Το φάντασμα της χρεοκοπίας συνεχίζει να σκιάζει την ελληνική οικονομία, αφαιρώντας δυνάμεις και δυνατότητες και εμποδίζοντας την εκμετάλλευση των ανταγωνιστικότερων συνθηκών που διαμορφώθηκαν μετά την πρωτοφανή στα παγκόσμια οικονομικά χρονικά δημοσιονομική και διαρθρωτική προσαρμογή.
Σχεδόν δέκα χρόνια από την εκδήλωση της μεγάλης οικονομικής κρίσης και αφού εφαρμόστηκαν άπειρα δημοσιονομικά και άλλα μέτρα προς άρση των συνεπειών της χρεοκοπίας, η εγχώρια οικονομική πολιτική δεν έχει ακόμη απαλλαγεί από το μέγα βάρος.

Πρώτα οι πελατειακές
εκλογικές ανάγκες

Τη μακρά ύφεση διαδέχθηκε ανάκαμψη αναιμική, πνιγμένη σε ευρύ κύκλο αμφιβολιών και καχυποψίας για τη διάρκεια της δημοσιονομικής σταθερότητας, την υγεία του τραπεζικού συστήματος, το ύψος των φόρων και την αδυναμία του κράτους να μεταρρυθμιστεί πραγματικά και να δημιουργήσει συνθήκες αναπτυξιακής ορμής.
Η διάσωση της ελληνικής οικονομίας από εταίρους και δανειστές άφησε πίσω της υποχρεώσεις μακράς διαρκείας, που κρατούν τη χώρα και την οικονομία δεμένες σε περιοριστικό ζυγό, από τον οποίο δεν λέει να απαλλαγεί, επειδή, πέραν των άλλων, η κυβέρνηση λειτουργεί εκλογικά και επιλέγει να καλύψει πρώτα τις πελατειακές εκλογικές ανάγκες παρά τις αναπτυξιακές που έχει ανάγκη ο τόπος.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ούτε ο νέος προϋπολογισμός για το 2019 κατάφερε να ξεφύγει από τη μέγγενη της διατηρούμενης περιοριστικής πολιτικής.
Οι υπεύθυνοι της οικονομικής πολιτικής κ. Τσακαλώτος και κ. Χουλιαράκης, μετά την πικρή εμπειρία του 2015 – τη στηριγμένη σε ομολογημένες αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, την εξαρχής καταδικασμένη διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους και τον ακολουθήσαντα ετεροβαρή συμβιβασμό – υπερέβαλαν εαυτούς στην προσπάθειά τους να ξανακερδίσουν την εμπιστοσύνη των εταίρων.
Οπως οι ίδιοι έχουν παραδεχθεί από του βήματος της Βουλής, μετά τις δεύτερες εκλογές του 2015 αποδέχθηκαν αβίαστα ή καλύτερα έσπευσαν αυτοβούλως να υιοθετήσουν πλήθος φορολογικών και άλλων μέτρων, πολύ ισχυρότερων των απαιτουμένων, προκειμένου να ασφαλίσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα και ιδιαιτέρως την επίτευξη υπερπλεονασμάτων τουλάχιστον μέχρι το εκλογικό 2019, ώστε να είναι σε θέση να προβούν σε προεκλογικές εισοδηματικές ανακατανομές με σκοπό τον εξευμενισμό των ψηφοφόρων.
Ετσι, οι φόροι ανυψώθηκαν και οι δαπάνες, ακόμη και οι επενδυτικές του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, ελέγχθηκαν στον μέγιστο βαθμό προς δόξαν ενός αμφιλεγόμενου πολιτικού σχεδίου, που πιθανώς να στηρίζει τις εκλογικές επιδιώξεις του κυβερνώντος κόμματος, αλλά ουδόλως καλύπτει τις ανάγκες της οικονομίας.
Πράγματι, τα τελευταία τρία χρόνια η Ελλάδα υπερφορολογείται και ξοδεύει τα ελάχιστα προς επίτευξη των καταδυναστευτικών υπερπλεονασμάτων και του περιβόητου ελεύθερου «δημοσιονομικού χώρου», ο οποίος επιτρέπει παροχές και εισοδηματικές μεταβιβάσεις προς τα χειμαζόμενα τμήματα του ελληνικού λαού.

Πρωθυπουργός
σε ρόλο Αϊ-Βασίλη

Κάπως έτσι εξασφαλίστηκαν τόσο η δημοσιονομική σταθερότητα όσο και οι έπαινοι των εταίρων, οι οποίοι επέδειξαν ανεκτικότητα στο ελληνικό αίτημα για μη περικοπή των συντάξεων από την αρχή του 2019, που καθ’ υπερβολήν είχαν επιβάλει ο εμμονικός Πόουλ Τόμσεν και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, επειδή δεν πίστευαν την υπεραπόδοση των μέτρων που είχαν αποδεχθεί οι Τσακαλώτος και Χουλιαράκης.
Επρόκειτο για μια καθαρά πολιτική επιλογή, η οποία επέτρεπε και επιτρέπει στον κ. Τσίπρα να παριστάνει τον Αϊ-Βασίλη στις γιορτές, μοιράζοντας επιδόματα και παροχές σε ασθενέστερους των συμπολιτών μας.
Ανατρέχοντας στα στοιχεία του προϋπολογισμού, διαπιστώνει κανείς το μέγα βάρος της επιλογής αυτής. Το 2018 το πρωτογενές πλεόνασμα έκλεισε στο 3,98% του ΑΕΠ έναντι της υποχρέωσης για πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ. Και για το εκλογικό έτος 2019, σύμφωνα με τις προβλέψεις του νέου προϋπολογισμού, θα υπερβεί εκ νέου τον στόχο τού 3,5% και θα ανέλθει στο 3,6% του ΑΕΠ, παρά τις προαναγγελθείσες παροχές και τη μη περικοπή των συντάξεων.
Και αυτό γιατί οι φόροι θα διατηρηθούν σχεδόν ακέραιοι και οι δαπάνες ελάχιστα θα αυξηθούν. Τα έσοδα του κράτους προϋπολογίζονται για το 2019 σε 51,127 δισ. ευρώ έναντι 51,259 δισ. ευρώ εφέτος. Τα δε καθαρά έσοδα από φόρους προβλέπεται να ανέλθουν το 2019 σε 46,423 δισ. ευρώ έναντι 45,418 δισ. ευρώ που εκτιμάται ότι θα ανέλθουν εφέτος. Δηλαδή περίπου 1 δισ. ευρώ περισσότερα. Οι συνολικές δαπάνες του προϋπολογισμού θα ανέλθουν στα 57,79 δισ. ευρώ, οριακά αυξημένες από τα περίπου 57 δισ. ευρώ εφέτος. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων θα παραμείνει σταθερό σε μόλις 6,75 δισ. ευρώ.
Πράγμα που σημαίνει ότι η αιχμαλωσία της οικονομικής πολιτικής παραμένει δεσμευμένη και ορίζεται στον μέγιστο βαθμό από τους εκλογικούς σκοπούς.
Το αρχικό σχέδιο, υπό το βάρος της προβλεπόμενης τότε νέας μείωσης των συντάξεων, προέβλεπε ακόμη ισχυρότερο κύκλο εισοδηματικών και άλλων παροχών για το εκλογικό 2019. Ορισμένοι μάλιστα από τους επιτελείς του οικονομικού επιτελείου πίστευαν ότι αν εφαρμοζόταν θα μπορούσε να αποδώσει πιο ολοκληρωμένα αποτελέσματα, οικονομικά και εκλογικά. Και αυτό γιατί κατά την εκτίμησή τους θα έδινε δυνατότητες ευρύτερων παρεμβάσεων στο σώμα της οικονομίας και της κοινωνίας. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστευαν ότι «υπάρχουν κι άλλες κοινωνικές ομάδες που έχουν πληγεί περισσότερο από τους συνταξιούχους στα χρόνια της κρίσης, όπως οι εργαζόμενοι, οι γυναίκες και οι νέοι» και για τους οποίους προβλέπονται ελάχιστα.

