Ρεπορτάζ

Βρεγμένες σανίδες

Ισορροπούν στις σανίδες τους και αναζητούν το μεγάλο κύμα. Η ακμάζουσα κοινότητα των ελλήνων σέρφερ δίνει δυναμικό «παρών» χειμώνα-καλοκαίρι σε θάλασσες και ακτές. Γιατί σερφ δεν κάνουν μόνο στη Χαβάη.

φωτο Ανδρέας Σιμόπουλος
Το δέρμα του είναι ηλιοκαμένο. Παρ’ όλα αυτά, απλώνει μια γερή στρώση αντηλιακού μπλε σκούρου χρώματος στο πρόσωπό του. Μοιάζει με στρατιωτικό καμουφλάζ. Ο 40χρονος Στέλιος Παρίσης δεν πάει στον πόλεμο, αλλά με τη σανίδα του σερφ ανά χείρας βρίσκεται στην παραλία Davis στην Αρτέμιδα (ονομάζεται έτσι από τους ντόπιους λόγω του ομώνυμου beach bar που βρίσκεται εκεί). Ο ίδιος είναι αυτό που θα αποκαλούσε κάποιος «παιδί της θάλασσας». To πρώτο μεγάλο πάθος του ήταν το windsurfing. «Ξεκίνησα 20 ετών. Πριν από 10 χρόνια, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες για το άθλημά μου, ταξίδεψα στην Τενερίφη μαζί με τη σύζυγό μου και τα παιδιά μου. Μια μέρα που δεν είχε αέρα αλλά μόνο κύμα, είπα να δοκιμάσω για πλάκα να κάνω σερφ. Αυτό ήταν, το ερωτεύτηκα. Οταν γύρισα στην Ελλάδα, πούλησα όλον τον εξοπλισμό του windsurfing. Δεν έβρισκα πλέον κανένα νόημα σε αυτό».
Και σήμερα η ζωή του Στέλιου κινείται γύρω από μια σανίδα. Ο ίδιος διατηρεί το κατάστημα Line Up στη Ραφήνα, το οποίο εμπορεύεται είδη σερφ και skateboard, ενώ παράλληλα παραδίδει μαθήματα σε επίδοξους σέρφερ, μια κοινότητα που αυξάνεται και πληθύνεται συνεχώς, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί και ειδικές σελίδες στο Internet, όπως το πολύ δημοφιλές Lovesurfing.gr
«Από το πρωί που θα ανοίξω το κατάστημά μου παρακολουθώ τα sites με πρόγνωση καιρού για να δω τι ανέμους θα έχουμε. Αν φυσούν βοριάδες, θα κάνουμε σερφ στην Ανατολική Αττική. Αν έχουμε νοτιά, θα πάμε στη Βουλιαγμένη. Αν δούμε δυτικούς, θα κινηθούμε στην Πελοπόννησο, κυρίως στην παραλία Λαγκούβαρδος στη Μεσσηνία». «Εννοείς ότι πάτε αυθημερόν;» τον διακόπτω απορημένη. «Ναι, μια μονοήμερη εκδρομή. Τρεις ώρες να πάμε. Τρεις ώρες να γυρίσουμε. Αλλά θα το ευχαριστηθούμε. Η Πελοπόννησος έχει παραλίες που δίνουν δυνατά, καλά κύματα. Μαζευόμαστε λοιπόν τρία-τέσσερα άτομα και μοιραζόμαστε τα έξοδα μετακίνησης. Είτε είναι Τρίτη είτε είναι Τετάρτη, όλο και κάποιος θα βρεθεί. Για εμάς τους σέρφερ η καλύτερη περίοδος είναι κυρίως τον χειμώνα. Οταν πρωτοξεκίνησα, υπήρχαν δύο κυρίως μέρη στα οποία εξασκούσαμε το άθλημα: η Βουλιαγμένη και ο Λαγκούβαρδος. Σήμερα μιλάμε για 40-50 σημεία σε όλη την Ελλάδα».
Μπορεί λοιπόν να κάνει κάποιος σερφ στην Ελλάδα, όπου η «κλειστή» θάλασσα του Αιγαίου δεν βοηθά στη δημιουργία των πολύ μεγάλων κυμάτων που απαιτεί το συγκεκριμένο άθλημα; «Φυσικά» είναι η απάντηση του Στέλιου. «Προφανώς δεν έχουμε τη συχνότητα και τη δύναμη των κυμάτων που μπορεί να δημιουργήσει μια καταιγίδα στον ωκεανό, αλλά προσωπικά έχω δει κύματα μέχρι τρία μέτρα στην Πελοπόννησο. Σίγουρα δεν μπορείς να κάνεις πρωταθλητισμό, καθώς δεν υπάρχουν κάθε ημέρα οι κατάλληλες συνθήκες, αλλά αν σου αρέσει ως χόμπι μπορείς άνετα να ασχοληθείς και εδώ».
