάλης Ιγνατίου, σε κείμενό του στην εφημερίδα «Εθνος» το 2005, σημειώνει ότι σταδιοδρόμησε ως σύνδεσμος της CIA με την Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), ενώ αργότερα ανέλαβε επικεφαλής του προγράμματος συνεργασίας της CIA με τα ΛΟΚ για την επιχείρηση Stay Behind – «σενάριο εισβολής του ελλαδικού χώρου από χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, για το οποίο οι Αμερικανοί είχαν δημιουργήσει κρησφύγετα με πολεμοφόδια, χρυσό και τρόφιμα σε ολόκληρη τη χώρα».

    Η εικόνα που δίνει ο ίδιος ο Αβρακώτος για τις δραστηριότητες της CIA, έστω και μερική, αποτελεί σαφή υπόμνηση για τη γιγάντωση των μυστικών υπηρεσιών στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Ερχόμενος στην Ελλάδα το 1963, βρήκε εγκατεστημένο, σύμφωνα με τον Τζορτζ Κράιλ, έναν μηχανισμό 142 ατόμων απασχολημένων με την «κατασκευή δημοσιευμάτων, τη χρηματοδότηση υποψηφίων, την παρακολούθηση κομμουνιστών, την εξουδετέρωση των υποστηρικτών τους, την επιβράβευση των πελατών τους με δώρα και εξυπηρετήσεις». Σε αυτήν τη σκιώδη πλευρά του ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων ο Ελληνοαμερικανός από την Αλικουίπα βρέθηκε στο στοιχείο του. Η άνοδός του μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών υπήρξε μετεωρική – υποτίθεται ότι έλυνε και έδενε ως άτυπος σύμβουλος της δικτατορίας σε βαθμό που να ισχυρίζεται ότι «κυβερνούσε τη χώρα». Η φιλία του με τα στελέχη της δικτατορίας ήταν απόρροια μιας μάλλον παράτολμης κίνησης. Οταν μετά το πραξικόπημα η αμερικανική κυβέρνηση ζήτησε την αποφυλάκιση του Ανδρέα Παπανδρέου ως αμερικανού πολίτη, ο άνθρωπος που ανέλαβε να μεταφέρει το επίσημο μήνυμα ήταν ο Αβρακώτος. Σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, αφού διάβασε τη διακοίνωση, πρόσθεσε: «Αυτή είναι η επίσημη θέση, αφήστε τον να φύγει. Ως φίλος όμως, σας λέω να εκτελέσετε το κάθαρμα, αλλιώς θα σας στοιχειώνει για πάντα». Τέτοιες συμβουλές σίγουρα θα προκαλούσαν την μήνιν των προϊσταμένων του, αν διέρρεαν, αλλά το άμεσο κέρδος ήταν η χαρά των δικτατόρων για την ανακάλυψη ενός δυνητικού συνεργάτη που μιλούσε στη γλώσσα τους.

    Ο Αβρακώτος επωφελήθηκε από τον τρόπο λειτουργίας των αμερικανικών μηχανισμών στην Ελλάδα και τις ειδικές σχέσεις τους με εγχώριους θεσμικούς παράγοντες. «Ας μην ξεχνάμε το πλέγμα εξουσίας στην προδικτατορική Ελλάδα: παρακράτος και Παλάτι είχαν ανοιχτό δίαυλο με τη CIA» επισημαίνει η Αριστοτελία Πελώνη, διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου, πολιτική συντάκτρια της εφημερίδας «Τα Νέα» και συγγραφέας του βιβλίου «Ιδεολογία κατά ρεαλισμού. Η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα, 1963-1976» (εκδ. Πόλις 2010). «Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες φέρονται να έχουν εκπαιδεύσει ομάδες του ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών). Οταν γίνεται λοιπόν το πραξικόπημα, όποτε θέλουν να μιλήσουν με κάποιον από το καθεστώς συζητούν με αυτούς που αισθάνονται ως “συντρόφους”, όχι διά των επίσημων καναλιών της πρεσβείας. Χαμηλόβαθμοι διπλωμάτες μάλιστα διαμαρτύρονται για αυτό, επισημαίνοντας ότι έτσι θολώνει η επίσημη γραμμή».

