Χρόνια πριν, καλοκαίρι, ένα ζευγάρι πενηντάρηδων νεοϋορκέζων τουριστών στη Σέριφο λένε:
«Ερχόμαστε είκοσι χρόνια στην Ελλάδα. Κάθε καλοκαίρι. (…) Ναι, ναι, σε πολλά νησιά, αλλά και στα ορεινά έχουμε πάει, σε χωριά, σε πόλεις. Και πολλές φορές Αθήνα».
«Και πώς είναι η Νέα Υόρκη;» τους ρωτούν.
«Σαν την Αθήνα».
Οι Αθηναίοι τούς κοιτούν σαν εξωγήινους, περιμένοντας κάποια αδιανόητη εξήγηση: «Δηλαδή;».
«Δηλαδή είναι υπέροχη, και τρομακτική επίσης».
Τα άρθρα του New Yorker συχνά-πυκνά εξυμνούν τη Νέα Υόρκη. Λυρικά δοξάζουν τα φθινοπωρινά πρωινά στο Σέντραλ Παρκ, τις πρώτες βροχές και την ομίχλη, τα χιόνια του χειμώνα, την ανθρωπογεωγραφία μιας πόλης-πλανήτη που διασχίζει λεωφόρους και γειτονιές κάτω απ’ τις ομπρέλες, που κολλάει στην κίνηση, που τρέχει στο μετρό. Μια πόλη με βάθος, βάρος, ήθη κι έθιμα. Την ξαναχτίζουν με τις λέξεις τους. Τη φορτίζουν με θαυμασμό και δέος. Φυσικά, δεν είναι μόνο ο New Yorker. Μια πόλη σαν τη Νέα Υόρκη υπάρχει, κατ’ αρχάς και μάλλον πρωτίστως, στο φαντασιακό του καθενός. Υπάρχει σαν ιδέα, σαν αντικείμενο πόθου, σαν πηγή, σαν γη των απολαύσεων. Σαν πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας. Και έτσι είναι πιο εύκολο να υπάρχει περισσότερο υπέροχη, και λιγότερο τρομακτική.
Αυτό, μάλλον, δεν περιορίζεται στην περίπτωση της Νέας Υόρκης. Φαίνεται πως η υπόσταση μιας πόλης – η όψη της, η υφή της – είναι πάντα ζήτημα πίστης. Οι πιστοί δοξάζουν και εξυμνούν, γιατί πιστεύουν. Εύκολα διαπιστώνουμε ότι τέτοια κείμενα δεν γράφονται για την Αθήνα· ότι κανείς πια δεν φαίνεται να πιστεύει στον δικό της μύθο.
Οι Νεοϋορκέζοι στη Σέριφο είχαν δίκιο. Η Αθήνα μοιάζει με τη Νέα Υόρκη. Ή τουλάχιστον της μοιάζει περισσότερο απ’ ό,τι μοιάζει σε άλλες πόλεις. Εχει το χάος και τις αντιφάσεις της. Τη σκληρή και αδίστακτη ειλικρίνειά της. Εχει φασαρία και νευρικότητα, και ανθρώπους που τρίβονται πάνω στην τραχιά της επιφάνεια για να ζήσουν. Ενα καυτό μεσημέρι στην Αγίας Ζώνης στην Κυψέλη, με παιδιά να ανταλλάσσουν πάσες κι έναν σερβιτόρο στο παγκάκι να κάνει διάλειμμα καπνίζοντας, φέρει μεταφυσικά την ίδια κοινή διατλαντική ενέργεια με κάποιον δρόμο στο Κουίνς ή το Μπρούκλιν, κι ας μην υπάρχουν ουρανοξύστες στον ορίζοντα.
Αλλά όταν μιλάμε για την Αθήνα, όποιες λέξεις κι αν επιλέγουμε, υπαινισσόμαστε μια φυλακή απ’ την οποία πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους να αποδράσουμε. Μια Αθήνα που δεν αντέχεται. Γιατί; Είναι περίπλοκο το ερώτημα, γιατί δεν επιζητά την απαρίθμηση πρακτικών αιτιών για απάντηση. Υπάρχουν δεκάδες λόγοι για τους οποίους η Αθήνα δεν αντέχεται. Είναι όμως μια πόλη, και μάλλον κάθε πόλη έχει τον τρόπο της να μην αντέχεται, κι ο καθένας θα έπρεπε να ψάχνει να βρει εκείνη που αντέχει περισσότερο. Το ερώτημα είναι γιατί δεν πιστεύουμε στην Αθήνα. Γιατί δεν μας αγγίζει η αύρα της, γιατί δεν μας πείθει ο μύθος της αρκετά έστω ώστε να τον αναπαράγουμε, ακόμα κι αν δεν τον πιστεύουμε.
Η εγγύτητα σκοτώνει την αύρα, πόσο μάλλον η τριβή. Οταν ο έρωτας φθίνει, ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι όλα όσα απεχθάνεσαι στον εραστή σου· μάλιστα είναι τα μόνα που μπορείς πλέον να δεις. Σε αυτόν τον μεταφορικό χώρο μπορεί να βρίσκεται και η απάντηση στο δικό μας ερώτημα.
