• Αναζήτηση
  • Στην Ακτή των Σκλάβων

    Στην Ακτή των Σκλάβων Μια περιήγηση στους τόπους απ» όπου ξεκίνησαν το θλιβερό ταξίδι για τα σκλαβοπάζαρα του « πολιτισμένου» κόσμου τα θύματα του δουλεμπορίου ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΝΟΥ Κοίταζα στον χάρτη τη Χρυσή Ακτή, την ακτή της Γκάνας, που στολίζεται από παλιά οχυρά και πύργους. Σήμερα σώζονται τριάντα από τα πενήντα που υπήρχαν στο παρελθόν. Ευρωπαίοι κυβερνήτες της Δυτικής


    Κοίταζα στον χάρτη τη Χρυσή Ακτή, την ακτή της Γκάνας, που στολίζεται από παλιά οχυρά και πύργους. Σήμερα σώζονται τριάντα από τα πενήντα που υπήρχαν στο παρελθόν. Ευρωπαίοι κυβερνήτες της Δυτικής Αφρικής τα έκτισαν ως έδρα των δραστηριοτήτων και επιχειρήσεών τους. Χρησίμευαν κυρίως ως χώροι αποθήκευσης χρυσού και ελεφαντοστού. Οταν άρχισε το δουλεμπόριο, το 1510, έγιναν τόποι – «στρατόπεδα» συγκέντρωσης των σκλάβων ώσπου να επιβιβασθούν στα καράβια με προορισμό την Αμερική. Αποτελούν σήμερα την πιο συγκλονιστική μαρτυρία του δουλεμπορίου στη Δυτική Αφρική. Τα κυριότερα παλιά κέντρα των σκλάβων είναι οι πύργοι του Αγίου Γεωργίου και του Κέιπ Κοστ στην Γκάνα, το Ανέχο στο Τόγκο και η Ουίδα στο Μπενίν. Αργότερα το 17ο αιώνα έγινε το Γκορέ στην ακτή της Σενεγάλης.


    Αποφάσισα να επισκεφθώ τα σπουδαιότερα κέντρα των σκλάβων διασχίζοντας τη Χρυσή Ακτή και την Ακτή των Σκλάβων μέσα από τις χώρες Γκάνα, Τόγκο και Μπενίν στον κόλπο της Γουινέας. Το δειλινό με βρήκε στο Dixcove, ένα ψαροχώρι 220 χιλιόμετρα ανατολικά της Ακρα, πρωτεύουσας της Γκάνας. Το Dixcove φημίζεται για το οχυρό του, το Metal Cross, και ως ένα από τα πιο γραφικά ψαροχώρια της Γκάνας. Τα δρομάκια του, όπου γυμνά παιδάκια έπαιζαν και γυναίκες έπλεναν κομμάτια από τεράστια ψάρια με το νερό της θάλασσας, ήταν δαίδαλοι που με οδηγούσαν αντί για το Metal Cross στις αυλές των σπιτιών, όπου με περιέζωνε το περίεργο και ανησυχητικό βλέμμα των χωρικών. Η γραφικότητα των σπιτιών, τα περισσότερα ξύλινες παράγκες, επισκίαζε τη βρωμιά.


    Ξαφνικά, βρέθηκα σε ένα λαγκούν, όπου Γκανέζοι έσερναν μια παλιά στενόμακρη βάρκα πάνω στην άμμο για να τη ρίξουν μετά στη θάλασσα. Εκεί τέσσερις όμορφες βάρκες ζωγραφισμένες με δυνατά χρώματα περίμεναν τους ψαράδες να αποτελειώσουν το μάζεμα των μπλε διχτυών για να βρεθούν στα ανοιχτά της θάλασσας. Τους φωτογράφισα, αλλά οι φωνές ενός ψαρά με ανάγκασαν να στρίψω τη μηχανή προς το Metal Cross που δέσποζε στην άλλη άκρη του κόλπου. Τα παράθυρά του έμοιαζαν με μάτια που έσταζαν δάκρυα. Ηταν και αυτό ένα από τα κέντρα συγκέντρωσης των σκλάβων.



    Νύχτωσε όταν έφθασα στην παραλία Bussua Beach, που ήταν κάποτε η Μέκκα για τους τουρίστες. Σήμερα υπάρχει ένα όμορφο ξενοδοχείο, το «Bussua Beach», με πανέμορφα bungalows δίπλα σε μια απέραντη ακτή, όπου τα κύματα σπάζουν σε μια γλυκύτατη άμμο στο χρώμα της ερήμου. Απέναντι στέκει ένα καταπράσινο ακατοίκητο νησάκι με φοίνικες. Για να φθάσω στο ξενοδοχείο διέσχισα το χωριουδάκι με τις παράγκες που φωτίζονταν με καντηλάκια. Οι κάτοικοί του κατά μήκος του δρόμου πουλούσαν φαγητά διάφορα, κυρίως καπνιστά ψάρια, μπανάνες και ψωμί. Η διαφορά ανάμεσα στο χωριό και στο ξενοδοχείο ήταν τόσο έντονη που ένιωσα να αλλάζω χώρα.


    Στο χωριό της Bussua Beach συνάντησα την Γκάμπι, Γερμανίδα παντρεμένη με Γκανέζο που ζει σε ένα σπίτι με καταπληκτική θέα στον κόλπο της Γουινέας. Της ζήτησα να μου υποδείξει πού θα βρω αστακό για δείπνο. Οι υποδείξεις της δεν ταυτίστηκαν με τις συνήθειες της Ελληνίδας! Αντίκρισα τον Γκανέζο να ετοιμάζει τον αστακό μέσα σε βρώμικα νερά. Προτίμησα για δείπνο τον καταψυγμένο αστακό του ξενοδοχείου. Η γραφικότητα των χωριών της Αφρικής είναι συναρπαστική, αλλά την δέχεσαι μόνο ως θεατής, γιατί αν μείνεις κάτω από τις συνθήκες που ζουν οι Αφρικανοί θα πεθάνεις από διάφορες αρρώστιες. Είναι μαγεία να περιπλανιέσαι στα σοκάκια, στις αυλές, όπου οι γυναίκες κάνουν διάφορες δουλειές, αλλά για φαγητό και ύπνο έχεις ανάγκη από ένα πολύ καλό ξενοδοχείο, το ακριβότερο που υπάρχει σε κάθε μέρος, αν δεν υπάρχει φεύγεις για άλλη πόλη.


    Το πρωί τα μάτια μου γέμισαν από την ομορφιά της θάλασσας. Η τεράστια ακτή μπερδευόταν με την απεραντοσύνη της. Λυγερόκορμες, καμαρωτές φιγούρες περπατούσαν κατά μήκος της ακτής κουβαλώντας στο κεφάλι καφάσια, κούτες, λεκάνες. Δεν υπάρχει κυρτωμένος άνθρωπος στην Αφρική. Εχουν μάθει από μικρά παιδιά να κουβαλούν, αν όχι τόνους, κιλά στο κεφάλι, ειδικά οι Αφρικάνες έχουν μια αγαλμάτινη κορμοστασιά, μια μοναδική χάρη όταν περπατούν φορτωμένες με όλα τα πράγματα στο κεφάλι. Αργότερα, σε κάποια αγορά του Μπενίν συνάντησα ένα παιδάκι 6-7 ετών. Κουβαλούσε στο κεφαλάκι του, κατακόρυφα, δεκαπέντε μεγάλες κατσαρόλες. Το ύψος τους ήταν τρεις φορές μεγαλύτερο από το μπόι του. Καταπληκτική εικόνα. Το ακολούθησα για να το φωτογραφίσω. Γύριζε κάπου κάπου να με κοιτάξει, χωρίς να φύγει ο ουρανοξύστης από το κεφαλάκι του. Περπατούσε τόσο άνετα σαν να φορούσε ένα απλό καπελάκι.


    Εμεινα όλο το πρωινό μπροστά στα κύματα, διαβάζοντας για τον πύργο του Αγ. Γεωργίου της Ελμίνας. Τα τιτιβίσματα των πουλιών χάιδευαν τα αφτιά μου. Η Αφρική έχει φανταστικά, μοναδικά στη γη, πουλιά. Τα δέντρα του ξενοδοχείου είναι γεμάτα από τις φωλιές τους, που κρέμονται σαν ψάθινες μπάλες. Είχα πιστέψει πως το ταξίδι μου στα κέντρα των σκλάβων θα γινόταν δίπλα στο κύμα. Οι δρόμοι, δυστυχώς, είναι φτιαγμένοι, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ακτής της Γουινέας, μακριά από τη θάλασσα, γιατί το νερό τρώει σιγά σιγά τη γη.


    Φεύγοντας για Ελμίνα η διαδρομή περνούσε μέσα από ένα φοινικόδασος ­ τοπίο που σου έφερνε θλίψη. Οι φοίνικες χωρίς φυλλώματα, εξαιτίας κάποιας αρρώστιας, έμοιαζαν με πασσάλους της ΔΕΗ. Καθ’ οδόν ονειρευόμουν να μείνω αρκετές ημέρες στην Ελμίνα για τον πύργο της και για τις αποικιακές κάποτε συνοικίες της, με τα φημισμένα νεοκλασικά σπίτια. Οταν έφθασα με το λεωφορείο της γραμμής ­ με 9 συνεπιβάτες, όλοι τους Αφρικανοί ­ έπαθα σοκ με τη βρωμιά της πόλης. Κανάλια με μολυσμένα νερά κατά μήκος των χωμάτινων δρόμων, έλη, σκουπίδια, ατμόσφαιρα κυριολεκτικής μιζέριας. Ηταν ακόμη η αρχή του ταξιδιού και δεν είχα συνηθίσει την ατμόσφαιρα αυτή της Αφρικής. Η ήπειρος αυτή έχει βρωμιά και μιζέρια που περνά όχι πάνω στο δέρμα αλλά σου τρυπάει το κόκαλο. Οταν όμως ξεπεράσεις αυτό το στάδιο, ζεις το καλύτερο ταξίδι της ζωής σου. Γιατί η Αφρική σού δίνει κάτι που δεν υπάρχει ούτε στην Ασία ούτε στην Αμερική, Βόρεια και Νότια, ούτε σε καμία άλλη ήπειρο της γης. Αυτό το κάτι της Αφρικής σε συγκλονίζει, σε αιχμαλωτίζει, σε κάνει «σκλάβο» της. Δεν μπορώ να ξαναγυρίσω σε καμία άλλη ήπειρο, παρά μόνο στην Αφρική.


    Συνέχισα για την πόλη Κέιπ Κοστ, 13 χλμ. ανατολικά της Ελμίνας. Καθ’ οδόν σταμάτησα στο ξενοδοχείο Sanaa Lodge, δίπλα στη θάλασσα και στους φοίνικες, αποφασισμένη να επισκεφθώ τον πύργο της Ελμίνας την επόμενη ημέρα.


    Ο πύργος του Αγίου Γεωργίου – Ελμίνα


    Οι πύργοι της Ελμίνας και του Κέιπ Κοστ αποτελούν τα πιο σημαντικά αρχιτεκτονικά και ιστορικά ευρωπαϊκά κτίρια στη Δυτική Αφρική. Το κάστρο (ή πύργος) του Αγ. Γεωργίου κτίστηκε το 1482 από τους Πορτογάλους, όταν ανακάλυψαν ότι η περιοχή είναι ορυχείο χρυσού. Γι’ αυτό ονόμασαν την ακτή Α Mina «the Mine». Οι λέξεις El Mina σημαίνουν επίσης στην αραβική γλώσσα το λιμάνι. Για μεγάλο διάστημα οι Πορτογάλοι αντάλλασσαν μέταλλα και μαργαριτάρια με χρυσό και ελαφαντοστούν. Μεταξύ 1550 και 1580 αλλαγές έγιναν στο εξωτερικό του κάστρου, κάτω από την επιρροή των οχυρών της Αναγέννησης. Οι Γάλλοι κατέλαβαν το κάστρο για λίγους μήνες τον 16ο αιώνα. Το 1596 οι Ολλανδοί άρχισαν τις επιθέσεις εναντίον των Πορτογάλων και μετά από σκληρές μάχες έγιναν κύριοι του κάστρου για δύο αιώνες. Χρειάστηκε όμως να επισκευάσουν τις σοβαρές καταστροφές, που προκάλεσαν οι ίδιοι με τους βομβαρδισμούς. Το 1652 έχτισαν το οχυρό St. Jago, μερικά μέτρα μακριά, για να προφυλάσσουν το κάστρο του Αγ. Γεωργίου. Οταν το δουλεμπόριο αντικατέστησε το χρυσάφι, οι αποθήκες μετετράπησαν σε φυλακές για τους σκλάβους. Το 1872 οι Ολλανδοί το παρεχώρησαν στους Αγγλους. Το κάστρο του Αγ. Γεωργίου, το οχυρό St. Jago καθώς και το κάστρο Κέιπ Κοστ έχουν ανακηρυχθεί Παγκόσμια Πολιτιστική Κληρονομιά από την UNESCO.


    Φθάνοντας στο κάστρο της Ελμίνας, παρ’ όλη την ομίχλη και τον αέρα, μαγεύτηκα από την τοποθεσία και το στυλ του, που έρχονται σε αντίθεση με τη θλιβερή ιστορία του. Βρίσκεται επάνω σε ένα βραχώδες ακρωτήρι που περιβάλλεται από τις δύο πλευρές από τη θάλασσα και από την άλλη από ένα λαγκούν ή τον ποταμό Benya. Από μακριά η αρχιτεκτονική του καθώς και το κάτασπρο χρώμα του με το καφετί χώμα της γης θυμίζουν παλάτι μέσα στην έρημο. Οταν επισκέφθηκα τις υπόγειες ειρκτές, όπου στοίβαζαν τους σκλάβους, αναρωτήθηκα πώς ήταν δυνατόν να επιζήσουν άνθρωποι σε αυτούς τους χώρους. Τοποθετούσαν όσο το δυνατόν περισσότερους και όσοι απέμεναν, από τις μεταδοτικές αρρώστιες και από την έλλειψη φαγητού, κρίνονταν κατάλληλοι να φύγουν για την Αμερική. Τις γυναίκες τις έβαζαν σε ξεχωριστά δωμάτια και κάθε φορά που ο ευρωπαίος κυβερνήτης ήθελε συντροφιά την διάλεγε από ψηλά από το μπαλκόνι του.


    Η γυναίκα του κυβερνήτη έμενε στην Ευρώπη, για να μην κολλήσει ελονοσία. Αν η σκλάβα γεννούσε αγόρι την ελευθέρωνε και έστελνε το παιδί στην Ευρώπη να μεγαλώσει και να μορφωθεί. Αν ήταν κορίτσι, είχαν και αυτό και η μητέρα του μαύρη τύχη. Οταν αργότερα επισκέφθηκα το Εθνικό Μουσείο στην Ακρα, μίσησα τις καρέκλες των ευρωπαίων κυβερνητών στην Γκάνα.


    Κέιπ Κοστ: κέντρο θανάτου


    Είναι ένας από τους συγκλονιστικότερους χώρους της ανθρώπινης θηριωδίας. Ακόμη και σήμερα τα δεσμωτήρια είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τον χρόνο. Οι τοίχοι μοιάζουν να εκπέμπουν ακόμη και τώρα την τελευταία πνοή των σκλάβων, που ήταν στοιβαγμένοι 1.500 άτομα, κάθε φορά, σε τέσσερις ειρκτές. Οσοι δυσανασχετούσαν πέθαιναν από ασφυξία μέσα σε έναν ιδιαίτερο χώρο και οι υπόλοιποι, όσοι κατόρθωναν να επιζήσουν, μεταφέρονταν στα καράβια, μέσα από μια υπόγεια σήραγγα 50 μέτρων, που κατέληγε στην έξοδο του κάστρου μπροστά στη θάλασσα. Στην ίδια έξοδο με τους άντρες έφθαναν και οι γυναίκες από άλλο δωμάτιο. Οι γυναίκες ανταλλάσσονταν με λιγότερα προϊόντα σε σχέση με τους άντρες. Τα προϊόντα ήταν υφάσματα, μαντίλια, κοχύλια, πίπες Ολλανδίας, όπλα, σιδερένιες βέργες, οινόπνευμα κλπ. Ενας άντρας ισοδυναμούσε να δεκαέξι μαντίλια, ενώ μια γυναίκα με δέκα… Τα παιδάκια με πολύ λιγότερα. Η κάθε γυναίκα δεν ήξερε αν είχαν επιζήσει ο άντρας της, τα παιδιά της και πού θα μεταφερόταν ο καθένας χωριστά. Σήμερα η είσοδος της σήραγγας είναι κλειστή με έναν τοίχο που έκτισαν οι Αγγλοι. Ενα καντηλάκι καίει, μέρα νύχτα, μπροστά στον τοίχο.


    Οταν βγήκα έξω και ατένισα τον ουρανό και τη θάλασσα, το ρίγος έσφαζε ακόμη το κορμί μου από συντριβή και τα δάκρυα πλημμύριζαν το πρόσωπό μου. Δεν βρήκα το κουράγιο να ανέβω αμέσως τις σκάλες να επισκεφθώ τους χώρους συναλλαγής, τα γραφεία και το σπίτι του κυβερνήτη.


    Ο πύργος χτίστηκε από τους Σουηδούς το 1653 σε πολυγωνική βάση, σε δεσπόζουσα θέση, δίπλα στη θάλασσα, και αποτελούσε το κέντρο για το διακοσμητικό ευρωπαϊκό εμπόριο με τη Δυτική Αφρική. Ολοι οι Δυτικοευρωπαίοι το διεκδικούσαν γι’ αυτό και άλλαζε εξουσίες συνέχεια περνώντας στους Πορτογάλους, στους Δανούς, στους Ολλανδούς καταλήγοντας στους Αγγλους για δύο αιώνες μετά τον αγγλοολλανδικό πόλεμο του 1664-1665.


    Οσο εντυπωσιακές είναι η τοποθεσία και η αρχιτεκτονική των δύο κάστρων, Ελμίνας και Κέιπ Κοστ, τόσο συγκλονιστικοί είναι οι χώροι, τα δεσμωτήρια των σκλάβων.


    Ουίδα: ο δρόμος των σκλάβων


    Το δουλεμπόριο στην Ουίδα του Μπενίν παρουσιάζει διαφορετική εικόνα από αυτή στα κάστρα της Γκάνας. Οι σκλάβοι της, μετά τη συναλλαγή των δουλεμπόρων, περπατούσαν τέσσερα χιλιόμετρα για να φθάσουν στην ακτή και να επιβιβασθούν στα πλοία. Ολοι οι Δυτικοευρωπαίοι είχαν τον χώρο των συναλλαγών τους στο οχυρό, που βρίσκεται μέσα στην πόλη της Ουίδας. Το δουλεμπόριο στο Μπενίν είναι συνδεδεμένο με τα βασίλειά του. Οι ίδιοι οι βασιλείς του πουλούσαν τους σκλάβους στους δουλεμπόρους. Δεν δίσταζαν να πουλήσουν και πρίγκιπες και πριγκίπισσες που έκαναν κάποιο παράπτωμα. Τους πουλούσαν όμως μόνο τη νύχτα και τους μετέφεραν όχι πιασμένους από τον λαιμό, όπως τους άλλους σκλάβους, αλλά από τη μέση. Η Ουίδα ήταν το κυριότερο κέντρο δουλεμπορίου από τον 18ο ως τον 19ο αιώνα. Ηταν μια φωτεινή ημέρα όταν έφθασα στην Ουίδα. Μετά την επίσκεψη στο οχυρό και στο σπίτι του Βραζιλιάνου Don Francisco de Souza, που υπήρξε ο μεγάλος συνεργάτης του Ghezo (βασιλιά του Μπένιν ­ πρώην Dahomey) στο δουλεμπόριο, ξεκίνησα για τον δρόμο των σκλάβων. Ενας δρόμος με το καφετί έντονο χρώμα της Αφρικής και με φοίνικες από τις δύο πλευρές. Ενας δρόμος «ιερός» που ποτιζόταν από τα δάκρυα των σκλάβων, κατάπινε τους αναστεναγμούς, τους πόνους τους και αγκάλιαζε τα νεκρά κορμιά όσων δεν άντεχαν τις κακουχίες.


    Ο δρόμος της Ουίδας, ο φημισμένος «δρόμος των σκλάβων», ο «δρόμος της μη-επιστροφής» (la routa du non retour), όπως τον αποκαλεί η αναμνηστική πλάκα της UNESCO, δίπλα στη μνημειακή συμβολική αψίδα στην ακτή της θάλασσας, θέλει να είναι σήμερα ο δρόμος της υπόσχεσης για κοινωνική δικαιοσύνη και για ειρηνική συνύπαρξη. Σήμερα ο δρόμος αυτός είναι ένα κάλεσμα αγάπης και αδελφοσύνης.


    Εφθασα στην Ακτή των Σκλάβων. Απέραντη ακτή, τιρκουάζ χρώμα, τεράστια κύματα, φοίνικες, μαγευτική άμμος. Μερικές βάρκες ξεκουράζονταν πάνω στην άμμο. Μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας ξεχώριζαν οι σκιές των σκλάβων, που ξεριζωμένοι από τη «γη πατρίδα» κουβάλησαν μαζί τους στην Αμερική τη «μητέρα Αφρική», με τη μουσική, τις παραδόσεις, τις θεότητες, τις θρησκευτικές τελετές Voodoo, με τον μύθο του ανιμισμού.


    Κάθησα με τις ώρες στη ματωμένη αυτή ακτή, γιατί γεννούσε μια ασυνήθιστη γλυκύτητα. Τα λόγια του αγαπημένου μου συγγραφέα Ζαν Κοκτό ήταν μαζί μου: «Lui est noir au dehors et rose au dedans· moi je suis rose au dehors et noir au dedans». (Αυτός είναι μαύρος απ’ έξω και ροζ από μέσα· εγώ είμαι ροζ απ’ έξω και μαύρος από μέσα). Το δουλεμπόριο και ο Νέος Κόσμος



    Η ιστορία της Αφρικής είναι συνυφασμένη με τη δραματική ιστορία του εμπορίου των σκλάβων. Ενα εμπόριο που τα χαρακτηριστικά του διαφοροποιούνται με τον χρόνο. Στην Αίγυπτο, την εποχή των Φαραώ, τους σκλάβους τους θεωρούσαν μέλη της οικογενείας όπου δούλευαν. Με τα χέρια των σκλάβων έγιναν τα μνημειακά αριστουργήματα της Αιγύπτου. Τον 13ο αιώνα δημιουργείται στην περιοχή της Σαχάρας και του Σάχελ μια άλλη μορφή δουλεμπορίου, το πειρατικό δουλεμπόριο. Ευρωπαίοι από την Πορτογαλία, την Ισπανία, τη Γένοβα συνελάμβαναν τους Αφρικανούς και τους πουλούσαν στην Ευρώπη. Τους κυνηγούσαν στα δάση, στους αγρούς και τους αιχμαλώτιζαν πιάνοντάς τους με «δίχτυ», που ήταν ο πιο διαδεδομένος τρόπος σύλληψης των μαύρων την εποχή εκείνη.


    Το πιο απάνθρωπο όμως δουλεμπόριο άρχισε τον 16ο αιώνα με την ενθάρρυνση της Αμερικής. Ο Νέος Κόσμος είχε ανάγκη από εργατικά χέρια, κυρίως για σκληρές δουλειές. Η λύση βρέθηκε. Εργατικό δυναμικό από την Αφρική μέσα από το δουλεμπόριο των μαύρων με τον πιο φρικτό τρόπο σύλληψης και μεταφοράς τους. Ο R. Corvevin στο βιβλίο του «Histoire de l’ Afrique Noire» αναφέρει ότι οι φυτείες ζαχαροκάλαμου της Αμερικής χρειάζονταν κατάλληλα χέρια και αυτά υπήρχαν στην Αφρική. Για τον ίδιο λόγο γεννήθηκε και το γαλλικό δουλεμπόριο στις Αντίλλες.


    Το εμπόριο των μαύρων προς την Αμερική επισημοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1510 και διήρκεσε τέσσερις αιώνες. Κατά την περίοδο αυτή η Αφρική έχασε εξήντα εκατομμύρια ανθρώπους της. Από αυτούς μερικοί άφηναν την πνοή τους από την κακομεταχείριση στον «δρόμο των σκλάβων» ή στους πύργους συγκέντρωσής τους στα παράλια της Δυτικής Αφρικής. Οσοι επιζούσαν μεταφέρονταν με πλοία στην Αμερική. Ηδη από το 1820 ανθρωπιστικές οργανώσεις στην Ευρώπη ακόμη και στην Αμερική έδιναν μάχη για την κατάργηση του δουλεμπορίου που έγινε επίσημη τον Μάιο του 1888. Παρ’ όλα αυτά το δουλεμπόριο πέρασε και το κατώφλι του 20ού αιώνα και συνεχίστηκε ανεπίσημα ως το 1901.


    Σήμερα, στους πύργους που δεσπόζουν στα παράλια της Δυτικής Αφρικής, δεν υπάρχουν πια σκλάβοι για να μεταφερθούν στην Αμερική. Υπάρχουν όμως οι απόγονοί τους, τουρίστες μιγάδες, κυρίως της Αμερικής, που έρχονται να επισκεφθούν τον τόπο ξεριζωμού των προγόνων τους, που έρχονται να βρουν τις «ρίζες τους». Ανάμεσα σε αυτούς τους απογόνους των σκλάβων βρέθηκα και εγώ, έχοντας στη σκέψη μου την απάντηση που έδωσε ο Αλέξανδρος Δουμάς (γιος μιγάδος) σε κάποιον που τον χαρακτήρισε νέγρο: «Ναι! ο παππούς μου ήταν νέγρος και ο προπάππος μου πίθηκος: Η γενιά μου αρχίζει εκεί που τελειώνει η δική σας»!

    Αφιερώματα
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk