Οι νεκρολογίες και τα μνημόσυνα για το χαρτί άρχισαν να γράφονται πριν ακόμα οι αντίχειρές μας εκπαιδευτούν στο δόγμα του σκρόλινγκ. Ηταν ένα μνημόσυνο με ανοιχτή πρόσκληση: όλοι παρόντες, κρατώντας smartphones αντί για λουλούδια, έτοιμοι να θάψουμε εφημερίδες και περιοδικά κάτω από τόνους δωρεάν, εφήμερης – και όχι πάντα ποιοτικής – πληροφορίας. Το πένθος για το τέλος της αναλογικής δημοσιογραφίας φάνταζε τότε προδιαγεγραμμένο, απόλυτο, σχεδόν αναπόφευκτο. Σήμερα, μοιάζει περισσότερο με ένα παλιό trending topic που απλώς ξεθυμαίνει.
Μπορεί σε κάποιους να ακουστεί ως κρεσέντο ρομαντισμού ή ακόμα και ως επιθανάτιος ρόγχος, όμως όσο η πληροφορία μέσω Διαδικτύου αυξάνεται και πληθύνεται τόσο τα έντυπα κερδίζουν το χαμένο τους έδαφος. Ως premium επιλογή, εμπειρία, για τις νεότερες γενιές ακόμα και ως εμμονή. Σε έναν κόσμο όπου επεξεργαζόμαστε καθημερινά περίπου 100 GB πληροφορίας και καταναλώνουμε 105.000 λέξεις μέσω οθονών – ποσότητα που σε αδρές γραμμές ισοδυναμεί με 200 έως 300 σελίδες –, το έντυπο επιστρέφει ως εργαλείο ψηφιακής αποτοξίνωσης αλλά και ως άγκυρα εμπιστοσύνης.
Δεν πρόκειται για εικασία ή ευφημισμό. Αλλά για μετρημένη τάση. Η αξία της παγκόσμιας αγοράς εκδόσεων υπολογίζεται στα 202 δισεκατομμύρια δολάρια, προσυπογράφοντας ότι η ανάγκη μας να διαβάσουμε κάτι που δεν θα εκπέμπει μπλε φως είναι και οικονομικά μετρήσιμη.
Η νευρολογία του ξεφυλλίσματος
Ενας από τους λόγους που το χαρτί κερδίζει ξανά έδαφος είναι γιατί το μυαλό μας έχει κουραστεί από την πλημμυρίδα της πληροφορίας. Οι ειδικοί μιλούν για digital fatigue, μια μορφή δηλαδή πνευματικής και συναισθηματικής κόπωσης που προκαλείται από την ατέρμονη παραμονή μας online και οδηγεί σε άγχος και μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 73% των καταναλωτών δηλώνει πλέον «μπουχτισμένο» από την ψηφιακή διαφήμιση. Δικαίως, αφού η καθημερινή μας έκθεση σε πληροφορίες ισοδυναμεί με το περιεχόμενο 174 εφημερίδων. Το έντυπο προβάλλει ως μια νέα παλιά πρόκληση: να επιβραδύνουμε, να βιώσουμε και να συνδεθούμε με το περιεχόμενο χωρίς notifications, περισπασμούς και ιαχές επαιτείας για την προσοχή μας.
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο σε ό,τι συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν σκρολάρουμε. Ερευνες καταδεικνύουν ότι μπορεί η οθόνη να ευνοεί την ταχύτητα ανάγνωσης, αλλά ακρωτηριάζει το βάθος της κατανόησης. Οταν διαβάζουμε στο χαρτί, ο εγκέφαλος δημιουργεί έναν «εσωτερικό χάρτη» (mental mapping). Θυμόμαστε ότι η φράση που μας σημάδεψε βρισκόταν πάνω αριστερά, δίπλα στο τσακισμένο αφτί της σελίδας. Το ατέρμονο σκρόλινγκ καταργεί την αίσθηση χώρου και χρόνου.
Και έπειτα είναι η αφή. Το βάρος ενός εντύπου, ακόμα και η υφή του χαρτιού λειτουργούν ως νευρωνικά σήματα για τον εγκέφαλο. Το ξεφύλλισμα των σελίδων δημιουργεί το λεγόμενο endowment effect, αυξάνοντας υποσυνείδητα την αξία που αποδίδουμε στο περιεχόμενο που διαβάζουμε. Μελέτες στη νευροεπιστήμη υποδεικνύουν ότι η πληροφορία στο χαρτί συγκρατείται έως και 70% καλύτερα και απαιτεί 21% λιγότερη γνωστική προσπάθεια σε σχέση με το ψηφιακό.
Οι ναοί της έντυπης δημοσιογραφίας
Αν η αργή δημοσιογραφία είχε καθεδρικό ναό, αυτός θα βρισκόταν στο Μανχάταν. Το «New Yorker», που συμπλήρωσε το 2025 έναν αιώνα ζωής, υπενθυμίζει ότι υπάρχει ακόμη χώρος για αντίσταση στην επιδερμικότητα. Η εμμονή του στο ανθρώπινο fact-checking – μια διαδικασία κοστοβόρα και χρονοβόρα για την οποία πήραμε μια ιδέα από το πρόσφατο ντοκιμαντέρ του Netflix – λειτουργεί ως ηθικό θεμέλιο σε μια εποχή όπου η αυτοματοποίηση συχνά προηγείται της ακρίβειας.
