• Αναζήτηση
  • Οι τύχες της Πάπισσας Ιωάννας

    Οι τύχες της Πάπισσας Ιωάννας * H Πάπισσα Ιωάννα είναι ίσως το μοναδικό ελληνικό αφηγηματικό κείμενο που δημιούργησε τον δικό του μύθο Δ. ΤΖΙΟΒΑΣ Συμπληρώνονται φέτος εκατό χρόνια από το θάνατο του Εμμανουήλ Ροΐδη και μια επιγραμματική αναφορά στις τύχες της Πάπισσας Ιωάννας θα ήταν νομίζω ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική. Η δημοσίευσή της το 1866 δίχασε τους κριτικούς, τον τύπο και το κοινό σε θερμούς

    Συμπληρώνονται φέτος εκατό χρόνια από το θάνατο του Εμμανουήλ Ροΐδη και μια επιγραμματική αναφορά στις τύχες της Πάπισσας Ιωάννας θα ήταν νομίζω ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική. Η δημοσίευσή της το 1866 δίχασε τους κριτικούς, τον τύπο και το κοινό σε θερμούς υποστηρικτές και σφοδρούς πολέμιους όχι τόσο για τη λογοτεχνικότητά της όσο για τον αντικληρικαλισμό, τη σκανδαλοθηρία και τις πηγές της. Παρά το ξεχωριστό ύφος του Ροΐδη για πολλά χρόνια βάραινε στην πρόσληψη της Π.Ι. ότι ήταν δάνεια και ετερόφωτη. Ο Βουτιερίδης, για παράδειγμα, έβλεπε το 1917 την Πάπισσα Ιωάννα εμπνευσμένη από το Promenades dans Rome (1829) του Σταντάλ ενώ αργότερα άλλοι τόνισαν τις οφειλές στα κείμενα του Ezechiel von Spanheim. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η υποδοχή της Πάπισσας Ιωάννας το δέκατο ένατο αιώνα συνοψίζεται σε μια σειρά επιθέσεων από την Ιερά Σύνοδο, τον Charles Buet (1878) – το βιβλιαράκι του οποίου για την Π.Ι. μεταφράστηκε στα ελληνικά – και τις δριμύτατες κατηγορίες του Χαρίλαου Μελετόπουλου (1881) για λογοκλοπή. Ενδεχομένως στη δεξίωση της Π.Ι. στο 19ο αιώνα να βάσισε και ο Παλαμάς τον ακόλουθο χαρακτηρισμό του Ροΐδη το 1904: «Ο πλειότερον αναγνωσθείς, αλλά και, κατά φυσικώτατον λόγον, σκαιότερον υβρισθείς εκ των συγγραφέων της νεωτέρας Ελλάδος».


    Αλλά και στον εικοστό αιώνα η Πάπισσα Ιωάννα εξακολουθεί να προκαλεί για την αισχρολογία και την αντιθρησκευτικότητά της. Μάλιστα το 1940 επρόκειτο να κυκλοφορήσει σε έκδοση των Απάντων από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων με επιμέλεια του Κ. Καιροφύλα και η τότε κυβέρνηση απαγόρευσε την έκδοσή της. Ακόμα και ο Ξενόπουλος, που είχε παλαιότερα επαινέσει την Π.Ι. για το σπινθηροβόλο και περίτεχνο ύφος της, φαίνεται να έχει αλλάξει γνώμη και στις 11 Αυγούστου 1941 γράφει στα Αθηναϊκά Νέα: «Η τότε κυβέρνησις δεν είχε καθόλου άδικο να την απαγορεύση. Η «Πάπισσα Ιωάννα» είνε ένα βιβλίο όχι μόνο αισχρολόγο – κι αισχρολογεί με πνεύμα ή για να κάνη πνεύμα, που είνε για μένα το χειρότερο είδος της αισχρογραφίας – αλλά κι αντιθρησκευτικό ή μάλλον αντιχριστιανικό».


    Δεν είναι όμως μόνο η αντιθρησκευτικότητα της Π.Ι. που ενοχλεί αλλά και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός του συγγραφέα προκαλεί την αντίδραση του Σπύρου Μελά. Η καταδικαστική του όμως στάση απέναντι στον Ροΐδη φαίνεται αντιφατική γιατί αφενός τον θεωρεί πρόδρομο των φραγκολεβαντίνων της ελληνικής λογοτεχνίας και αφετέρου ετοιμάζει ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού Ελληνική Δημιουργία το 1953 και προλογίζει τα Απαντά του το 1955.


    Ας σημειωθεί επίσης η εκκωφαντική σιγή των εκπροσώπων της γενιάς του ’30 όσον αφορά τον Ροΐδη και το μυθιστόρημά του. Και οι δύο απουσιάζουν από τις Δοκιμές του Σεφέρη, τα Ανοιχτά Χαρτιά του Ελύτη, τις Μελέτες του Λορεντζάτου ή τα κριτικά δοκίμια του Θεοτοκά (εκτός από μια αναφορά στο Ελεύθερο Πνεύμα). Φαίνεται ότι η αισθητική ιδεολογία της γενιάς δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον Ροΐδη ως πρόγονο και να συμβιβαστεί με την πρωτοτυπία της Π.Ι. Παρά την επιδεικτική αδιαφορία της γενιάς του ’30, η Π.Ι. είναι ίσως το μοναδικό ελληνικό αφηγηματικό κείμενο που κατόρθωσε να δημιουργήσει το δικό του μύθο ενώ οι τύχες της αντικαθρεφτίζουν τους προσανατολισμούς αλλά και τις αναστοχεύσεις της ελληνικής κριτικής.


    Θα πρέπει να φτάσουμε στη δεκαετία του 1980 για να υποχωρήσουν οι αιτιάσεις περί αισχρολογίας, φραγκολεβαντινισμού και αντικληρικαλισμού και να ιδωθεί η Π.Ι. από μια νέα σκοπιά. Τώρα η έμφαση επικεντρώνεται σε θέματα όπως το ύφος της, η ειρωνεία, η διακειμενικότητα, η ρητορική και ο ρόλος του αναγνώστη. Σε αυτή τη δεκαετία έχουμε και δύο απανωτά αφιερώματα περιοδικών: ένα του Διαβάζω (1984) και ένα διπλό του Χάρτη (1985). Ιστορικοί και θεωρητικοί της λογοτεχνίας από διαφορετικές αλλά και διασταυρούμενες προοπτικές αναδεικνύουν τις υφολογικές και αφηγηματολογικές αρετές του μυθιστορήματος, που θεωρείται το ελληνικό αντίστοιχο του Τρίστραμ Σάντυ του Λώρενς Στερν ή του Ο Ζακ ο Μοιρολάτρης και ο Αφέντης του του Ντενί Ντιντερό ενώ δεν έλειψε και η συσχέτιση με τον Μπόρχες. Το παιγνιώδες ύφος της Π.Ι. ελκύει αργότερα και νέους μυθιστοριογράφους όπως η Αμάντα Μιχαλοπούλου με το Γιάντες (1996) ή ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος που ξαναγράφει με το δικό του τρόπο το κείμενο (2000). Αν και η Π.Ι. μεταγράφτηκε τρεις φορές στη δημοτική, ό,τι εξασφάλισε τη διάρκειά της ήταν τελικά το απαράμιλλο ύφος της.


    Μπορεί όμως το ύφος να θεωρήθηκε το μέγα επίτευγμα του Ροΐδη και το κοινό διαχρονικό σημείο αναφοράς πολλών κριτικών, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι οι υφολογικές προσεγγίσεις ήταν πάντα οι ίδιες, ότι μια σατιρική θεώρηση, καλλιλογική αξιολόγηση ή ηθολογική συνάρτηση του ροΐδειου ύφους είναι ταυτόσημες με μια ρητορική ή μορφολογική ανάλυσή του. Ενώ για δεκαετίες η έμφαση στο ύφος του Ροΐδη υπήρξε σταθερή, τα τελευταία είκοσι χρόνια υπό την επίδραση της λογοτεχνικής θεωρίας αρχίζει να διαμορφώνεται η αντίληψη ότι τελικά το ροΐδειο ύφος δεν μπορεί να είναι πάντα σημείο κριτικής σύγκλισης αλλά και απόκλισης, όπως άλλωστε και η τόσο ρευστή και απροσδιόριστη έννοια του ύφους ή της γραφής.


    Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας.

    Γνώμες
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk