Κάτι ζαρζαβατικά, όσα χρειάζονται για να κάνεις μια σαλάτα και μια χορτόσουπα, μία κονσέρβα ντοματάκια, έναν χυμό πορτοκάλι και μερικά ακόμα χρειαζούμενα για να βγάλω συντηρητικά και νοικοκυρεμένα μερικές μέρες. Αυτά αγόρασα από το σουπερμάρκετ. Περιμένοντας τη σειρά μου στο ταμείο, έβγαλα από το πορτοφόλι ένα εικοσάρικο για να κερδίζω χρόνο (τα έχω κάτι τέτοια ψυχαναγκαστικά). Χαιρετιστήκαμε με την ταμία, είπαμε για τον καιρό, για τον Ερντογάν που εκείνο το πρωί είχε απασφαλίσει… Της έδωσα το εικοσάρικο. Θεωρούσα πως έφτανε και περίσσευε. Με κοίταξε με οίκτο: «28 ευρώ, παρακαλώ». Δεν ήμουν ποτέ από εκείνους που κοιτάζουν τις τιμές, πιθανώς δεν έκανα σωστά, δεν ήμουν όμως τέτοιος τύπος. Μετά από τις τελευταίες επισκέψεις στα σουπερμάρκετ, αποφάσισα να γίνω τέτοιος τύπος. Για να καταλάβω τι συμβαίνει. Γιατί ακόμα και εγώ που δεν έχω μετρήσει ποτέ ρέστα για να επιβεβαιώσω πως μου τα έδωσαν σωστά, κοντεύω να ξεχάσω τι σημαίνει ρέστα. Διαρκώς μου ζητούν παραπάνω από αυτά που έχω υπολογίσει πως στοιχίζουν οι αγορές μου. Αρχισα να παρακολουθώ τα ρεπορτάζ για την ακρίβεια. Οπως ακριβώς τα λένε είναι. Ενώ ο μισθός μου παραμένει καθηλωμένος στην προ κρίσεως εποχή (στην πραγματικότητα παίρνω πολύ λιγότερα από όσα έπαιρνα τότε), οι τιμές τραβούν «την ανηφόρα, με σημαίες και με ταμπούρλα». Το σουπερμάρκετ ήταν το πρώτο σοκ, η βενζίνη το δεύτερο, κάτι λογαριασμοί το τρίτο, ήρθε και η ώρα του Κτηματολογίου… Την ίδια στιγμή, επειδή έπειτα από δύο χρόνια εγκλεισμού λόγω COVID-19 αποφάσισα να τολμήσω ένα μικρό ταξίδι στο εξωτερικό, αναζητώντας κατάλυμα συνειδητοποίησα πως λόγω ακρίβειας πρέπει να ξεχάσω τα ωραία ξενοδοχειάκια που επέλεγα κάποτε και να επιλέξω πολύ πιο οικονομικές λύσεις. Αρχικά με πήρε από κάτω: Σκέφτηκα πως δουλεύω ασταμάτητα εδώ και 32 χρόνια για να βελτιώνω τη ζωή μου και πως η ζωή μου γίνεται όλο και πιο δύσκολη από οικονομικής απόψεως. Μια φίλη με επέπληξε, «δεν λες καλά που δεν έχεις παιδιά, τι να πούμε κι εμείς που έχουμε;» και με… πήρε ακόμα πιο από κάτω. Θυμήθηκα πως ανήκω σε μια κατηγορία που αν και καλείται (και διά της φορολογίας) να πληρώνει τα σπασμένα των άλλων, δεν έχει ποτέ καμία διευκόλυνση, καμία ελάφρυνση, καμία βοήθεια, δεν την υπολογίζουν σε κανένα πακέτο στήριξης. Οι ανύπαντροι μη έχοντες παιδιά (που συχνά επειδή δεν έχουμε παιδιά να μας περιμένουν στο σπίτι δουλεύουμε περισσότερο από τους άλλους) μόνο δίνουμε σε αυτό το κράτος. Και έχουμε και τους «τα παιδιά είναι χαρά» να μας κουνάνε το δάχτυλο διεκδικώντας αποκλειστικά τον τίτλο «μάνα-πατέρα κουράγιο» και μερίδιο από τα όποια «μαξιλάρια» στήριξης. Εμείς, με μία πέτρα για μαξιλάρι και πολύ μας είναι! Αυτά είχα να πω, ας συνεχίσω τώρα να πληρώνω. (Εν τέλει, είτε μετά τέκνων είτε άνευ, σωτηρία δεν βρίσκεις. Στην πρώτη περίπτωση δεν σε φτάνουν τα λεφτά για να καλύψεις τις ατελείωτες ανάγκες, στη δεύτερη δεν σε φτάνουν γιατί δεν αξίζεις ουδεμία βοήθεια.)

Περιεχόμενο για συνδρομητές

Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tovima.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.

Έχετε ήδη
συνδρομή;

Μπορείτε να συνδεθείτε από εδω

Θέλετε να γίνετε συνδρομητής;

Μπορείτε να αποκτήσετε την συνδρομή σας από εδω