• Αναζήτηση
  • Καζίνο της ΠάρνηθαςΖάρια, σμόκιν και πάθη αμαρτωλά

    Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το οραματίστηκε και τα Σαββατοκύριακα τιμούσε συχνά το δωμάτιο 211. Ο Παύλος Μυλωνάς το σχεδίασε, ο Γιάννης Μόραλης επιμελήθηκε τη διακόσμηση, ο Γιάννης Τσαρούχης τις μοκέτες του, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας τις λεπτομέρειες της πισίνας του και ο Στέλιος Καζαντζίδης ως πελάτης δοκίμασε την τύχη του στα τραπέζια του μπάγκο πούντο. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανέγερσης και λειτουργίας ενός δημόσιου κτιρίου δεν ενεπλάκησαν τόσοι μεγάλοι όσο και διαφορετικοί …

    Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το οραματίστηκε και τα Σαββατοκύριακα τιμούσε συχνά το δωμάτιο 211. Ο Παύλος Μυλωνάς το σχεδίασε, ο Γιάννης Μόραλης επιμελήθηκε τη διακόσμηση, ο Γιάννης Τσαρούχης τις μοκέτες του, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας τις λεπτομέρειες της πισίνας του και ο Στέλιος Καζαντζίδης ως πελάτης δοκίμασε την τύχη του στα τραπέζια του μπάγκο πούντο. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανέγερσης και λειτουργίας ενός δημόσιου κτιρίου δεν ενεπλάκησαν τόσοι μεγάλοι όσο και διαφορετικοί άνθρωποι, ενώ για χάρη του κινδύνευσε να πέσει μια κυβέρνηση!

    Το ξενοδοχείο-καζίνο Μον Παρνές, στην Πάρνηθα, συμπληρώνοντας 49 χρόνια λειτουργίας, αποφασίστηκε ότι θα γκρεμιστεί και στη θέση του να ανεγερθεί νέο, σύγχρονων προδιαγραφών συγκρότημα, μετά την απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού- η οποία εν πολλοίς έχει δρομολογηθεί από την ίδια τη φύση μετά τον σεισμό της Πάρνηθας το 1999. Τη φύση, την οποία ήθελε να υπηρετεί με αρμονία το ίδιο το, αμφιλεγόμενο πάντως, κτίριο, όπως το οραματίστηκε ο αρχιτέκτονάς του, Παύλος Μυλωνάς, όταν το 1957 ανέλαβε τον σχεδιασμό του. Αλλωστε ένας μεγάλος της δημοσιογραφίας το είχε χαρακτηρίσειεύστοχα: «Η υπερμοντέρνα εξωτερική όψις τουτο κάνει να μοιάζει με αεριωθούμενο έτοιμο για απογείωσι» είχε πει ο Λέων Καραπαναγιώτης για το πώς έστεκε το κτίριο στην άκρη του γκρεμού.

    Εγινε μνημείο αναφοράς της τουριστικής ανάπτυξης που ξεκινώντας τη δεκαετία του 1950, κορυφωνόταν στα 1960, συνδέθηκε με την καλή κοινωνία των Αθηνών, μπήκε στα αξιολογότερα έργα διεθνώς για την περίοδο 1889-1970, στον κατάλογο του γάλλου τεχνοκριτικού Πιερ Βαγκό, φιλοξένησε διασημότητες, κινηματογραφικές ταινίες αλλά και πάθη. Πάθη στην πράσινη τσόχα, στη ρουλέτα, στατραπέζια του μπλακ τζακ και του σεμέν ντε φερ. Σε ζαριές του χάθηκαν περιουσίες, στα δωμάτιά του βρήκαν καταφύγιο παράνομοι έρωτες.

    Διαμάχη για το κόστος
    Αποτέλεσε όραμα για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και κινδύνευσε να εξελιχθεί σε ναυάγιο για την κυβέρνησή του. Σχεδιασμένο από τον Παύλο Μυλωνά και κατασκευασμένο από τον πολιτικό μηχανικό και εργολάβο δημοσίων έργων Αριστείδη Αλαφούζο, το Μον Παρνές με αρχικό κόστος κοντά στα 35-40 εκατ. δραχμές έφτασε να στοιχίσει τελικά 150 και να προκαλεί επικρίσεις στον Τύπο. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, υπουργός Προεδρίας τότε, γράφει στο βιβλίο του «Λογοδοσία μίας ζωής» ότι πιεζόταν από τον Καραμανλή να ανεγερθεί, «το γρηγορότερο». Ετσι, «κόστισε τετραπλάσια όσων είχαν προϋπολογισθεί.Στο έργο αυτό αντιδρούσε και η Αυλή.Τους ενοχλούσεδιότι από το Τατόι φαινόταν το κτίριο και χαλούσε η γραμμή της Πάρνηθος.Αντιδρούσαν και ο Τύπος και η Αντιπολίτευση» . Η Ελένη Βλάχου από τις στήλες της «Καθημερινής» σχολίαζε το κόστος αλλά και την αισθητική του. «Πού να βρει τα χρήματα ο τουρισμός;» έγραφε. «Τα έχει στείλει να σκαρφαλώσουν στην Πάρνηθα, στην Κιβωτό του… Νώε. (…) Εκεί,στην πρώην Πάρνηθα και νυν Αραράτ,παραδόθηκαν με ευχέρειαπολλές δεκάδες εκατομμύρια». Ο κύπριος επιχειρηματίας Φρίξος Δημητρίου , που δημιούργησε το καζίνο το 1971, πέτυχε την κατασκευή του τελεφερίκ, που εκτός της παράκαμψης των στροφών προς το Μον Παρνές, βοήθησε στην προσέλκυση και άλλων επισκεπτών λόγω της θέας και της εμπειρίας της ανάβασης. Το 1972 Ελβετοί κατασκευάζουν το τελεφερίκ που έκανε τη διαδρομή σε οκτώ λεπτά. Τραγική σύμπτωση: ο Δημητρίου σκοτώθηκε την ίδια χρονιά σε τροχαίο, κατεβαίνοντας την Πάρνηθα. Στα εγκαίνια του καζίνου, τον Φεβρουάριο του 1971, είχε τραυματιστεί επίσης σε τροχαίο ο Μυλωνάς.

    Το μέλλον
    Ο σεισμός του 1999 πλήγωσε ανεπανόρθωτα το κτίριο. Κατεδαφίστηκε εξαιτίας των ζημιών το κέντρο διασκέδασης, ενώ το μισό κτίριο τέθηκε εκτός λειτουργίας καθώς υπήρχε απόκλιση από την κατακόρυφό του. Το υπουργείο Πολιτισμού αποφάσισε πλέον ότι θα κατεδαφιστεί και στη θέση του θα δρομολογηθούν τα από το 2007 σχέδια της ιδιοκτήτριας εταιρείας. Σύμφωνα με τη Regency, «το έργο ανάπλασης θα γίνει πλέον με σύγχρονους όρους, έτσι ώστε να αποτελέσει πράγματι ένα τουριστικό συγκρότημα καζίνοξενοδοχείο “κόσμημα” για τη χώρα μας και να το θαυμάζουμε ως το απόλυτο ρετιρέ της Αθήνας» . Από το 2007 η εταιρεία με την καθοδήγηση του ακαδημαϊκού και αρχιτέκτονα Νίκου Βαλσαμάκη επιθυμεί να διασφαλίσει το ύφος και το πνεύμα του Παύλου Μυλωνά. «Εχουμε ήδη δεσμευθεί ότι το έργο θα γίνει με τα αυστηρότερα περιβαλλοντικά πρότυπα και πιστεύουμε ότι θα είναι μοναδικό στο είδος του,όσον αφορά την αρμονική του συνύπαρξη με το φυσικό περιβάλλον του βουνού» τονίζουν στελέχη της.

    ΟΙ ΓΡΑΒΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΑΝΕΙΑ ΣΤΑ ΚΑΠΟ ΤΩΝ ΤΑΞΙ

    Ο Κων.Καραμανλής, με σμόκιν,συνομιλεί στα εγκαίνια με την εκδότρια Ελένη Βλάχου,η οποία ασκούσε έντονη κριτική για τη δημιουργία του Μον Παρνές

    Η λειτουργία του καζίνου ξεκίνησε το 1971. Ως ξενοδοχείο όδευε προς ναυάγιο και η δικτατορία αποφάσισε να δώσει μια άδεια για καζίνο εντός των Αθηνών- υπήρχαν τότε μόνο σε Ρόδο και Κέρκυρα.Εκχωρήθηκε η λειτουργία του στον κύπριο επιχειρηματία Φρίξο Δημητρίου. «Ηταν Φεβρουάριος.Ο Δημητρίου ήθελε να είναι όλα στην εντέλεια.Ολη η καλή κοινωνία της Αθήνας ανέβηκε “στο βουνό”.Είχε προσλάβει μέχρι και καθαρίστρια μόνο για το γυάλισμα των πολυελαίων» θυμάται εργαζόμενος.Επιβλήθηκε dress code: οι άνδρες με κοστούμι και γραβάτα,οι κυρίες με τουαλέτα.Νόμος επίσης επέβαλλε ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που έπρεπε να αποδεικνύουν οι παίκτες,ενώ απαγορευόταν αυστηρώς η είσοδος σε δημοσίους υπαλλήλους.Ποιος ξεπέρασε τον σκόπελο της γραβάτας; Μόνο οΤέλης Σαβάλας, ο οποίος μπήκε με ζιβάγκο,καθ΄ ότι και επώνυμος αλλά και δεινός gambler, σύμφωνα με διήγηση του Μίκη Μιχαηλίδη,πρώτου γενικού διευθυντή του καζίνου. Στη δεκαετία του 1980,η φράση «πάω στο βουνό» ήταν το συνθηματικό μεταξύ δεινών τζογαδόρων.Μοιραίες σκηνές διαδραματίζονταν στο πάρκινγκ του,ή ακόμη και στο τελεφερίκ.Οδηγοί ταξί πωλούσαν γραβάτες στους αμελείς πελάτες,ενώ επιτήδειοι «κράχτες» τοκογλύφων υπέγραφαν δάνεια επάνω στα καπό των παρκαρισμένων αυτοκινήτων προς αμετανόητους παίκτες που ήθελαν «λίγα ακόμη να ρεφάρουν».

    Κοινωνία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk