«Για εμένα το φως μάς θρέφει, περίπου όπως το φαγητό. Με απασχολεί το φως που ενυπάρχει στους ανθρώπους. Οταν κλείνεις τα μάτια και ονειρεύεσαι, βλέπεις ένα διαφορετικό φως από όταν είναι ανοιχτά τα μάτια σου. Συνήθως χρησιμοποιούμε το φως για να φωτίσουμε τα πράγματα γύρω μας, όμως εμένα με ενδιαφέρει το πολύ προσωπικό, εσωτερικό φως». Είναι λογικό σε κάθε πρόταση που εκφέρει ο Τζέιμς Τάρελ να υπάρχει η λέξη «φως». Αυτή είναι εξάλλου η πρώτη ύλη της δουλειάς του και πεμπτουσία του εικαστικού ιδιώματός του, η αλληλεπίδρασή του με την ανθρώπινη συνείδηση και τον χώρο.

Μια γεύση επί τούτου μπορούμε να πάρουμε στην επερχόμενη έκθεσή του στην γκαλερί Gagosian στο Κολωνάκι, ένα πολυαναμενόμενο εικαστικό γεγονός που, όπως συμβαίνει με κάθε παρουσίαση της δουλειάς του, θα οδηγήσει τους θεατές σε ένα ταξίδι στην πρώτη γραμμή της σύγχρονης τέχνης. Στην τιτλοφορούμενη «Light of the Presence» θα παρουσιαστούν στο ισόγειο της γκαλερί στο Κολωνάκι δύο έργα από την περίφημη «Glass Series» – συγκεκριμένα τα «Knowing Light» (2007) και «Rounded Up» (2024). Επίπεδα φωτός που εμφανίζονται μέσα από γεωμετρικά ανοίγματα-πύλες και εξελίσσονται καθώς περνάει ο χρόνος, δεδομένου ότι αλλάζουν χρωματική απόχρωση και ένταση, δημιουργώντας μεταβαλλόμενα μοτίβα φωτός και σκιάς, σαγηνευτικές ψευδαισθήσεις επιπεδότητας και βάθους, εικόνες αιθέριων τοπίων που ξεπερνούν τα όρια του φυσικού χώρου και επηρεάζουν την αντίληψή μας.

Πρόκειται για δύο έργα που αποτελούν παραδείγματα της μαεστρίας του και μια σπάνια ευκαιρία να έρθει σε επαφή το ελληνικό κοινό με τη βαθιά ομορφιά και την πολυπλοκότητα του καλλιτεχνικού του οράματος. Μέσα από την αριστοτεχνική χειραγώγηση του φωτός και του χώρου, ο Τάρελ μάς καλεί να υπερβούμε τους περιορισμούς της καθημερινότητάς μας και να έρθουμε σε επαφή με τις απεριόριστες δυνατότητες της ανθρώπινης αντίληψης.

Αποψη του Skyspace «Ta Khut» (2024) στο Μαλντονάντο της Ουρουγουάης. / Φωτ.: Santiago Mazzarovich/ AFP/ VISUAL HELLAS

«Αισθάνομαι ότι θέλω να χρησιμοποιήσω το φως ως αυτό το υπέροχο, μαγικό ελιξίριο που «πίνουμε» ως βιταμίνη D μέσω του δέρματος – και το εννοώ, είμαστε κυριολεκτικά φωτοφάγοι – ώστε να επηρεάσει τελικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε. Ζούμε μέσα στην πραγματικότητα που δημιουργούμε και δεν έχουμε επίγνωση πώς δημιουργείται αυτή η πραγματικότητα. Οπότε τα έργα είναι συχνά ένα γενικό κοάν (σ.σ.: ένα μικρό αίνιγμα που κλονίζει τον «γραμμικό» νου) το οποίο μας καλεί να αναλογιστούμε πώς διαμορφώνουμε τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε, ιδιαίτερα μέσα από την όρασή μας» έλεγε σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Interview».

Ο Τάρελ άρχισε να πειραματίζεται με το φως το 1966 στο εργαστήριό του, το Mendota Hotel, ένα ερειπωμένο κτίριο στο Ocean Park της Καλιφόρνιας, και να χειραγωγεί περιβάλλοντα, δομημένα και μη.

Η συγκεκριμένη «Γυάλινη» σειρά αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα της διαχρονικής έρευνάς του γύρω από το φως και ενσωματώνει άψογα την τεχνολογία αιχμής με την πρωτότυπη εικαστική σκέψη. Είναι μια δουλειά που ξεκίνησε το 2001 και αρχικά περιελάμβανε τη χρήση νέον. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια βασίζεται στην αξιοποίηση της τεχνολογίας των LED panels που προγραμματίζεται από υπολογιστή και καταφέρνει να επιτύχει αξιοσημείωτο βάθος και ποικίλες χρωματικές αποχρώσεις που επιτρέπουν την εξερεύνηση της σχέσης μεταξύ φωτός και χώρου.

Πρόκειται για τη διαχρονική μελέτη του Τάρελ επάνω στις φαινομενολογικές ιδιότητες του φωτός και στις μεταμορφωτικές επιδράσεις του στον χώρο και στην ανθρώπινη συνείδηση. Eίναι μια τεχνική που χρησιμοποίησε σε έργα για κτίρια, όπως ο σιδηροδρομικός σταθμός στο Τσουγκ της Ελβετίας και το PSA Peugeot Citroën Design Center έξω από το Παρίσι.

Φως και χώρος

«Juke Blue» (2023), στο Museu sa Bassa Blanca στη Μαγιόρκα. / Φωτ.: Shutterstock

Βέβαια, το δημιουργικό ταξίδι του 80χρονου πλέον Τζέιμς Τάρελ εκτείνεται σε ένα διάστημα έξι δεκαετιών, στη διάρκεια των οποίων η προσήλωσή του στη διερεύνηση και αποκάλυψη των μυστηρίων της ανθρώπινης αντίληψης παρέμεινε αταλάντευτη. Από τη δεκαετία του ’60 βρέθηκε στην αιχμή του καλλιτεχνικού πειραματισμού, καθώς εμβάθυνε σε αντιληπτικά φαινόμενα που περιλαμβάνουν συνθήκες από την αισθητηριακή στέρηση έως τα οπτικά εφέ. Ηταν η εποχή όπου εμφανιζόταν η εικαστική δράση των καλλιτεχνών του κινήματος που έγινε γνωστό ως «Light and Space», ένα αμάλγαμα οπ-αρτ, μινιμαλισμού και γεωμετρικής αφαίρεσης όπως εκπροσωπήθηκε από τους Καλιφορνέζους Μέρι Κορς, Νταγκ Γουίλερ, Ρόμπερτ Εργουιν και βεβαίως και από τον Τάρελ, το έργο του οποίου θυµίζει και τους πίνακες του Μαρκ Ρόθκο.

Στα παρθενικά έργα του, όπως για παράδειγμα στο πρώτο του έργο με φως, το «Afrum Proto» (1966), θέλησε να εντρυφήσει στη μετασχηματιστική δυναμική του φωτός μέσα σε αρχιτεκτονικούς χώρους, καθώς πρόβαλλε το φως μιας λάμπας βολφραιμίου υψηλής έντασης σε μια σκιερή γωνιά δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ενός αιωρούμενου κύβου. Ηταν μια διερεύνηση που έθεσε τις βάσεις για μια καλλιτεχνική έρευνα η οποία δεν ατόνησε ποτέ.

Αυτό που καθιστά το έργο του μοναδικό δεν είναι μόνο το εικαστικό του μεγαλείο, η άμεση αισθητηριακή απόκριση που προκαλεί στους αποδέκτες του, αλλά και τα βαθιά φιλοσοφικά ερεθίσματα που προκαλεί. Μέσα από την τέχνη του ο Τάρελ παρακινεί τους θεατές να επισκεφθούν έναν στοχαστικό χώρο όπου γίνεται δυσδιάκριτη η διαφοροποίηση μεταξύ του φυσικού και του μεταφυσικού, να εισέλθουν σε ένα «βασίλειο» όπου το φως γίνεται αγωγός υπέρβασης και αποκάλυψης, ένα μέσο για να συλλογιστεί κανείς τη θέση του/της στην απεραντοσύνη του Σύμπαντος.

Ενας κρατήρας ατελείωτης δημιουργίας

Το μνημειώδες εγχείρημά του είναι το «Roden Crater», ένα τεράστιο, αριστουργηματικό παρατηρητήριο για την προσέγγιση της οπτικής εμπειρίας των ουράνιων φαινομένων. Ξεκίνησε να το δημιουργεί το 1979 μετακινώντας χώματα και ανοίγοντας σήραγγες σε ένα σβησμένο ηφαίστειο στην περιοχή Painted Desert έξω από το Φλάγκσταφ της Αριζόνα όπου ζει μέχρι σήμερα. Αυτό το έργο αποτελεί το αποκορύφωμα της διά βίου έρευνάς του πάνω στην ανθρώπινη οπτική και ψυχολογική αντίληψη.

Επί του παρόντος εξακολουθεί να παραμένει ανολοκλήρωτο και γίνονται προσπάθειες για συγκέντρωση κεφαλαίων προκειμένου να αποπερατωθεί και να ανοίξει για το κοινό ως μεταμορφωτικός χώρος για περισυλλογή και πνευματική ανανέωση. Προς το παρόν, δεν είναι προσβάσιμο παρά σε επιλεγμένες ομάδες, όπως για παράδειγμα τα ογδόντα άτομα που το επισκέφθηκαν το 2015 με κόστος εισόδου 6.500 δολάρια έκαστο.

«Μου αρέσει να λέω ότι η δουλειά μου είναι μια αρχιτεκτονική του φωτός στον χώρο. Βέβαια, από την άλλη, έπρεπε να μεταφέρω πολύ υλικό. Ακόμα και στο «Roden Crater», μόνο και μόνο για να συντεθεί αυτός ο ουράνιος θόλος έπρεπε να μετακινήσουμε περίπου ένα εκατομμύριο κυβικά μέτρα χώματος. Πρέπει να δημιουργήσεις τον χώρο, πρέπει να τον περικλείεις. Δημιουργώ αυτά τα περιβλήματα με τρόπους που να αιχμαλωτίζουν το φως ώστε να εμπλουτίζουν την αντίληψή μας. Οπότε συνιστούν δοχεία ή χώρους που επιτρέπουν στο φως να συγκεντρώνεται για εσάς» έλεγε σε συνέντευξή του στο «Interview Μagazine».

Το εσωτερικό φως των Κουακέρων

Ενα δείγμα «Skyspace» στο Shepherd School of Music στο Πανεπιστήμιο Rice, στο Χιούστον του Τέξας./ Φωτ.: Shutterstock

Ο Τζέιμς Τάρελ γεννήθηκε στο Λος Αντζελες το 1943 και μεγάλωσε σε μια οικογένεια Κουακέρων, με έναν αεροναυπηγό πατέρα του και μια γιατρό μητέρα. Να και η πηγή της εμμονής του με το φως, καθώς στην κοσμοθεωρία της μητρός του είχε κεντρική θέση το αξίωμα των Κουακέρων ότι «κάθε άτομο μπορεί να βιώσει ένα εσωτερικό φως». Ως παιδί ανέπτυξε ενδιαφέρον για τα κοσμολογικά φαινόμενα, εν μέρει και χάρη στον πατέρα του. Τα αντικείμενα σπουδών του περιελάμβαναν την αντιληπτική ψυχολογία, τα μαθηματικά, τη γεωλογία και την αστρονομία.

Η τέχνη μπήκε λίγο αργότερα στη ζωή του και τη σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ιρβάιν αλλά και στο Claremont Graduate University στην ίδια Πολιτεία. Με ένα ενδιάμεσο διάλειμμα, τον χρόνο δηλαδή που πέρασε στη φυλακή επειδή καθοδηγούσε νεαρούς Αμερικανούς πώς να αποφύγουν τη στρατολόγησή τους για τον πόλεμο του Βιετνάμ – ο ίδιος ήταν αντιρρησίας συνείδησης. Ο Τάρελ υπήρξε περιπετειώδης ψυχή αν αναλογιστεί κανείς ότι ήδη από τα 16 του είχε αποκτήσει άδεια πιλότου και την ώρα που μαινόταν ο πόλεμος στο Βιετνάμ έφτασε μάλιστα μόνος του μέχρι το ελεγχόμενο από την Κίνα Θιβέτ για να διασώσει βουδιστές μοναχούς – και να τροφοδοτήσει θεωρίες που τον ήθελαν να συμμετέχει σε αποστολή της CIA.

Εκείνος άφησε τα σκοτάδια και στράφηκε στο φως με το οποίο άρχισε να πειραματίζεται το 1966 στο εργαστήριό του, το Mendota Hotel, ένα ερειπωμένο κτίριο στο Ocean Park της Καλιφόρνιας, και να χειραγωγεί περιβάλλοντα, δομημένα και μη. Οπως για παράδειγμα στους τοίχους του εν λόγω κτιρίου, δίχως τη συνδρομή της τεχνολογίας αρχικά, παρά μόνο με την «αναλογική» διαχείριση των επιφανειών των τζαμιών ώστε να εισέρχονται εστίες φωτός μέσα από ανοίγματα σε βαθιά σκοτεινά δωμάτια («Mendota Stoppages», 1969-1974).

«Με ενδιέφερε η τέχνη, αλλά πρωτίστως με ενδιέφερε το φως. Πάντα με γοήτευε το φως. Οπως υπάρχουν παιδιά που αγαπούν τη φωτιά, οπότε θέλουν να γίνουν πυροσβέστες, εγώ λοιπόν τι μπορούσα να κάνω με τη δική μου «αγάπη»; Ενα πράγμα που αντιλαμβάνεσαι είναι ότι η ιστορία του φωτός είναι γεμάτη με ζωγραφική που επικεντρώνεται στο φως» έχει πει σε συνέντευξή του.

Η εγκατάσταση «Aural» στο Εβραϊκό Μουσείο του Βερολίνου το 2018, μέρος των «Ganzfeld Pieces»./ Φωτ.: DPA/ AFP/ VISUAL HELLAS

Από τα παράθυρα ο Τάρελ πέρασε στα «Skyspaces» (από το 1974 και μετά), περιβάλλοντα με στρατηγικά ανοίγματα στην οροφή τους σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους και κρυφές οθόνες LED προγραμματισμένες ώστε να φέρνουν το Σύμπαν στα επίγεια, σε κλίμακα φιλική προς τον άνθρωπο – όπως στο Live Oak Friends Meeting House, έναν τόπο συνάντησης Κουακέρων στο Χιούστον (2001). Αλλά και στα «Ganzfelds», έργα που βασίζονται στο ganzferld effect (έναν όρο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα ομοιόμορφο πεδίο φωτός χωρίς σημείο εστίασης ή βάθους), στο πλαίσιο των οποίων γεμίζει τον εσωτερικό χώρο με μια αποπροσανατολιστική φωτεινή έγχρωμη ομίχλη – παράδειγμα το «End Around: Ganzfeld» (2006) στο Μουσείο Καλών Τεχνών του Χιούστον, η δική του «ιμπρεσιονιστική» ματιά, που και αυτή έχει τη ρίζα της στις εμπειρίες της νιότης του.

Οπως έχει πει: «Μου αρέσει να κοιτάζω το έργο του Καραβάτζιο, καθώς σε αυτό αποτυπώνεται το συναισθηματικό φως, σε αντίθεση με το «ακαδημαϊκό» φως του Βερμέερ και το εξπρεσιονιστικό του Τέρνερ. Μου αρέσει επίσης ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνουν το φως οι ιμπρεσιονιστές αλλά και ο τρόπος που χρησιμοποιούν το κάρβουνο στη ζωγραφική τους. Υπάρχει μια σωματικότητα σε αυτή τη χρήση και μου θυμίζει τα νιάτα μου τη δεκαετία του ’50. Εκείνη την εποχή τα σκουπίδια καίγονταν καθημερινά στο Λος Αντζελες και δημιουργούσαν μια περίεργη, ιμπρεσιονιστική ομίχλη πάνω από την πόλη».

INFO

«James Turrell. Light of the Presence»: Gagosian Gallery (Αναπήρων Πολέμου 22, Κολωνάκι), από τις 11 Απριλίου έως
τις 25 Μαΐου.