Σχεδιασμός με στενή
ψηφοθηρική λογική

Ωστόσο όταν ο Πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του επέλεξαν να μη θιγούν οι συντάξεις, γιατί κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε συντριβή τις κυβερνητικές δυνάμεις, κατευθύνθηκαν στην πιο στενή επιλογή.
Γι’ αυτό και η μείωση του ΕΝΦΙΑ είναι περιορισμένη μόλις κατά 10% και η μείωση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις μόνο κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Το μόνο μέτρο που διασώθηκε ήταν αυτό της περικοπής των ασφαλιστικών εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, οι οποίοι και αυτοί όμως συγκροτούν ισχυρή εκλογική βάση και δυνάμει πελατεία για το κυβερνών κόμμα.
Ολα τα στοιχεία επιβεβαιώνουν πάντως τον μακρύ εκλογικό σχεδιασμό και την αυστηρά κομματική επιλογή του κυβερνώντος κόμματος. Ο κ. Τσίπρας και οι συνεργάτες του έχτισαν ένα εκλογικό μοντέλο οικονομικής πολιτικής.
Προσάρμοσαν τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις της χώρας στα μέτρα των αντιλήψεων και των κομματικών τους επιδιώξεων. Και έτσι επέλεξαν ένα καθ’ όλα περιοριστικό σχήμα οικονομικής πολιτικής που τους έδινε κάποιες δυνατότητες εισοδηματικών ενισχύσεων αφήνοντας εκτός τις όποιες αναπτυξιακές παρεμβάσεις έχουν ανάγκη η οικονομία και ο τόπος. Και όλα αυτά βεβαίως στο όνομα του λαού και των οικονομικά ασθενέστερων.
Ετσι, στη βάση των πεποιθήσεων και των εκλογικών σκοπών του κυβερνώντος κόμματος, χτίστηκε ένα δεσμευτικό και αντιαναπτυξιακό σχήμα οικονομικής πολιτικής που θα μας συνοδεύει τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές.

Η ανάπτυξη μπορεί
να περιμένει…

Πρόκειται για ένα σχήμα οικονομικής πολιτικής που αναπαράγει τη λεγόμενη «κουλτούρα των επιδοματούχων» διατηρώντας σε πλάνο δεύτερο τις δημιουργικές και παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, οι οποίες ήλπιζαν σε καλυτέρευση των οικονομικών συνθηκών μετά το τέλος των μνημονίων. Κατά τον κ. Τσίπρα προέχουν οι ανάγκες των πολιτών και η ανάπτυξη μπορεί να περιμένει. Με τη διαφορά ότι αλλιώς τα παραπάνω εκτιμώνται στο εσωτερικό της χώρας και αλλιώς στο εξωτερικό. Το διατηρούμενο σχήμα αβεβαιότητας, καχυποψίας και αναιμικής ανάπτυξης δεν βοηθά τη διεκδικούμενη έξοδο στις αγορές, ούτε αποκαθιστά την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών. Ούτε βεβαίως υποστηρίζει την προσπάθεια των τραπεζών για επιστροφή στην κανονικότητα.
Η χώρα θα παλεύει μέχρι τις εκλογές με τους δαίμονές της, κινούμενη μεταξύ φθοράς και απραξίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εξέλιξή της. Και επειδή και ο διεθνής οικονομικός κύκλος φαίνεται να εισέρχεται σε φάση υποχώρησης και υποτίμησης των αξιών, το μοντέλο της «οικονομίας των επιδοματούχων» κανέναν δεν θα προσελκύει, για να μην πούμε ότι θα απωθεί, υποβιβάζοντας συνεχώς τη χώρα…