Ο Βακαλόπουλος έγραψε ότι κάποτε η Κυψέλη ήταν το κέντρο του κόσμου. Εγραψε, μάλιστα, ότι «κάποτε υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο: η Κυψέλη, η Ελλάδα και ο πλανήτης Γη». Οπως και ότι για τον καθένα μας υπάρχει ένα μόνο νησί, που θα πρέπει να βρούμε και να μείνουμε εκεί. Τα νησιά όμως, στο μυαλό μας, συνήθως, είναι τα μέρη που καταφεύγει κανείς όταν αποδρά απ’ ό,τι τον φυλάκιζε – κάτι τέτοιο προσπαθεί να κάνει και η Ρέα Φραντζή πηγαίνοντας στην Πάτμο στη Γραμμή Του Ορίζοντος – ενώ οι πόλεις είναι πυκνωτές που χωρούν ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή μας, συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων που μας συνθλίβουν. Μια θελκτική πόλη, στην οποία δεν ζούμε, ομορφαίνει ακόμα περισσότερο καθώς την ντύνουμε με τη φαντασίωση μιας άλλης ζωής που ποτέ δεν θα μας συνθλίβει, μιας μεταμόρφωσης, μιας οριστικής απόδρασης. Ισως ο μόνος τρόπος να αγαπάμε την πόλη στην οποία ζούμε να είναι μέσω κάποιου συνδρόμου Στοκχόλμης. Ή με το να φεύγουμε όσο πιο πολύ μπορούμε.
Ο Βακαλόπουλος σήμερα στοιχειώνει την πόλη, τον Ενοικο και την Καλλιδρομίου. Είναι ένα από τα φαντάσματα της Αθήνας (η Αθήνα, όπως η Νέα Υόρκη, όπως κάθε πόλη, έχει τα φαντάσματά της). Τα χειμωνιάτικα πρωινά, που το αττικό φως είναι λίγο πιο θαμπό και ο αέρας αρκετά παγωμένος ώστε να περνιέται για καθαρός, η Καλλιδρομίου γίνεται κέντρο του κόσμου. Ο Λυκαβηττός μοιάζει καινούργιος, σαν να έχει μόλις τρυπήσει το έδαφος και να έχει γεννηθεί, είναι ένα πράσινο ολοζώντανο κι ανάγλυφο και ο δρόμος χύνεται από εκεί πάνω σαν υγρό μπετόν, μια καμπύλη, μια χαράδρα, ύστερα ανεβαίνει και φτάνει ως τον Στρέφη και βρέχει τα τραπεζάκια πριν πέσει πάλι, και τα κτίρια στις όχθες του, τα νεοκλασικά και οι πολυκατοικίες, είναι υπέροχα. Είναι απλώς υπέροχα. Η Αθήνα και αυτά.
Αλλά η Αθήνα δεν αντέχεται.
Δεν αντέχεται αυτή η κατήφεια που σμιλεύει στα πρόσωπα εκείνων που ταλαιπωρεί δεκαετίες και το πώς ρημάζει τις μισές της γειτονιές. Δεν αντέχεται η ασφυξία της. Δεν αντέχονται τα ερειπωμένα νεοκλασικά που εκλιπαρούν να πέσουν, οι προσβλητικές νεόδμητες πολυκατοικίες με τα άθλια διακοσμητικά τους τζάμια και σίδερα, το πάρκινγκ, οι περίεργοι περαστικοί που όλο κοιτάνε, τα έργα που δεν ξεκινούν κι όταν ξεκινούν δεν τελειώνουν, αυτή η αίσθηση ότι πιέζεσαι απ’ όλες τις μεριές, ότι μπαίνεις στον αποχυμωτή, ότι αυτή την πόλη τη δοκιμάσαμε, δεν μας βγήκε και την αφήσαμε, ότι όσοι μείνατε εκεί μέσα ατυχήσατε, πράγμα που αποδεικνύεται κι από τα πατίνια που επανήλθαν σαν αρρώστια που δεν πέρασε, άναρχα, να βάζουν τρικλοποδιές πεσμένα, ή όρθια να στέκουν στη μέση της Μουστοξύδη τρεις το χάραμα, λες κι ο οδηγός τους εξαϋλώθηκε, και οι τουρίστες, και τα μαγαζιά που ανοίγουν για τους τουρίστες και κλείνουν για τους τουρίστες, και τα ενοίκια, τα ενοίκια για να μείνεις παρ’ όλα αυτά.
Η Αθήνα, όπως η Νέα Υόρκη, όπως κάθε πόλη, είναι ζήτημα πίστης. Και η πίστη ζήτημα αφήγησης.
Το πιο γνωστό, ίσως, κομμάτι των Νεοϋορκέζων LCD Soundsystem είναι το New York, I Love You But You’re Bringing Me Down: Νέα Υόρκη, σ’ αγαπώ αλλά με ρίχνεις / Σαν αρουραίος σε κλουβί, που βγάζει κατώτατο μισθό / Νέα Υόρκη, σ’ αγαπώ, αλλά με ρίχνεις.
Είναι μπαλάντα αγάπης και μίσους για μια πόλη τρομακτική και υπέροχη, και αν αποδεικνύει κάτι είναι ότι σαν αρουραίος σε κλουβί μπορείς να νιώθεις σε κάθε πόλη. Η αισθητικοποίηση της ασχήμιας δεν είναι λύση, ούτε η συλλυπητήρια άνευ όρων παράδοση. Η αφήγηση όμως είναι όπλο. Κλέβει τα κλειδιά από τους φύλακες. Επιστρέφει την πόλη σε όσους τη φαντασιώνονται. Ξεριζώνει την Καλλιρρόης κι αφήνει τον Ιλισό να πλημμυρίσει το Καλλιμάρμαρο. Ενώ χωρίς αυτήν απομένει κάτι νεκρό. Ενα πράγμα χωρίς αύρα. Απομένουν μόνο επενδυτικά σχέδια, ανακαινισμένα ημιυπόγεια, ένας ουρανοξύστης που κανείς δεν ζήτησε, και το κέντρο του κόσμου πάντα πολύ μακριά.
Ο κ. Φοίβος Οικονομίδης είναι συγγραφέας και τακτικός συνεργάτης του «Βήματος».