Στην ίδια λογική το περιοδικό «Monocle» εκπροσωπεί μια διαφορετική αλλά συγγενή φιλοσοφία. Από την ίδρυσή του, το 2007, έχτισε ένα παγκόσμιο σύμπαν ενημέρωσης που βασίζεται στην επιλογή και όχι στην ποσότητα. Η γεωπολιτική, η οικονομία και το design συνυπάρχουν ως εργαλεία κατανόησης του κόσμου. Σε έναν ψηφιακό ωκεανό υπερπληροφόρησης γεμάτο από σκοπέλους fake news, η επιμονή στη λεπτομέρεια συγκολλά την εν πολλοίς διασπασμένη εμπιστοσύνη μεταξύ Μέσου και αναγνώστη.
Οι τελευταίοι των Μοϊκανών. Ή και όχι
Δεν είναι όμως μόνο οι ιλουστρασιόν σελίδες που εξακολουθούν να ελκύουν το αναγνωστικό κοινό. Με 3,8 εκατομμύρια έντυπους αναγνώστες εβδομαδιαίως και 12,33 εκατομμύρια συνδρομητές συνολικά, οι «New York Times» εξακολουθούν να επενδύουν στο χαρτί. Ακόμα πιο ανάγλυφα την τάση της επιστροφής στα έντυπα περιγράφουν το παράδειγμα και οι αριθμοί της «Wall Street Journal»και των «Financial Times». Η «WSJ» είναι πλέον η μεγαλύτερη εφημερίδα στις ΗΠΑ σε έντυπη κυκλοφορία, διατηρώντας πάνω από 412.000 πιστούς του χαρτιού. Το κοινό της – σύμφωνα με ερευνητικά στοιχεία, ανώτερου μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου – γνωρίζει καλά ότι η πληροφορία που μπορείς να πιάσεις στα χέρια σου έχει άλλο ειδικό βάρος. Αντίστοιχα, οι «Financial Times»αποδεικνύουν ότι η δημοσιογραφία του χαρτιού δεν έχει ημερομηνία λήξης. Τουλάχιστον όσο θα διαθέτουν ποίμνιο 20 εκατομμυρίων αναγνωστών μηνιαίως και 3 εκατομμυρίων συνδρομητών.
Η επιστροφή των ζωντανών-νεκρών
Κανείς δεν αμφιβάλλει πως το χαρτί από τα 00s και έπειτα υπήρξε ο μεγάλος ασθενής – και μάλιστα με όχι καλή προοπτική επιβίωσης. Αλλά την τελευταία πενταετία δείχνει ενθαρρυντικά σημάδια ανάνηψης. Περιοδικά όπως το «VICE», το «NME», το γαστρονομικό «Saveur» ή το «The Onion» επέστρεψαν, όχι ως μαζικά προϊόντα, αλλά ως premium, συνδρομητικές εκδοχές ανάγνωσης που αντέχουν για περισσότερο από ένα ξεφύλλισμα. Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση του βρετανικού «i-D», που επανεκδόθηκε τον Μάρτιο του 2025 ως εξαμηνιαία έκδοση των 20 στερλινών από την εκδοτική εταιρεία του αλλοτινού top model Κάρλι Κλος και του συζύγου της Τζόσουα Κούσνερ. Ηδη μάλιστα έχουν ανακοινώσει και την επιστροφή του εμβληματικού περιοδικού «Life» που σταμάτησε την τακτική έντυπη έκδοσή του το 2000.
Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και το «Nylon», που τον Απρίλιο του 2024 επέστρεψε στο χαρτί μετά από επτά χρόνια ψηφιακής εξορίας. Η νέα έντυπη μορφή του είναι ένα υψηλής αισθητικής περιοδικό που κυκλοφορεί δύο φορές τον χρόνο, συγχρονισμένο με μεγάλα πολιτιστικά γεγονότα, όπως το Coachella Festival. Αυτή η στροφή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη πραγματικότητα: το έντυπο έχει μετατραπεί σε αγαθό κύρους. Σε μια αγορά όπου η ψηφιακή διαφήμιση υποφέρει από δυσπιστία, το χαρτί προσφέρει επενδυτική απόδοση που ακόμα και σε χαλεπούς καιρούς αγγίζει το 112%.
Η ανάγνωση ως ταυτοτική δήλωση
Ακόμα πιο ειρωνικό ακούγεται το γεγονός πως στην τάση της εκ νέου ανακάλυψης των εντύπων δεν πρωτοστατούν οι boomers ή οι νοσταλγοί του παρελθόντος, αλλά η χιλιοτραγουδισμένη γενιά Ζ. Αυτή που μεγάλωσε με το μπιμπερό στο ένα χέρι και την οθόνη στο άλλο και ξοδεύει κατά μέσο όρο 6 ώρες και 38 λεπτά online καθημερινά είναι η ίδια που αναδεικνύει τα περιοδικά σε κομμάτι της ταυτότητάς της.
Τα κάθε λογής zines, τα μικρότερα ή μεγαλύτερα φεστιβάλ για την κουλτούρα των περιοδικών, όπως το Mag to Mag του Μιλάνου, αλλά και η συλλεκτική αξία που αποκτούν τεύχη από τις δεκαετίες του ’70, του ’80 και του ’90 επανακαθορίζουν το έντυπο. Δεν μιλάμε πια για είδος σε παρακμή ή μουσειακό έκθεμα. Αλλά για πολιτισμικό statement.
Ναι, το χαρτί δεν θα ξαναγίνει ποτέ το μαζικό μέσο του παρελθόντος, ούτε φιλοδοξεί να ανταγωνιστεί το αενάως διαστελλόμενο σύμπαν της δωρεάν διαδικτυακής πληροφορίας. Θα παραμείνει όμως ανάμεσά μας: ως μια ήσυχη αλλά στιβαρή υπενθύμιση ότι η σκέψη χρειάζεται χρόνο και ευθύνη, η ενημέρωση διασταύρωση και επιμέλεια και η ανάγνωση τις σχεδόν ξεχασμένες αρετές της συγκέντρωσης και της σιωπής.