    Ο Κράιλ περιγράφει τον Αβρακώτο στο απόγειο της ισχύος του ως «μια φιγούρα από ταινίες του Κώστα Γαβρά, έναν σκοτεινό Αμερικανό με μαύρα γυαλιά, που ψιθύριζε στα αφτιά των φασιστών συνταγματαρχών». Ακόμη και τότε όμως το μέλλον δεν προοιωνιζόταν ευοίωνο για τους «σκοτεινούς Αμερικανούς». Στις ΗΠΑ, στον απόηχο του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ την περίοδο 1974-1975, οι επιτροπές Τσερτς και Πάικ θα αναλάβουν για λογαριασμό της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων αντίστοιχα να ξεκαθαρίσουν το αμαρτωλό παρελθόν των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, διερευνώντας την ανάμειξή τους σε παράνομες επιχειρήσεις, πολιτικές δολοφονίες και αποσταθεροποιήσεις ξένων κυβερνήσεων. Δημοσιογραφική πηγή που έζησε τα γεγονότα από κοντά και γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα της περιόδου διαβεβαιώνει ότι το κλίμα ήταν «απερίφραστα εχθρικό» για τη CIA «λόγω του Γουότεργκεϊτ, λόγω της συγκλονιστικής αποτυχίας στο Βιετνάμ και λόγω της ελληνικής περίπτωσης, όπου φερόταν αναμεμειγμένη στη δημιουργία κλίματος δυνάμει του οποίου εκδηλώθηκε και άνθισε η δικτατορία».

    Με την πτώση της χούντας και την έλευση της Μεταπολίτευσης, το καλοκαίρι του 1974, η εικόνα θα μεταβληθεί επί τα χείρω και στην Ελλάδα. Η CIA δεν χάνει απλώς το ειδικό βάρος που είχε αποκτήσει στα πολιτικά πράγματα της χώρας, αλλά βρίσκεται εκτεθειμένη στο κλίμα σφοδρού αντιαμερικανισμού που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία. Η διάχυτη αίσθηση ότι το πραξικόπημα του 1967 διαθέτει τη στήριξη και την οργάνωση των μυστικών υπηρεσιών αποτυπώνεται σε πλήθος δημοσιευμάτων της περιόδου 1974-1977. Οι εφημερίδες της εποχής διερευνούν σε συνέχειες τα πεπραγμένα της υπηρεσίας: Σε σειρά κειμένων «Το Βήμα» ανιχνεύει τις «Μυστικές επιχειρήσεις της CIA», τονίζοντας στις 10 Φεβρουαρίου 1976 ότι «η CIA είναι μια μυστική, συνωμοτική οργάνωση, από την πρώτη στιγμή που ιδρύθηκε». Πρωτοσέλιδο άρθρο της 9ης Μαΐου 1976 επικαλείται κείμενο αμερικανού πρώην υφυπουργού Στρατιωτικών για να διαβεβαιώσει ότι «η CIA είναι ιδιωτικός στρατός του προέδρου για τις παράνομες ενέργειες του Λευκού Οίκου». «Οι άνθρωποι της CIA αντιμετωπίζουν το γεγονός της Μεταπολίτευσης με μεγάλη αμηχανία. Επικρατεί στην ελληνική κοινωνία η εντύπωση ότι όλο το οικοδόμημα της χούντας είναι δικό τους κατασκεύασμα, πράγμα που δεν συμβαίνει ακριβώς. Δεν ήρθε η CIA να μας επιβάλει το πραξικόπημα – αν δεν υπήρχαν παθογένειες στο ελληνικό σύστημα, παρακράτος, θρόνος, ένοπλες δυνάμεις, κομματική πόλωση, ανωριμότητα των πολιτικών παικτών, δεν θα ευδοκιμούσε μια δικτατορία. Απλώς δεν το εμπόδισε. Κι οταν συνέβη, οι αναλυτές της θεωρούσαν πως η δικτατορία ήταν απαραίτητη ως ενδιάμεσος σταθμός για μετάβαση στη δημοκρατία!» σχολιάζει η Αριστοτελία Πελώνη.

    Στη ρευστή πραγματικότητα της περιόδου θα αποδειχθεί τελικά ότι οι άνθρωποι των μυστικών υπηρεσιών είχαν τεθεί στο στόχαστρο όσων τους θεωρούσαν υπεύθυνους για την κατάλυση της Δημοκρατίας. Ιδρυτική πράξη της «17 Νοέμβρη», η δολοφονία του σταθμάρχη της «εταιρείας» Ρίτσαρντ Γουέλς, στις 23 Δεκεμβρίου 1975, θα αποτελέσει μείζον γεγονός τόσο στην Ελλάδα όσο και στις ΗΠΑ. Εντός της χώρας θα σηματοδοτήσει την απαρχή της τριακονταετούς σχεδόν σταδιοδρομίας μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που φιλοδοξούσε να διορθώσει τα υποτιθέμενα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας διά της μεθόδου της ένοπλης πάλης και εκτός αυτής θα αποτελέσει την καμπή για μια θετική επανεκτίμηση του ρόλου της CIA, μετά τις αποκαλύψεις των αρχών της δεκαετίας του ’70 για τη βρώμικη δράση της στο παρελθόν. Σε ό,τι αφορά τους εν Ελλάδι τοποτηρητές της CIA οι αντιδράσεις υπήρξαν ποικίλες, ωστόσο επικράτησαν οι πιο ψύχραιμοι – στους οποίους φυσικά δεν συγκαταλεγόταν ο Αβρακώτος. Ασφαλώς οι αναμνήσεις κάποιου διακρίνονται πάντοτε από έναν βαθμό εξωραϊσμού – ο καθένας είναι ο ήρωας του μυθιστορήματος του εαυτού του. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο ίδιος δηλώνει στον Κράιλ ότι μετά τη δολοφονία του Γουέλς είχε καταρτίσει μια λίστα υπόπτων και ήταν έτοιμος να τους κυνηγήσει προσωπικά, πείθεται κανείς ότι τόσο η προσέγγιση «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» όσο και η απερισκεψία της προσφυγής σε δραστικές και εκτός νόμου λύσεις ταιριάζουν στη συνολική εικόνα του χαρακτήρα του.

    Ο άνθρωπος που δεν δίσταζε να βρίσει κατά πρόσωπο τον διευθυντή επιχειρήσεων της CIA (στέλεχος με εξουσία ελάχιστα μικρότερη εκείνης του γενικού διευθυντή), να απειλήσει με μαχαίρι εν ώρα πτήσης υπουργό χώρας του Περσικού Κόλπου ή να επιχειρήσει να στραγγαλίσει τον υπεύθυνο της αμερικανικής πρεσβείας στο Πακιστάν γιατί δεν του παραχωρούσε το αυτοκίνητο που ζητούσε δεν μπορεί να ήταν πρόσωπο με πολλές αναστολές. Η τραχύτητα του Αβρακώτου ήταν δεδομένη, ωστόσο, όπως μαρτυρούν πρώην συνάδελφοί του, είχε μάθει να τη χειρίζεται περισσότερο ως εργαλείο εκφοβισμού – μία από τις ιδιότητες που του χάρισαν στην πορεία το προσωνύμιο «Δρ Βρώμικος» (Dr. Dirty).

    Στην επιμελητεία 
των μουτζαχεντίν

    Το 1984, έτος γνωριμίας του με τον συντηρητικό βουλευτή των Δημοκρατικών Τσάρλι Γουίλσον, στο πλάι του οποίου θα διάγει μια δεύτερη σταδιοδρομία στον Ψυχρό Πόλεμο, ο «Δρ Βρώμικος» είχε μόλις βγει από τη δυσμένεια των ανωτέρων του. Εχοντας έρθει μετά την ανάκλησή του από την Ελλάδα δύο φορές σε αντιπαράθεση με τον διευθυντή επιχειρήσεων, Γουίλιαμ Γκρέιβερ, όντας στη «μαύρη λίστα» της CIA, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα μεγάλα μέσα. Ταξίδεψε στη γενέτειρά του, Αλικουίπα, και συνάντησε μια παλιά φίλη της μητέρας του με ικανότητες στην υπερφυσική διαχείριση καταστάσεων: Η κυρία Νίτσα καταράστηκε τον Γκρέιβερ «χρησιμοποιώντας βιβλικούς ψαλμούς γραμμένους από μοναχούς προ χιλιετίας». «Στην ελληνική εκκλησία», δήλωνε ο Αβρακώτος στον Κράιλ, «μερικοί μοναχοί ήταν σαν τον Νταρθ Βέιντερ, πεπτωκότες άγγελοι». Η σταδιακή αποκατάστασή του πέρασε μέσα από μια προσωρινή τοποθέτηση σε χηρεύουσα θέση στη Μέση Ανατολή. Αναζητώντας έναν αδίστακτο χαρακτήρα για τον χειρισμό των υποθέσεων του Αφγανιστάν την επαύριον της σοβιετικής εισβολής, το 1979, οι υπεύθυνοι της «εταιρείας» κατέληξαν στην περίπτωσή του – και ο Αβρακώτος εκμεταλλεύτηκε αμέσως τα παραθυράκια των κανονισμών ώστε να διοχετεύσει υλικό προς τους μουτζαχεντίν μέσω τρίτων μυστικών υπηρεσιών, όπως η πακιστανική ISI και η βρετανική MI-6. Με τη συμπλήρωση δωδεκαμήνου από την τοποθέτησή του ως προσωρινού επικεφαλής της αφγανικής υπόθεσης, εισέβαλε στο γραφείο του αναπληρωτή διευθυντή επιχειρήσεων και δήλωσε: «Ο κανονισμός λέει ότι όταν κάποιος παραμείνει τρεις μήνες επικεφαλής κατέχει πλέον δικαιωματικά και επισήμως τη θέση, αν τη θέλει. Εγώ τη θέλω. Εκτός αν προτιμάτε κανέναν άλλον μαλάκα που απλώς να ακολουθεί διαταγές». Μετά τον διορισμό του, ο διευθυντής επιχειρήσεων κατσάδιασε επί ένα τέταρτο τον υφιστάμενό του για την πρωτοβουλία, δεν ανέστρεψε ωστόσο την ενέργειά του.

    Τα κοινά μεταξύ Αβρακώτου και Γουίλσον ήταν πολύ συγκεκριμένα και εστιάζονταν σε δύο κατηγορίες, σύμφωνα με τον πρώτο: «Από τη δική μου πλευρά θα έλεγα ότι αυτό που μας έδενε ήταν ότι γουστάραμε και οι δύο να βγάζουμε γκόμενες και να σκοτώνουμε κομμουνιστές». Στο πρώτο άθλημα ο Γουίλσον υπήρξε πολύ πιο επιτυχημένος. Ωραίος, χαρισματικός και προικισμένος με το λέγειν του πολιτικού άνδρα, ο βουλευτής από το Τέξας ανήκε σε μια πρότερη εποχή ελευθεριότητας για τα αμερικανικά δεδομένα και το 1984 είχε ήδη απασχολήσει το Κογκρέσο για μια περίπτωση στην οποία ήταν αναμεμειγμένες δύο γυναίκες, ένα τζακούζι, κάμποσο αλκοόλ και μια ποσότητα κοκαΐνης. Την ίδια εποχή ωστόσο ο Γουίλσον είχε εξελιχθεί στον ισχυρότερο προπαγανδιστή των αφγανών μουτζαχεντίν που αντιστέκονταν στη σοβιετική εισβολή: Εχοντας πληροφορηθεί τη δράση τους από ανταπόκριση του πρακτορείου Associated Press το 1980, θεώρησε ότι τα Υψίπεδα του Αφγανιστάν ήταν κατάλληλο πεδίο αντιπαράθεσης με τον σοβιετικό επεκτατισμό και εξαιρετική ευκαιρία για την αμερικανική κυβέρνηση να στηρίξει στην πράξη την αντικομμουνιστική ρητορεία του προέδρου Ρίγκαν. Εκμεταλλευόμενος τις εκτεταμένες γνωριμίες του στη Μέση Ανατολή και στην Ασία, ο Γουίλσον δημιούργησε εκ του μηδενός ένα δίκτυο που περιελάμβανε ισραηλινούς κατασκευαστές όπλων, τον αιγύπτιο υπουργό Αμυνας Αμπού Γκαζάλα και τον δικτάτορα του Πακιστάν Ζία Ουλ Χακ, προκειμένου να πολλαπλασιάσει τον κρυφό προϋπολογισμό της CIA και να προμηθεύσει 150.000 αντάρτες με προηγμένο στρατιωτικό υλικό. To 1986 ο Γουίλσον κατεύθυνε στο Αφγανιστάν 250 εκατ. δολάρια, το 70% του συνολικού επιχειρησιακού μπάτζετ της υπηρεσίας – και δεξί του χέρι σε ζητήματα οργάνωσης και επιμελητείας είχε αναδειχθεί ο Γκαστ Αβρακώτος.

    Το γιατί ο τελευταίος επέλεξε να ταχθεί στο πλευρό του Γουίλσον δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι αυτή η ευκαιρία τού παρουσιάστηκε τη δεδομένη χρονική στιγμή για να στερεώσει τη θέση του στη CIA. Ο Αβρακώτος αντιπαθούσε πάντοτε τη WASP αμερικανική αστική τάξη των λευκών αγγλοσαξόνων προτεσταντών, τις συμβατικές αξίες τους και την απόσταση που ευλαβικά κρατούσαν από τους δεύτερης γενιάς μετανάστες, όπως εκείνος. Παρά την πανεπιστημιακή παιδεία του, εκτιμούσε περισσότερο αυτό που ονόμαζε «μόρφωση του δρόμου», την εμπειρική γνώση της ζωής, των μεθόδων και της κουλτούρας των κατώτερων στρωμάτων. Ο Τσάρλι Γουίλσον μπορεί να μην ανήκε σε αυτά, ήταν όμως μια σαφώς αντισυμβατική προσωπικότητα και δεν ενδιαφερόταν διόλου για τους τύπους, ούτε και για την καταγωγή των συνεργατών του – αρκεί να γινόταν η δουλειά του. Με έναν τέτοιο άνθρωπο, ο στρυφνός, απότομος και ενίοτε άξεστος Γκαστ μπορούσε άνετα να βρει σημεία επαφής. Επιπλέον, μπορούσε να τον εμπιστευτεί και για έναν άλλον λόγο. Σε περίοπτη θέση στο γραφείο του Αβρακώτου έβλεπε κανείς ένα φυλαχτό, το οποίο είχε φτιάξει η μητέρα του σε ηλικία πέντε ετών, όταν εκείνος είχε αρρωστήσει σοβαρά από ίκτερο. Στην τσέπη του συνήθιζε να κουβαλάει άλλο ένα, ενθύμιο από κάποια αποστολή – ένα σακουλάκι που περιείχε φτερά νυχτερίδας και άλλα οστά ζώων. Δεισιδαίμονας και προληπτικός, ο Αβρακώτος επέλεξε, σύμφωνα με τον Κράιλ, να συμμαχήσει με τον Γουίλσον στην τότε συγκυρία, ακριβώς γιατί ένιωθε ότι ένας άνθρωπος με άστατη ζωή όσο και αποδεδειγμένη ικανότητα επιβίωσης στο σκληρό πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον ήταν κάτι σαν το απόλυτο γούρι.

    Στο πλευρό του βουλευτή των Δημοκρατικών, ο βετεράνος της CIA ανέλαβε την υλοποίηση των πρακτικών ζητημάτων τής κωδικά ονομαζόμενης «Επιχείρηση Κυκλών»: συνεννοήσεις για την ποιότητα, το κόστος, τη μεταφορά και την παραλαβή οπλικών συστημάτων. Εχοντας αποκτήσει ελευθερία κινήσεων από τον τότε διευθυντή της CIA, Μπιλ Κέιζι, και αφήνοντας στον Γουίλσον την πολιτική πλευρά των επαφών, είχε επιφορτιστεί με ένα τεράστιο εύρος δραστηριοτήτων: ήταν υπεύθυνος τόσο για τις συζητήσεις με τους εταιρικούς πελάτες όσο και για την προμήθεια των μουλαριών που θα μετέφεραν τα προϊόντα τους στους τελικούς παραλήπτες στα αφγανικά βουνά. Επιλέγοντας με τη σειρά του ένα ιδανικό καστ υφισταμένων, με κυριότερο τον σημερινό υφυπουργό Αμυνας των ΗΠΑ για θέματα πληροφοριών, Μάικλ Βίκερς, ο Αβρακώτος διασφάλισε την απρόσκοπτη λειτουργία του δικτύου. Ο Βίκερς υπήρξε ο στρατηγικός νους του στρατιωτικού σκέλους της επιχείρησης και σε συνεργασία με τον Αβρακώτο αποδέχθηκαν την εισήγηση του ανώτερου αξιωματούχου του Πενταγώνου, Μάικλ Πίλσμπερι, να εξοπλίσουν τους αντάρτες με πυραύλους εδάφους-αέρος Stinger. Το όπλο αποδείχθηκε καθοριστικό για την εξέλιξη του πολέμου, προκαλώντας σοβαρές απώλειες στα σοβιετικά ελικόπτερα Hind, κύριο επιθετικό μέσο του Κόκκινου Στρατού.

    Στη News Corporation

    Μετά την αναδίπλωση των σοβιετικών δυνάμεων, τον Φεβρουάριο του 1989, και την ολοκλήρωση της αποστολής του, ο Αβρακώτος αποσύρθηκε διακριτικά. Συνταξιοδοτήθηκε σε ηλικία 51 ετών και εργάστηκε για μερικά χρόνια στην αμερικανική πολυεθνική TRW και στη News Corp. του Ρούπερτ Μέρντοκ, όπου χρησιμοποίησε την πρότερη εμπειρία «τρέχοντας» ένα ενημερωτικό δελτίο περί business intelligence, επιστρέφοντας αργότερα στη CIA ως συμβασιούχος από το 1997 ως το 2003. Η δράση του έγινε γνωστή με την κυκλοφορία του βιβλίου του Τζορτζ Κράιλ και θα γινόταν ακόμη γνωστότερη αργότερα, όταν το 2007 θα μεταφερόταν στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία Μάικ Νίκολς με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς ως Τσάρλι Γουίλσον. Ο Αβρακώτος δεν πρόλαβε να εκφέρει γνώμη για το πόσο πειστικά τον υποδύθηκε ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν: Πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο την 1η Δεκεμβρίου 2005. Η νεκρολογία του στην τοπική εφημερίδα «Beaver County Times» διαφέρει από τις συνηθισμένες: Παλιοί φίλοι από την Αλικουίπα και γείτονες από το Μακλίν της Βιρτζίνια, όπου ζούσε τότε, τον επαινούν, αλλά μόνο ως ήσυχο άνθρωπο δεν τον περιγράφουν.

    Σκοτεινός χαρακτήρας και άνθρωπος του δρόμου, αριστοτέχνης της επιμελητείας και ειδικός στις βρώμικες υποθέσεις, αποφασιστικός και οξύθυμος, ο Γκαστ Αβρακώτος ενσάρκωνε το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών – εκείνης κατά την οποία ανεπιθύμητοι σε προέδρους πολιτικοί ηγέτες δολοφονούνταν ξαφνικά και καθεστώτα ανατρέπονταν εν μιά νυκτί με τη δικαιολογία του «ερυθρού κινδύνου». Αναζητώντας τον πραγματικό Αβρακώτο, θα πρέπει κανείς να προστρέξει στον αμερικανό μυθιστοριογράφο Τζέιμς Ελροϊ και στους ήρωές του, όχι γαλαζοαίματα στελέχη κρατικών υπηρεσιών αλλά «εκβιαστές ολκής, τυχοδιώκτες και ειδικούς στις τηλεφωνικές υποκλοπές», όπως τους περιγράφει  στον πρόλογο του «Αμερικανικού ταμπλόιντ», ανθρώπους με λιγοστές αναστολές, των οποίων τα ελαττώματα της προσωπικής ζωής μετατρέπονταν σε προτερήματα στην επαγγελματική. Ο ίδιος ο Αβρακώτος δήλωνε αφοπλιστικά στον Κράιλ ότι έβλεπε τον εαυτό του σαν γενίτσαρο. Οχι με την έννοια εκείνου που αρνούνταν πίστη, κοινότητα και οικογένεια για να υπηρετήσει τις αντίστοιχες αξίες ενός άλλου έθνους, αλλά ως μέλους μιας επίλεκτης ομάδας με αυστηρότατες αρχές και υψηλή αποστολή. Μέρος του γενιτσαρικού ιδεώδους ήταν  μάλλον και η αντίληψή του αναφορικά με την έννοια της δωροδοκίας. Οταν το 1984 διαπραγματευόταν την αγορά αντιαεροπορικών για τους μουτζαχεντίν με την ελβετική εταιρεία Oerlikon, οι υπεύθυνοί της άφησαν να εννοηθεί ότι θα μπορούσαν εύκολα να χρησιμοποιήσουν άντρες σαν αυτόν μετά τη συνταξιοδότησή του από τη CIA – ας πούμε 600.000 δολάρια για ένα τριετές συμβόλαιο; Με τις 500.000 ως προκαταβολή επιτόπου; «Να τα βάλετε στον κώλο σας» φέρεται να απάντησε ο Αβρακώτος. «Και θα κάνω πως δεν άκουσα τίποτα, γιατί αλλιώς θα έπρεπε να αναφέρω στο Κογκρέσο ότι προσπαθήσατε να με δωροδοκήσετε». «Προτιμάς τις ξανθές;» ρώτησαν οι Ελβετοί, για να πάρουν τη διφορούμενη απάντηση: «Αυτό είναι άλλο ζήτημα» – σαν να έλεγε: «Now we talk business».


    UNITED ARTISTS

    Με μια πλειάδα αστέρων όπως οι Τομ Χανκς, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Τζούλια Ρόμπερτς, Εϊμι Ανταμς και Εμιλι Μπλαντ, με τον διάσημο σεναριογράφο Ααρον Ζόρκιν να επιμελείται το στόρι και τον εξίσου γνωστό Μάικ Νίκολς στη σκηνοθεσία θα περίμενε κανείς το «Charlie Wilson’s War» (2007) να προκύψει ένα πολύ πιο νευρώδες φιλμ. Ωστόσο, η Τζούλια Ρόμπερτς μοιάζει να υποδύεται την Γκλεν Κλόουζ, ο Τομ Χανκς τον δανδή γυναικοκατακτητή και οι καλύτερες ατάκες του Γκαστ Αβρακώτου έχουν αφαιρεθεί από τη δικαιοδοσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, ίσως για να μη σκανδαλιστεί το μη μου άπτου αμερικανικό κοινό από την ελευθεροστομία του. Πέντε υποψηφιότητες για τις (παρακατιανές) Χρυσές Σφαίρες και  μόλις 120 εκατ. δολάρια εισπράξεις συνιστούν πενιχρό αποτέλεσμα.

    Αφιερώματα
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk