Το τελευταίο εκσυγχρονιστικό εύρημα της κυβέρνησης Σημίτη, ο διά νόμου καθορισμός των εργασιακών σχέσεων στους οργανισμούς του Δημοσίου, όπερ μεταφραζόμενο σε απλά νεοελληνικά σημαίνει την… κατάργηση της ταξικής πάλης με υπουργική απόφαση, επιβεβαίωσε μιαν υποψία που εδώ και καιρό με βασάνιζε αλλά δεν τολμούσα να εκφράσω λέγοντας στον εαυτό μου ότι είμαι υπερβολικός: αν μπορούσαν οι κυβερνήτες της Ευρώπης (αυτής που πάει να γίνει ενωμένη), θα κατέλυαν για λίγα (έστω) χρόνια τη δημοκρατία. Αυτό φοβάμαι ότι είναι το ανομολόγητο όνειρο των «προοδευτικών» κυβερνήσεων της «Νέας Ευρωπαϊκής Αριστεράς»: η αναστολή των παραδοσιακών δημοκρατικών θεσμών ­ κυρίως αυτών που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις ­ ως το 2002.


Αυτό σκέφτεται ο Ζοσπέν βλέποντας ότι οι κινητοποιήσεις των «αποκλήρων της εργασίας» συνεχίζονται με την ίδια ένταση για έκτη συνεχόμενη εβδομάδα. Αυτό θέλει ο Μπλερ για να μπορέσει να παραδώσει ανυπεράσπιστους στις μασέλες της ελεύθερης αγοράς τους αναπήρους, τους τυφλούς και τους παραπληγικούς, χωρίς να δίνει λόγο στην «αφελή Αριστερά» του κόμματός του. Αυτό μουρμουρίζει ο Ντ’ Αλέμα στον Πρόντι όταν ο Μπερτινότι απειλεί να ρίξει την κυβέρνηση υποστηρίζοντας ότι «δεν θα πεθάνουμε για το Μάαστριχτ». Αυτό ομολογεί ο Σημίτης με την τροποποίηση των εργασιακών σχέσεων. Τόσο απειλητικό έχει αρχίσει να γίνεται το κύμα των αντιδράσεων στο οικονομικίστικο δόγμα της ΟΝΕ ώστε οι ηγεμόνες μας θα έθεταν, αν μπορούσαν, εκτός νόμου, όπως οι τούρκοι στρατηγοί τους ισλαμιστές, κάθε αντίθετη φωνή, κάθε μορφή κοινωνικού κινήματος. Οι κυβερνήτες της Ευρώπης έχουν αρχίσει να φοβούνται ότι οι εστίες αντίστασης θα πολλαπλασιασθούν· ότι ο ανταρτοπόλεμος θα γενικευθεί. Και γι’ αυτό άρχισαν να γίνονται παρανοϊκοί: αντιμετωπίζουν τους πολίτες τους ως εν δυνάμει φονταμενταλιστές αντάρτες.


Από το Λονδίνο ως την Αθήνα η οργή των ανέργων ­ που δεν θέλουν να γίνουν περιθωριακοί ­ και των περιθωριακών ­ που αρνούνται να θυσιάζονται κάθε ημέρα στον βωμό του οικονομικού δαρβινισμού ­ κηρύσσεται παράνομη. Οι νεοδεξιοί της Αριστεράς φοβούνται να κοιτάξουν κατάματα τους οργισμένους γιατί στα μάτια τους θα δουν την αποτυχία τους, θα αντικρίσουν κοινωνίες πολύ διαφορετικές από εκείνες που (αυτοί πράγματι με θρησκευτικό φανατισμό) πίστεψαν και υποσχέθηκαν. Ο κ. Σημίτης ποινικοποιεί τις εξεγέρσεις των αγροτών. Ο κ. Ζοσπέν καταγγέλλει τους διαδηλωτές για παράνομες καταλήψεις. Οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις της Ευρώπης όχι μόνο αρνούνται τον διάλογο με τους εργαζομένους και τους αδυνάτους κοινωνικά αλλά τους αντιμετωπίζουν ως τους μεγαλύτερους εχθρούς.


Από το Παρίσι ως την Αθήνα οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, ακολουθώντας την τακτική του στρουθοκαμηλισμού, μιλούν για «συντεχνίες που υπερασπίζονται αρχαϊκά προνόμια», για «μειοψηφικές κινητοποιήσεις περιθωριακών» υποκινούμενες από κακούς κομμουνιστές και κάκιστους αναρχικούς, για διαδηλώσεις που γίνονται λόγω της «προβολής από τα μέσα ενημέρωσης». Ο εκσυγχρονιστικός κρετινισμός τους τούς τυφλώνει. Δεν βλέπουν ότι οι εξεγέρσεις πολλαπλασιάζονται. Δεν βλέπουν ότι τα δύο τρίτα της Ευρώπης είναι με το μέρος των εξεγερμένων της Γαλλίας: συμμερίζονται την οργή τους για το σήμερα και τους φόβους τους για το αύριο. Και ότι δεν μπορούν, όσο και να το θέλουν, να φυλακίσουν τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων.