• Αναζήτηση
  • Οι «εμψυχωτές» του ελληνικού αστικού τοπίου μεταξύ των δύο πολέμων

    Σε παράλληλες πορείες

    αρχιτεκτονική Σε παράλληλες πορείες Οι «εμψυχωτές» του ελληνικού αστικού τοπίου μεταξύ των δύο πολέμων ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΑΤΟΣ Στις ήδη υπάρχουσες πηγές πληροφόρησης - ελληνικές και ξενόγλωσσες - για την ελληνική αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου έρχεται να προστεθεί ο τόμος που επιμελήθηκαν η Ελένη Φεσσά και ο Εμμανουήλ Μαρμαράς. Εδώ όμως δεν περιλαμβάνονται μόνο οι «ήρωες του μοντέρνου», οι αρχιτέκτονες

    Στις ήδη υπάρχουσες πηγές πληροφόρησης – ελληνικές και ξενόγλωσσες – για την ελληνική αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου έρχεται να προστεθεί ο τόμος που επιμελήθηκαν η Ελένη Φεσσά και ο Εμμανουήλ Μαρμαράς. Εδώ όμως δεν περιλαμβάνονται μόνο οι «ήρωες του μοντέρνου», οι αρχιτέκτονες δηλαδή που πρωταγωνίστησαν στο ρηξικέλευθο εγχείρημα εκσυγχρονισμού της ελληνικής αρχιτεκτονικής γύρω στο 1930 και ως, περίπου, την «4η Αυγούστου», αλλά και ορισμένοι εκπρόσωποι ηπιότερων νεοακαδημαϊκών ή νεοεκλεκτικιστικών τάσεων που θεωρείται ότι συμπληρώνουν το πανόραμα της περιόδου. Ετσι στο βιβλίο περιέχονται συνολικά 12 σύντομες μονογραφίες αρχιτεκτόνων, σε χρονολογική σειρά τοποθετημένες και αφηγηματικά τυποποιημένες με βάση ένα σχήμα βιογραφικής εισαγωγής-κριτικής ανάλυσης του έργου-συμπερασματικής αποτίμησης. Καθένα από τα 12 κείμενα συμπληρώνεται από εργογραφία και βιβλιογραφία για τον αρχιτέκτονα, καθώς και από – γεγονός αξιέπαινο – τις κατά περίπτωση ερευνητικές πηγές, δημόσιες και ιδιωτικές.


    Οπως όμως κάθε τυποποίηση, έτσι και αυτή οδηγεί ενίοτε σε σχηματική επανάληψη διαπιστώσεων, συμπερασμάτων και βιβλιογραφίας, γεγονός που προκαλεί και επιπλέον αύξηση του όγκου του βιβλίου (στον οποίο συμβάλλει και η πλήρης αγγλική μετάφραση του περιεχομένου του). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έκδοση εμφορείται κατ’ αρχάς από τον γνωστό ερευνητικό ζήλο της Φεσσά για την ελληνική αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα: στο βιβλίο μπορεί να βρει κανείς μια σειρά από πληροφορίες που έχουν συλλεγεί με ζηλευτή μονομανία και επιμονή επί σειρά ετών. H έκδοση είναι επίσης εφοδιασμένη με μια πλούσια και συχνά ανέκδοτη εικονογράφηση.


    H αιτιολόγηση ωστόσο της επιλογής των αρχιτεκτόνων γεννά μερικές αμφιβολίες, ακόμη και αν προσπαθήσουμε να περιοριστούμε στην περίοδο μεταξύ των δύο πολέμων. Δεν περιλαμβάνονται, ας πούμε, ο Νικολούδης, ο Τσαγρής, ο Κουρεμένος, ο Τζελέπης, ο Σιάγας, ο Λάσκαρης ή ο Εμμ. Κριεζής (για να μη μιλήσουμε για τον Πικιώνη), αλλά περιλαμβάνονται ο Καραντινός, ο Μητσάκης και ο Παναγιωτάκος. Αν έχει υιοθετηθεί το κριτήριο του ιστορικού ενδιαφέροντος, πολλοί από τους παραπάνω αρχιτέκτονες δεν είναι λιγότερο «ενδιαφέροντες» από αυτούς που τελικά περιελήφθησαν (Ζάχος, Κυριακίδης, Νικολαΐδης, Κιτσίκης, Λαζαρίδης, Φωτιάδης, Κοντολέων, Μπόνης, Μητσάκης, Παναγιωτάκος, Καραντινός και Δούρας). Αν αντίθετα έχει υιοθετηθεί το κριτήριο της δυνατότητας μιας λιγότερο ή περισσότερο πρωτότυπης ιστοριογραφικής συμβολής, για μερικούς αρχιτέκτονες όπως π.χ. ο Παναγιωτάκος, ο Καραντινός ή ο Μητσάκης, μάλλον δεν μπορέσαμε να μάθουμε κάτι περισσότερο (εκτός ίσως από κάποιες βιογραφικές λεπτομέρειες) ή να τους προσεγγίσουμε με μια νέα κριτική οπτική.


    Στοχαστικός εκλεκτικισμός


    Σχετικά με την τελευταία, στο βιβλίο απαντώνται διατυπώσεις όπως «στυλιστικός τοπικισμός», «στοχαστικός εκλεκτικισμός», «λόγιος αισθαντισμός» ή «συγκρατημένος συντηρητισμός», οι οποίες είναι αντιπροσωπευτικές μιας μάλλον ιδιότυπης κριτικής διαλέκτου. Κάποιες επιφυλάξεις μπορούν επίσης να διατυπωθούν πάνω σε μια σειρά από ζητήματα που εδώ θα περιορίσουμε στο ελάχιστο: για παράδειγμα, σε δύο περιπτώσεις (σελ. 122 και 210) αναφέρεται ότι το μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων στην οδό Κοραή και Πανεπιστημίου, των Μπόνη και Λαζαρίδη (1931), είναι επηρεασμένο από το Wainwright Building του Louis Sullivan (1890): θα ήταν ενδιαφέρον να είχαν ανιχνευθεί οι καταβολές και τα αίτια αυτής της αναπάντεχης επιρροής για τους συγκεκριμένους αρχιτέκτονες και γενικότερα για την ελληνική αρχιτεκτονική της περιόδου. Επίσης (σελ. 216) αναφέρεται ότι «η πρόσοψη του Rex-Κοτοπούλη-Σινεάκ, αμερικανικής τεχνοτροπίας, αποτελούσε μια επιδεικτική χειρονομία(…) και ήταν αταίριαστη με το ύφος του δομημένου περιβάλλοντος». Γιατί; Στη σελίδα 298 παρατίθεται ένας κατάλογος ονομάτων που φέρεται ότι το 1933 υπήρξαν ιδρυτικά μέλη της ελληνικής ομάδας των CIAM: η έρευνα όμως έχει αποδείξει ότι ο κατάλογος αυτός συμπεριλαμβάνει όλους τους έλληνες συμμετέχοντες στο Συνέδριο της Αθήνας (για παράδειγμα, ο I. Σαπόρτα ή ο ζωγράφος N. Χατζηκυριάκος-Γκίκας δεν είχαν καμία σχέση με την ιδρυτική ομάδα των CIAM στην Ελλάδα). Στη σελίδα 178 αναφέρεται ότι ο σπουδαστής Κοντολέων τη δεκαετία του 1920 στο Παρίσι «είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά» όχι μόνο την Art Deco και το έργο του Perret και του Garnier, αλλά και εκείνο των γερμανόφωνων Behrens, Loos, Poelzig κ.ά. (sic), καθώς επίσης και τις δραστηριότητες του Deutscher Werkbund και του Bauhaus. Πώς αποδεικνύεται αυτό; Από τις σημειώσεις του; Από συγκεκριμένες δημόσιες αναφορές ή κείμενα; Από την ανάλυση των σπουδαστικών ή μεταγενέστερων εργασιών του; Από την προσωπική βιβλιοθήκη του; Από άλλες ενδείξεις; Ή μήπως εδώ εφαρμόζεται ένα είδος ιστοριογραφικού αυτοματισμού, επειδή ο Κοντολέων επισκεπτόταν τότε το Βερολίνο, «όπου σπούδαζε χημικός ο αδελφός του Μανώλης»;


    Ενα άλλο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της εργασίας είναι η προσπάθεια διατύπωσης μιας παράλληλης «ιστορίας της κριτικής», η αναφορά δηλαδή σε αξιολογικές κρίσεις άλλων συγγραφέων που έχουν δημοσιευθεί για ένα συγκεκριμένο θέμα. Ωστόσο οι βιβλιογραφικές αναφορές είναι άλλοτε γενναιόδωρες και άλλοτε επιλεκτικές, με σοβαρές ενίοτε παραλείψεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζει το δοκίμιο για τον Κωνσταντίνο Κυριακίδη και κυρίως εκείνο για τον Αριστοτέλη Ζάχο, τόσο για τις κριτικές αποτιμήσεις όσο και για τις ξεχωριστές ερευνητικές δυσκολίες που το θέμα παρουσιάζει (και παρά την τάση υπερτίμησης της αξίας του έργου όχι μόνο του μακεδόνα αρχιτέκτονα, αλλά και άλλων πρωταγωνιστών του βιβλίου, στο πλαίσιο «της βαλκανικής και ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής»). Είναι γεγονός ότι οι 12 μονογραφίες κινούνται σε παράλληλες πορείες, χωρίς να οδηγούνται σε μια διασταύρωση ή σε μια περαιτέρω σύνθεση – σαν μεγάλα λήμματα ενός φιλόδοξου λεξικού. Είναι όμως ικανές, ακριβώς για αυτό τον λόγο αλλά και για το πλήθος των στοιχείων που παραθέτουν και για τα θέματα που εισάγουν, να κεντρίσουν έντονα το ενδιαφέρον στην αργή διαδρομή για την κατανόηση της περιόδου.


    Ο κ. Αντρέας Γιακουμακάτος είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Από τις εκδόσεις Νεφέλη κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής, 20ός αιώνας».

    Βιβλία