Ο ίδιος κερώνει τη σανίδα του. Είναι απαραίτητο να το κάνει, γιατί έτσι επιτυγχάνεται και καλύτερη ισορροπία όταν ο σέρφερ σηκωθεί όρθιος πάνω στο κύμα. Στην παραλία τώρα φθάνουν ο 19χρονος Γιάννης, η 19χρονη Μαρία και η 28χρονη Γιούλη. Ο Στέλιος θεωρείται βετεράνος, καθώς ασχολείται με το άθλημα σχεδόν από παιδί, ενώ τα κορίτσια βρίσκονται ακόμη στην αρχή. «Πρωτοξεκίνησα στην Ικαρία. Στην παραλία Μεσακτή. Αρχικά το είδα ως παιχνίδι. Μετά κόλλησα και αγόρασα την πρώτη μου σανίδα. Εκανα skate και snowboard, οπότε με βοήθησε πολύ, καθώς και τα δύο αυτά αθλήματα έχουν σχέση με την ισορροπία» αναφέρει ο Γιάννης και συμπληρώνει: «Tα τελευταία χρόνια το σερφ έχει γίνει της μόδας. Είναι κάπως σαν lifestyle. Προσωπικά, μου αρέσει ότι το κάθε κύμα που «καβαλάς» είναι διαφορετικό. Δεν είναι σαν να «κατεβαίνεις» μια πίστα σνόουμπορντ, η οποία κάθε φορά παραμένει η ίδια. Ποιο είναι το πιο απρόσμενο που μου έχει συμβεί; Μια φορά στην παραλία Λαγκούβαρδος ήρθε ένα από αυτά τα κύματα που ονομάζουμε «πλυντήριο», γιατί σε αναποδογυρίζει πολλές φορές. Εχασα τόσο τον προσανατολισμό μου που αντί να κολυμπώ προς την επιφάνεια κολυμπούσα προς τον βυθό».
Καιρός όμως για δράση. Παίρνουν τις σανίδες τους, τις δένουν στο πόδι τους και κολυμπούν. Κάποια στιγμή φθάνουν στο λεγόμενο line up – είναι το σημείο όπου «σκάει» το κύμα. Τότε γυρίζουν τις σανίδες τους προς την παραλία και ξαπλωμένοι ξεκινούν το κολύμπι. Και ναι, ύστερα από λίγο, έχοντας συντονίσει τον ρυθμό τους και την ταχύτητά τους με το κύμα, ο Στέλιος και ο Γιάννης ισορροπούν πλέον όρθιοι πάνω στη σανίδα. «Δεν είναι επικίνδυνο άθλημα» αναφέρει ο Στέλιος. «Δεν είναι άθλημα δύναμης, αλλά τεχνικής, γι’ αυτό και θα δεις πολλές γυναίκες σέρφερ. Χρειάζεται βέβαια να ξέρεις καλό κολύμπι και να έχεις μια σχετικά καλή φυσική κατάσταση. Εχω μάλιστα και πολλούς μικρούς μαθητές. Το πιο δύσκολο κομμάτι δεν είναι να σηκωθείς πάνω στη σανίδα, αλλά να μπορέσεις να συντονιστείς με το κύμα και να σε πάρει μαζί του, να πάρεις τη δύναμή του. Ομως όλα είναι τελικά θέμα εξάσκησης. Και δεν πρόκειται για ιδιαίτερα ακριβό σπορ. Μια σανίδα του σερφ ξεκινά από 300 ευρώ και φθάνει μάξιμουμ τα 500-600, ενώ μια στολή ξεκινά από τα 150 ευρώ».
Για το πώς ξεκίνησε το σερφ στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές ιστορίες. Κάποιοι μιλούν για αμερικανούς στρατιώτες που όταν είδαν τα κύματα στη Βουλιαγμένη βούτηξαν με δικές τους σανίδες. Ενας πάντως από τους πρώτους έλληνες σέρφερ θεωρείται ο Κώστας Πικρός, ο οποίος «έδρασε» από το 1963 έως το 1976. «Σήμερα η στενή κοινότητα των σέρφερ στην Ελλάδα, αυτοί δηλαδή που γνωριζόμαστε μεταξύ μας, θα έλεγα ότι αγγίζει περίπου τα 200 άτομα» αναφέρει ο Στέλιος. «Αυτό που λατρεύω στο σερφ είναι η απόλυτη ελευθερία που σου προσφέρει πάνω στο κύμα. Και η συντροφικότητα. Μπαίνουμε στη θάλασσα μία παρέα. Δημιουργείται η αίσθηση της ομάδας και αυτό σού δίνει δύναμη για το επόμενο κύμα».
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk